Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος  ΚΒ΄

Εφ’ όσον διενεργούμε παλαιοανθρωπολογική μελέτη πρέπει να γίνει γνωστό και σαφώς κατανοητό ότι, στο πρώτο μέρος της τελευταίας παγετώδους φάσεως η ανθρωπότης εξεπροσωπήθη στην Ευρώπη από τον άνθρωπο του Νεάντερταλ. Ο άνθρωπος του Νεάντερταλ (Homo neanderthalensis), ή απλώς και συνηθέστερον  «Νεάντερταλ», είναι είδος «ανθρωπίδου»  (το οποίον κατά τινες πιθανολογείται ότι γενετικώς επεβίωσε κατά τι στον Σύγχρονο Άνθρωπο)  εμφανισθέν 200.000-250.000 πριν χρόνια και ολοκληρωτικώς αφανισθέν πριν 41.000-39.000 χρόνια. Η ονομασία του προήλθεν από την κοιλάδα Νεάντερταλ της Γερμανίας, όπου ανεκαλύφθησαν το 1856 από ανθρακωρύχους εργάτες μέσα στο σπήλαιον Φελιτχόφερ ένα απολιθωμένο κρανίο και μερικά οστά ανθρώπινου σκελετού, των οποίων τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά δεν έμοιαζαν με τα χαρακτηριστικά καμιάς σύγχρονης ανθρώπινης φυλής και τα οποία απεδόθησαν στο συγκεκριμένο είδος. (Η κοιλάς Νεάντερταλ / Neandertal ευρίσκεται στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βορείου Ρηνανίας-Βεστφαλίας, 12 χιλιόμετρα ανατολικώς του Ντίσελντορφ. Η κοιλάς αυτή του ποταμού Ντίσελ, παραποτάμου του Ρήνου, ονομάσθηκε προς τιμήν του θεολόγου Γιόακιμ Νεάντερ /Joachim Neander. που έζησε τον 17ον αιώνα στην περιοχή. Στο επώνυμο Neander προσετέθη η κατάληξη -thal που σημαίνει γερμανιστί «κοιλάς» και η οποία μετεβλήθη το 1901 σε tal.). Τα ευρήματα των ανθρακωρύχων παρεδόθησαν στον Γερμανό φυσιοδίφη Γιόχαν Κάρλ Φούλροτ (Johann Carl Fuhlrott), ο οποίος εξέφρασε αμέσως και απεριφράστως την άποψη ότι επρόκειτο για απολιθωμένο σκελετό προϊστορικού ανθρώπου. Άλλοι μελετητές της εποχής δεν συνεφώνησαν και έδωσαν διάφορες εξηγήσεις για την ιδιοτυπία των μορφολογικών χαρακτηριστικών των οστών. Την εποχήν εκείνη η θεωρία της εξελίξεως ήταν ακόμη άγνωστος, καθώς ο πολύς Κάρολος Δαρβίνος εδημοσίευσεν το σύγγραμμά του περί της καταγωγής των ειδών μετά από δύο χρόνια. Έτσι, το 1857, όταν ο Φούλροτ πρωτεπαρουσίασε το πόρισμά του, οι συνάδελφοι του δεν το απεδέχθησαν και τον εμυκτήρισαν για την άποψή του, ώστε ο Φούλροτ εξεφράσθη με μεγάλη απογοήτευση για την στάση τους αυτή.

Όμως, κατοπινές αναλύσεις οστών του ίδιου τύπου επαλήθευσαν πλήρως την άποψή του και ο εν λόγω προϊστορικός άνθρωπος ονομάσθηκε συμφώνως προς τον τόπο της ανακαλύψεώς του, ενώ ο Φούλροτ εκαθιερώθη ως ο πρωτοπόρος της παλαιοανθρωπολογίας. Επειδή τα οστά του σκελετού του Νεάντερταλ ήσαν χονδρά επροτάθη και η ονομασία «Homo primigenus» («Πρωτογενής Άνθρωπος»). Σήμερον η ονομασία Νεάντερταλ είναι γενικευμένη και αναφέρεται σε όλους τους πρωτογόνους ανθρώπους που ενεφανίσθησαν στον πλανήτη μας προ εκατό έως διακοσίων χιλιάδων ετών.

Αργότερον, παρόμοιοι σκελετοί ευρέθησαν σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής, απεδείχθη δε ότι οι σκελετοί αυτοί ανήκαν σε μίαν ιδιαιτέραν ομάδα ανθρώπων η οποία διέφερε σαφώς από την ομάδα του Έμφρονος Ανθρώπου στην οποία ανήκουν οι σύγχρονοι άνθρωποι.

