%cf%87%cf%89%cf%81%ce%af%cf%82-%cf%84%ce%af%cf%84%ce%bb%ce%bf

Περί δούλων και βαρβάρων

(Μέρος Β’)

Οι βάρβαροι δυνάσται της Ανατολής και της Αιγύπτου είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου επί των δούλων τους!

Συγκριτικώς, ο χοιροβοσκός Εύμαιος νοσταλγεί τον απόντα «κύριό» του τον Οδυσσέα:

«ενδυκέως με εφίλει» (μέσα από την ψυχή του με αγαπούσε… και εάν εγύριζε θα μου έδινε «οίκον τε, κλήρον τε, πολυμνήστην τε γυναίκα» και τώρα, που χάθηκε έδωσε λύπες στους φίλους του και πιο πολύ σ’ εμένα («εμοί δε μάλιστα»)!

Όπου κι αν πάω δεν θα βρω τόση φροντίδα, ακόμη κι’ αν γυρίσω στο πατρικό μου σπίτι, στον πατέρα μου και την μάνα μου («είκεν πατρός και μητέρος αύτις ίκωμαι οίκον, όθι πρώτον γενόμην…»). Κατόπιν περιγράφει με πόση στοργή τον εμεγάλωσε μαζί με τα δικά της παιδιά, ως «ψυχογιό», η μητέρα του Οδυσσέως: «αυτή με θρέφεν, άμα κτιμένη θυγατέρα», που ήταν το στερνοπαίδι της. «φιλεί δε με κήροθι μάλλον» (= μ’ αγαπούσε με την καρδιά της, πολύ).

Η αφήγησις του χοιροβοσκού διακόπτεται από την ξαφνική εμφάνιση του Τηλεμάχου, που με λαχτάρα και ανησυχία τον ανέμεναν να γυρίση από τον επικίνδυνο (λόγω της επιβουλής των μνηστήρων) ταξίδι του στην Σπάρτη και την Πύλο.

Ο Εύμαιος σπεύδει να τον καλωσορίση:

«ο δε, αντίος ήλθεν… κύσσε δε μιν (= τον εφίλησε) κεφαλήν και άμφω φάεα (= μάτια) καλά, χειράς τε αμφοτέρας. θαλερόν δε οι (= εις αυτόν) έκπεσε δάκρυ…». Έκλαψε σαν πατέρας, που υποδέχεται το μοναχοπαίδι του, όταν γυρνά από την ξενιτιά μετά από πολλά χρόνια… περιγράφει ο Όμηρος.

«Πάντα κύσεν περιφύς» (και τον φίλησε και τον αγκάλιαζε).

«Ήλθες Τηλέμαχε, γλυκερόν φάος» (Ήλθες Τηλέμαχε, γλυκό μου φως).

Δούλος: εκ του δέω, δένω, οινεί «ο δεμένος», αυτός ο οποίος δεν δύναται να ελεύθη όπου ερά (= να πάη ελευθέρως όπου αγαπά), το αντίθετον του ελευθέρου. Το ρήμα δουλεύω σημαίνει απλώς «είμαι δούλος». Ο ελεύθερος άνθρωπος εργάζεται (παράγει έργον).

δμώς: ο δούλος, ο δαμασθείς εν πολέμω (θηλυκόν: δμωή ή δμωίς).

ετεοδμώς: ο παληός πιστός δούλος. (Ετεός, παλαιός, γνήσιος).

δουλέκδουλος: δούλος εκ δούλου, γεννημένος δούλος.

δουλάριον: νεαρά δούλη, δουλικό.

αμφίδουλος: ο εξ αμφοτέρων των γονέων δούλος.

ανδράποδον: ο δούλος, ως αιχμαλωτισθείς εν πολέμω. (Εκ του ανήρ+πους, επειδή ο νικητής έθετε τον πόδα του επί του πεσμένου κάτω αντιπάλου (είτε αυτός ήτο ζωντανός ή νεκρός), ως ένδειξιν νίκης και κυριαρχίας επί του ηττηθέντος. Π.χ.: «Ο Πάτροκλος του Σαρπηδόνα λαξ (= το πέλμα) εν στήθεσι βαίνων, εκ χροός έλκε δόρυ (= από το δέρμα τράβηξε το δόρυ) (Ε620).

