ΜΕΡΟΣ ΙA’

Στις σλαβικές χώρες και ειδικότερον στην Ρωσία, ο Ελληνισμός υιοθετήθηκε  μαζί με τον Χριστιανισμό και δη εξ αιτίας του. Η «εξωτερική», η δραστικώς εφαρμοσμένη εικών του Χριστιανισμού, διεμορφώθη στον 4ο  και στον 5ο  αιώνα, ενώ ολοκληρώθηκε και έφθασε  στην τελείωσή της στο Βυζάντιον πριν μεταγγισθεί στην Ρωσία. Ως εκ τούτου ο ρωσικός Χριστιανισμός παρέμεινε, κατά το πλείστον ελληνικός στην ουσία και στην μορφή. Συνεπώς τέτοια ήταν η διαδρομή που έμελλε εξ αρχής να ακολουθήσει η θρησκευτική φαντασία του ρωσικού λαού. Της προσεφέρθη ένας έτοιμος τύπος, καθαγιασμένος από την μακροτάτη διαδρομή του και ιερός λόγω της προέλευσεώς του. Η Ρωσία εγνώρισε τον Χριστιανισμό μόνον εντός του ισχυρού πλαισίου της κυριάρχου ελληνικής πτυχής του, επιλεγείσης και αναπτυχθείσης από το Βυζάντιον.

Μόνον κατά  τον 17ον  αιώνα, δηλαδή κατά την εποχή όπου ελειτούργησαν οι άρτι «διανοιγείσες» σχέσεις της Δύσεως με την Ρωσία, κατέστη εφικτή η μερική απελευθέρωση της ρωσικής σκέψεως και ψυχής από τις κρατούσες μορφοπλαστικές ιδέες του Βυζαντίου οι οποίες είχαν καταστεί κανονιστικές και ιερές για τον ρωσικό λαό. Είναι εξόχως δυσχερές  για τους Δυτικοευρωπαίους να κατανοήσουν αυτές τις ιδέες που ήσαν τόσον ξένες προς αυτούς. Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι οι εν λόγω ιδέες ήσαν ασιατικής ή ανατολιτικής καταγωγής. Παρά το γεγονός ότι ενεκολπώθη, μετεβόλισε και αφομοίωσε πολλά ασιατικά και ανατολίτικα στοιχεία, το Βυζάντιον δεν ήταν ποτέ Ασία ή Ανατολή με τη συνήθη κοινόχρηστο έννοια της λέξεως. Αλλά συνάμα δεν είχε καμία θέση στον κύκλο των ευρωπαϊκών πολιτισμών του Μεσαίωνος, ο οποίος εδημιούργησεν το ρωμαϊκό και το γοτθικό ύφος στην τέχνη.

Το Βυζάντιον θα ημπορούσε να περιγραφεί ως ένας υπερβολικώς μακρός επίλογος στον αρχαίο κόσμο, ως το χριστιανικόν υστερόγραφό του. Ένας Δυτικοευρωπαίος  δεν ημπορεί να αντέξει αυτήν την ιδιάζουσα και μοναδική σύμπραξη – συμμαχία μιας νέας σκέψεως με μιαν αρχαία μορφή. Ο νέος δυτικός καλλιτέχνης, είτε γλύπτης είτε  ζωγράφος, της φλαμανδικής ή ιταλικής σχολής  των «αφελών» και ανεπιτηδεύτων «πρωτογονιστών» – οι οποίοι εξεπήδησαν από την οικεία λαϊκή τους παράδοση- αγωνίσθηκε επί αρκετούς αιώνες και ανηύρε ένα νέο πρότυπο για νέα πράγματα. Αλλά η Ρωσία, η οποία δεν είχε καμίαν άλλη σχέση με την αρχαιότητα, ούτε  καμία μνήμη του Ελληνισμού, εισήλθε και εμυήθη με μοναδικόν τρόπο στον κύκλο του Ελληνικού πολιτισμού από το Βυζάντιον.

Αυτός που μελετά τις ρωσικές εικόνες θα ιδεί εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, οι οποίες δεν έχουν κανένα ρωσικό γνώρισμα στα πρόσωπά τους, Αποστόλους ενός τύπου που παραπέμεπει στους ρήτορες και φιλοσόφους  της αρχαιότητος, ενδεδυμένους το ελληνικό ιμάτιο και τον χιτώνα, αλλά και πτερωτούς αγγέλους με διαδήματα στην κόμη τους, ωσάν ελληνορωμαϊκά πνεύματα (Genii) που παρίσταντο σε κάποιον αναθηματικό νικητήριο βωμό. Ο μελετητής της ρωσικής εικονογραφίας θα παρατηρήσει τοπία με χαμηλές οροσειρές, τα οποία  ουδέποτε είδε ή εφαντάσθη κάποιος κάτοικος της τεραστίας και ααχανούς ρωσικής πεδιάδας. Θα παρατηρήσει επίσης ότι οι περισσότερες αρχαίες ρωσικές εικόνες, μέχρι τον 15ον  αιώνα, αντιπροσωπεύουν και αποτυπώνουν κατασκευές εντελώς άγνωστες τότε στην Ρωσία: στήλες, στοές και αίθρια, με υπερκείμενα ερυθρά πετάσματα και πέπλα.

