ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟ

Χαίρε βλάστημα, τερπνόν της Χίου, χαίρε καύχημα, των ορθοδόξων, καρτερόψυχε, νέε Δημήτριε, την γαρ αντίχριστον πλάνην εφαύλισας, ένθα του κράτους υπάρχει το φρύαγμα, ως ανέκραζες, Θεόν τον Χριστόν επίσταμαι, δωρούμενον ημίν το μέγα έλεος.

Ο άγιος Δημήτριος καταγόταν από την Χίο, από την συνοικία Παλαιόκαστρο. Οι γονείς του, Αποστόλης και Μαρουλού, ήταν απλοί και ευσεβείς και μεγάλωσαν τα παιδιά τους με πίστη στον Θεό και αγάπη για την πατρίδα. Σε νεαρή ηλικία, ο Δημήτριος, όπως πολλοί νέοι εκείνη την εποχή, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να εργαστεί. Εκεί, δούλεψε δίπλα στον αδερφό του Ζαννή, ο οποίος ήταν έμπορος. Μετά από λίγο καιρό ο Ζαννής παντρεύτηκε και μετά από μερικά χρόνια ο Δημήτριος αρραβωνιάστηκε μια νέα από το Σταυροδρόμι της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συνέβη χωρίς την σύμφωνη γνώμη του αδερφού του, με αποτέλεσμα εκείνος να τον διώξει και από το σπίτι και από την δουλειά.

Απελπισμένος καθώς ήταν χωρίς κατάλυμα και εργασία, θυμήθηκε ότι ένας πλούσιος τούρκος, ο Σείχ – ουλ – Ιμαλήλ όφειλε στον αδελφό του κάποιο ποσό από αγορές υφασμάτων και πήγε στο σπίτι του για να το εισπράξει και να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος. Στο σπίτι του τούρκου βρισκόταν μόνο η κόρη του, η οποία μόλις είδε τον Δημήτριο, που ήταν ένα όμορφο παλικάρι 22 ετών, τον ερωτεύτηκε και προσπάθησε να τον παγιδέψει. Αφού τον κέρασε, κατά την συνήθεια, καφέ και καπνό, τον απείλησε ότι ή θα γινόταν τούρκος και θα την παντρευόταν ή θα του έπαιρναν το κεφάλι. Ο ίδιος ο άγιος σε γράμμα προς τους γονείς του έγραψε: «Τι να κάνω ο δυστυχής; Για να μην πάω αξομολόγητος, ως αμαρτωλός που ήμουν, υποχώρησα και χωρίς να θέλω δέχτηκα την βρωμερή πίστη τους». Θλιβόταν όμως καθημερινά, καθώς συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. Ωστόσο, δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από το τουρκικό σπίτι καθότι τον φύλαγαν μέχρι να συνηθίσει δήθεν την καινούργια του ζωή.

Μετά από δύο μήνες, που οι τούρκοι γιόρταζαν το ραμαζάνι, κατάφερε να δραπετεύσει. Φιλοξενήθηκε σε ένα φιλικό χριστιανικό σπίτι στο Σταυροδρόμι και εξομολογήθηκε σε πνευματικό κλαίγοντας για την αποστασία του. Εκεί, συνάντησε τον αδελφό του, με τον οποίο συμφιλιώθηκε, και έγραψε μια επιστολή στους γονείς του, στην οποία περιέγραφε την μέχρι τότε ζωή του, αλλά και τον πόθο του να μαρτυρήσει για τον Χριστό και την Ελλάδα. Επίσης, τους ζητούσε να τον συγχωρέσουν για την λύπη που τους προξένησε, αλλά και να του δώσουν την ευχή τους για το επερχόμενο μαρτύριο.

Με την βοήθεια του εξομολόγου ξεκίνησε τον πνευματικό του αγώνα με πολλή προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, μετάνοια και πνευματική μελέτη. Αν και είχε θείες αποκαλύψεις σχετικά με το μαρτύριό του, ο πνευματικός προσπάθησε αρχικά να τον αποτρέψει φοβούμενος την ανθρώπινη αδυναμία. Όμως, ο άγιος επέμενε με δάκρυα και αφού δοκιμάστηκε ακόμη περισσότερο, ο ιερέας του διάβασε τις κανονισμένες για την περίσταση ευχές, τον μύρωσε με το Άγιο Μύρο, τον κοινώνησε και του έδωσε την ευχή του.

Στην συνέχεια, παρουσιάστηκε ο Δημήτριος στον τούρκο διοικητή και με θάρρος ομολόγησε ότι κακώς αρνήθηκε την πίστη του και την πατρίδα του. Εκείνος άρχισε να του μιλά πολύ ήρεμα προσπαθώντας να τον μεταπείσει. Βλέποντας ότι ο άγιος δεν έδινε καμιά σημασία στα λόγια του, διέταξε να τον ρίξουν στην φυλακή και να τον δέσουν με αλυσίδες στα πόδια και στο λαιμό και συγχρόνως στο τιμωρητικό ξύλο. Την άλλη μέρα ο καϊμακάμης προσπάθησε πάλι με κολακείες, αλλά και απειλές, να πείσει τον Δημήτριο να επιστρέψει στο ισλάμ. Εκείνος όμως ήταν ανυποχώρητος και τον οδήγησαν ξανά στην φυλακή. Ο καϊμακάμης αιφνιδίως πέθανε και ο Δημήτριος πέρασε για ανάκριση από άλλους τούρκους αξιωματούχους, οι οποίοι αφού ούτε με υποσχέσεις ούτε με φοβέρες, δεν κατάφεραν να κάνουν τον μάρτυρα να αρνηθεί την πίστη του, τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια.

Του έδωσαν πάνω από επτακόσιους ραβδισμούς. Καθώς ήταν ξαπλωμένος, του έβαλαν τα πόδια στο τιμωρητικό ξύλο και έριχναν κάτω από το σώμα του νερό, το οποίο πάγωνε, γιατί ήταν χειμώνας και έκανε φοβερό κρύο, προξενώντας του φρικτή οδύνη. Μέχρι και τούβλα αναμμένα του έβαλαν στο πρόσωπο. Υπέμενε όμως με πολλή καρτερία αλλά και αγαλλίαση, δοξάζοντας τον Θεό. Παρά το γεγονός ότι οι Χιώτες της Κωνσταντινούπολης συγκέντρωσαν χρήματα για την απελευθέρωσή του, ο Δημήτριος παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Μετά από εννέα ημερών βασανιστήρια αποφασίστηκε η εκτέλεσή του. Έτσι, στις 29 Ιανουαρίου του 1802 ο άγιος Δημήτριος αποκεφαλίστηκε σε ηλικία 22 ετών. Το τίμιο λείψανό του ενταφιάσθηκε σε ένα μοναστήρι στο νησί Πρώτη.

ΙΟΥΣΤΙΝΗ Μ.

(Φ. 184)

Advertisements