δορυάλωτος: ο δια του δόρατος εν πολέμω αλωθείς.

αιχμάλωτος: αιχμή (= δόρυ) + αλίσκομαι.

δορύκτητος: δόρυ + κτώμαι.

δηιάλωτος: ο εν δηιότητι (= μάχη) αλωθείς.

ληίδιος: o δούλος, συλληφθείς ως λεία πολέμου. (ληίς = λεία).

αλώνητα: τα βάρβαρα ανδράποδα: «άλας διδόντες, ωνούντο ανδράποδα (= έδιναν αλάτι και αγόραζαν δούλους»!!!

νεοπηθής: νεοπαθής, προσφάτως δουλωθείς.

ατμήν ή άτμενος: ο δούλος, εκ του α+τιμή, δηλ. άνευ τιμής, άτιμος.

πενέστης: α. εργάτης β. δούλος (εκ του πένομαι, πένης).

λάτρις: μισθωτός υπηρέτης (εκ του ελατρεύς) «λάτρα σπιτιού».

θέραψ ή θεράπων: ακόλουθος, μισθωτός υπηρέτης, αλλά όχι δούλος, δηλ. θεραπαινίς.

οικέτης: ο δούλος εις την οικίαν.

οικότριψ: ο εν τη οικία διατρίβων, ο θρεπτός, (ο ψυχογιός).

σηκίς: δούλη της οικίας, οικονόμος, θυρωρός (εκ του σηκός = μέρος πρείφρακτον και ιερόν).

μάμμος: οικέτης, ως σεβαστός «παππούλης».

διάκονος: εκ του κονέω = σπεύδω και τρέχω εγείρων κόνιν (= σκόνην), η οποία προέρχεται εκ του κινώ, κίνησις.

προπόλος: προ+πολέω, η προπορευομένη θεραπαινίς.

παις, παίδων: «καλούνται παίδες οι δούλοι, καν ώσι πρεσβύτεροι». Αποκαλούνται παιδιά, ακόμη κι αν είναι μεγαλύτεροι στην ηλικία (π.χ. το παιδί για όλες τις δουλειές).

υπουργός: υπηρέτης, εκ του «υπό-έργος».

«Υπουργός τινός, υπηρέτης εις τίνα».

(Πολύβιος).

(Οι σημερινοί υπουργοί από υπηρέτες του Ελληνικού Λαού έγιναν στυγνοί δυνάστες του!).

Επιπλέον κατά περιοχήν και διάλεκτον εχαρακτηρίζοντο με διάφορα ονόματα:

είλωτες: «Οι Λακεδαιμόνιοι τους δούλους εκ της πόλεως Έλους της Πελοποννήσου (Ησύχιος).

μόθων: «ούτω καλούσι Λακεδαιμόνιοι τον οικογενή δούλον, ον οι Αθηναίοι οικότριβα φασί, μόθωνας, τους παρατρεφομένους παιδίσκους οι Λάκωνες». (Ησύχιος). Εκ του μόθω – το ισπανικόν «mozo” (προφέρεται «μόθο») και σημαίνει παιδί για δουλειές. Εκ του mozo – muchacho (μουτσάτσο). Οι Ιταλοί το παρέλαβαν ως muzzo, εξ ου και το αντιδάνειον «μούτσος»!!!

θης, θήτες: «οι δούλοι εν Κύπρω». (είτε εκ του τίθημι, είτε εκ του θάσσω + κάθομαι).

Κλάριοι: «οι δούλοι εν Κρήτη, διά το κληρωθήναι».

γυμνήται: εις το Άργος.

αποφράση, βολίζη: η δούλη στην Κρήτη.

αποστάτης: ο δραπέτης δούλος.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 185)

 

Advertisements