Τέλος, θα ιδει σε όλες τις εικόνες μια χάρη της κινήσεως και της στάσεως των μορφών που υπενθυμίζουν ακριβώς τα αρχαία ανάγλυφα, την ρυθμική αλληλοδιαδοχή των προσώπων στην πομπή της Δεήσεως, την τέλεια ισορροπία των συνθέσεων, επεξεργασμένη και  καθορισμένη από μιαν εξειδικευμένη τέχνη. Όλα αυτά είναι η Βυζαντινή Παράδοση, είναι το πολύτιμο δώρο της Ελλάδος, που μετεδόθη στον ρωσικό λαό με τον Χριστιανισμό. Αυτή η ελληνική τέχνη, υπάρχουσα και δρώσα επί αιώνες εντός του ρωσικού λαού, του οποίου τις ιστορικές περιπέτειες μοιράσθηκε, κλιμακηδόν κατέστη ρωσική τέχνη: Εξέφρασε τις βαθύτερες πεποιθήσεις και περιέλαβε τα κάλλιστα από τα ευαίσθητα και οικεία χαρακτηριστικά της ζωής των Ρώσων. Έγινε ένα αρραγές μέρος αυτού του κόσμου του εξελληνισμένου Χριστιανισμού, ώστε απετέλεσε πλέον εθνική έκφρασή του. Η ρωσική τέχνη απομονωμένη μέχρι τον 15ον  αιώνα από κάθε επιρροή της δυτικής τέχνης και του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, επληρούτο η ίδια με τις εικόνες και τα στοιχεία που είχαν κατορθώσει να την καταστήσουν, από βάρβαρη και απλοϊκή, ένα λαμπερό τμήμα  του μεγάλου ιστορικού κύκλου της Ελλάδος.

Στον 11ον  και στον 12ον  αιώνα, οι άρχοντες, η Αυλή και οι άρχουσες τάξεις ήσαν υπό την άμεσο επιρροή του Βυζαντίου. Από τον 14ον  και 15ον  αιώνα, αυτή η επιρροή μετεφέρθη μάλλον στον τομέα της αναπολήσεως και ως εκ τούτου φιεφυλάχθησαν ζηλοτύπως από την Εκκλησία, η οποία και κατηύθυνε το έργον των ζωγράφων οι οποίοι ήσαν ταγμένοι να την υπηρετήσουν. Διατηρούσα τις παραδόσεις της βυζαντινής τέχνης, η Εκκλησία επέτυχε την διατήρηση της Ελληνικής παραδόσεως, η οποία παρέμεινε παρούσα, ισχυρά και ενεργός στην μνημειακή ζωγραφική.

Όμως, παρά αυτήν την αριστοκρατική τέχνη, η οποία έθετε ένα «άνωθεν» παράδειγμα, μιαν υποδειγματική εκ των άνω κατεύθυνση, η φωνή του λαού ήρχισε να ακούεται ολοέν και εντονότερον. Η επιρροή της λαϊκής τέχνης καθίστατο συνεχώς ισχυροτέρα, εκφράζουσα τις προτιμήσεις, τις ιδέες και τα έθιμα του μέσου απλού ανθρώπου και του χιονόπληκτου Ρώσου αγρότη, ο οποίος με έναν απροσδόκητο τρόπο είχε κληρονομήσει, όχι μόνον τον βυζαντινό χριστιανισμό, αλλά επίσης εικόνες και μορφές προερχόμενες  από τον ειδωλολατρικό κόσμο της μακρινής, «μεσημβρινής», φωτολούστης  Ελλάδος. Δεν είναι υπερβολή να ειπούμε ότι ο ρωσικός λαός υπήρξεν  σε όλη την διάρκεια της ιστορίας του μέχρις και την σύγχρονη περίοδο, ένας λαός εξαιρετικώς προικισμένος εν σχέσει με την καλλιτεχνική και δημιουργική φαντασία της λαϊκής και  υπαιθρίου τέχνης του.

Ο Ρώσος αγρότης πάντοτε αγαπούσε να διακοσμεί το πτωχικό εσωτερικό του σπιτιού του, και κάποτε η ρωσική λαϊκή τέχνη απήλαυσε μια μεγάλη δημοτικότητα στην Ευρώπη. Αρκετοί σύγχρονοι Ευρωπαίοι έχουν ιδεί δείγματα από τα ξυλόγλυπτα με τα οποία ο Ρώσος χωρικός διακοσμούσε το εσωτερικό, αλλά και το εξωτερικό του ξυλίνου οικίσκου του (της «ίζμπας») -τα παράθυρα, τις θύρες, τα καθίσματα κ.λπ-. Θα υπενθυμίσουμε τα υφαντά υλικά, τα φορέματα των γυναικών και τις καλύπτρες της κεφαλής διακοσμημένες με χρυσό, ή τα οικιακά σκεύη τόσον ευφαντάστως διακοσμημένα -γλυπτές ρόκες υφάνσεως, πόρπες, δοχεία και παιχνίδια. Ο Ρώσος χωρικός έδωσε έκφραση στην διακόσμηση όλων αυτών των αντικειμένων, σε όλο αυτήν την γραφικοτάτη λαογραφική παραγωγή, σε μια μεγάλη πρωτοτυπία και αυθεντικότητα της αισθήσεως, μιαν αγάπη σχεδιασμού και ευρέων όγκων από ζωηρά, αρμονικά χρώματα. Έχει αποδείξει ότι υπήρξε ένας πρώτης τάξεως διακοσμητής, ένας διακοσμητής ταλαντούχος, ένας εφευρέτης νέων διακοσμητικών θεμάτων, αλλά και συνδυασμών και εφαρμογών αυτών των θεμάτων.

Πρέπει να δοθεί προσοχή σε αυτό το γεγονός, επειδή μας βοηθά να εξηγήσουμε την Ιστορία της αρχαίας ρωσικής ζωγραφικής. Πρωτίστως μας εξηγεί πως ο ρωσικός λαός ήταν σε θέση να αφομοιώσει τις απόμακρες εικόνες και μορφές της βυζαντινής τέχνης, η οποία με την σειρά της τις είχε δανεισθεί από την ελληνική τέχνη. Βεβαίως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι αυτές οι μορφές και οι εικόνες ουδέποτε εσήμαιναν για τον συνήθη Ρώσο τόσα πολλά, όσα γιά τους Έλληνες αριστουργηματικούς δημιουργούς  του 4ου  και 5ου  αιώνος, στους οποίους αυτά ήταν απλώς η ίδια η πραγματικότης, ή για τους Βυζαντινούς δασκάλους οι οποίοι ήσαν δέσμιοι προς αυτά, από την μακραίωνη παράδοση της φυλής, της γλώσσης και του πολιτισμού τους. Ήταν ευλόγως αδύνατον αυτές οι εικόνες και οι μορφές να είχαν αντιπροσωπευτικό  νόημα για τον μέσο Ρώσο: Γι ‘αυτόν, απλώς απέκτησαν μιαν έννοια αμέσως συμβολική και διακοσμητική.

Οι προαναφερθείσες  εικόνες του Χριστού, της Παναγίας, των Αποστόλων, των Αγίων και των προφητών, η εμφάνισή τους, τα φορέματά τους, οι στάσεις και οι χειρονομίες τους, δεν ήσαν «καθαυτό εργόχειρον» του ρωσικού λαού. Το μόνο που ημπορούσε να κάνει ήταν να τα επαναλάβει πιστώς, να τα αναπαράγει ακριβώς, επιβάλλων εις εαυτόν να μην αλλάξει οποιαδήποτε χαρακτηριστικά τους, σεβόμενος την παραδοσιακή και «ιερά» εμφάνισή τους. Αλλά, την ίδια στιγμή, ευλόγως ο Ρώσος καλλιτέχνης δεν θα ημπορούσε να αυτοπεριορισθεί στον ρόλο ενός απλού αντιγραφέως. Ήταν καταγοητευμένος από αυτήν την τέχνη που τον προμήθευσε με αυτές τις εικόνες, αλλά την ερμήνευσε με τον δικό του τρόπο. Δεν είχε μεν συλλάβει καθόλου καλώς την έννοια του ουσιαστικού μέρους της βυζαντινής ζωγραφικής, δηλαδή, τον ρεαλισμό της, αλλά κατενόησε καλώς, εξετίμησε και ησθάνθη πληρέστατα την διακοσμητική της πλευρά, η οποία ετείριαζε θαυμασίως με τα βαθέως ενριζωμένα ένστικτά του.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 184)

Advertisements