Ο Νεάντερταλ ήταν βραχύσωμος εν σχέσει προς το πλείστον των συγχρόνων ανθρώπων, αλλά ρωμαλέας διαπλάσεως. Τεράστια υπερόφρυα τόξα ηνούντο μεταξύ τους ύπερθεν της ρινός, το μέτωπο ήταν πολύ χαμηλό και κεκλιμένο. Το κρανίον ήταν μάλλον μακρό κατ’ αναλογίαν προς το εύρος του, κάπως πλατύ στην κορυφή, και περιέργως πεπλατυσμένο εκ των άνω και κάτω στην ινιακή περιοχή, έτσι ώστε σχεδόν έμοιαζε σε μορφή με τον κρώβυλο (την «σινιόν») της γυναικείας κόμης. Το μαζικόν οστούν της κάθε πλευράς της άνω γνάθου εξετείνετο προς τα εμπρός σε μια μεγάλη προσεκβολή (απόφυση) η οποία ωθούσε το προ αυτής ρινικό οστούν, έτσι ώστε η ρις προέβαλε φαινομένη τεραστία. Το ινιακό («μείζον») τρήμα ευρίσκετο μάλλον πολύ οπίσω. Η κοιλότης του κρανίου ήταν μεγάλη, αλλά εκμαγεία του νευροκρανίου (της κρανιακής θήκης του εγκεφάλου) δεικνύουν ότι οι μετωπιαίοι λοβοί ήσαν μικροί και οι περιελίξεις της εγκεφαλικής επιφανείας κάπως πρωτόγονες σε διάταξη. Η κάτω γνάθος έκλινε κατωφερώς έτσι ώστε μόλις και μετά βίας να ημπορεί κανείς να ομιλήσει για έναν στοιχειώδη πώγωνα. Οι πόδες του ήσαν μικροί σε σχέση με το συνολικόν του  ανάστημα.

Στα τελευταία έτη υπήρξε κάποια τάση ελαχιστοποιήσεως των χαρακτηριστικών που διακρίνουν την ανατομία του Νεάντερταλ από εκείνην του συγχρόνου ανθρώπου. Ευλόγως και η τάση αυτή κρίνεται και αξιολογείται με βάση τα εκάστοτε υπάρχοντα δεδομένα. Εκτός των μακροσκοπικών αδρών δεδομένων που εξετέθησαν ανωτέρω, ο νεαντερντάλειος άνθρωπος ενεφάνιζε πρόδηλες διαφορές στους κάτω γομφίους του εν συγκρίσει προς τον Έμφρονα. Πολλές αυθεντίες της ανθρωπολογίας τoν έκριναν δικαίως ως κεχωρισμένο  παλαιο-ανθρωπολογικό είδος και η ευρωπαϊκή του φυλή ονομάσθηκε από μερικούς «Νεαντερντάλιος πρωτοευρωπαίος άνθρωπος» («Homo neanderthalensis, proto-europaeus»).

Ο Νεάντερταλ αντεκατεστάθη στην Ευρώπη κατά την υστάτη παγετώδη περίοδο από τον «Έμφρονα Άνθρωπο» του Κρο Μανιόν (Cromagnon), ονομασθέντα έτσι από μια τοποθεσία  στην Ντορντόν (Dordogne) της Νοτόυ Κεντρικής Γαλλίας, όπου ανευρέθησαν τα σκελετικά υπολείμματα πέντε ανθρώπων αυτού του τύπου. Κατά πόσον συνυπήρχαν οι «κρομανίδες» αυτοί με τον άνθρωπο του Νεάντερνταλ δεν είναι πλήρως επιβεβαιωμένο, ενώ πολλοί εικάζουν ότι ο δεύτερος εξηφανίσθη προ της αφίξεως των αντιπάλων του. Επειδή, όμως, υπάρχουν «νεαντερταλοειδή» χαρακτηριστικά σε ορισμένες πρώιμες μορφές του Έμφρονος Ανθρώπου, μερικές αυθεντίες φρονούν ότι υπήρξε αλληλοεπικάλυψη στον χρόνο, καθώς και κάποιος υβριδισμός. Αν όντως συμβαίνει αυτό, ο άνθρωπος του Νεάντερταλ ημπορεί δυσκόλως να θεωρηθεί ως ένα κεχωρισμένο είδος.

Πολύ αξιοπερίεργα δεδομένα αποκαλύπτονται όταν στρέψουμε την προσοχή μας στα «νεαντερταλοειδή» κατάλοιπα  από τα μέσα της Πλειστοκαίνου, τα οποία ανευρέθησαν στο όρος Καρμέλ, νοτίως της Χάϊφα στο Ισραήλ, καθώς και σε άλλα μέρη της Παλαιστίνης. Ένας αξιοσημείωτος αριθμός μάλλον καλώς διατηρημένων δειγμάτων έχει μελετηθεί με μεγάλη λεπτομέρεια από δύο Καθηγητές Ανθρωπολογίας, τον Αμερικανό Theodore Doney McCown,  (1908-1969) στο Πανεπιστήμιον του Berkley και τον Σκώτο Sir Artur Keith (1866-1955), στο Πανεπιστήμιον του Aberdeen. Οι άνθρωποι οι οποίοι έζων στην περιοχήν αυτή κατά την περίοδο εκείνη ποικίλουν εντυπωσιακώς ως προς την διάπλασή τους, ορισμένοι εξ αυτών εγγίζοντες τα όρια προς τον Νεάντερταλ, άλλοι προς τον τύπο του πρωίμου Έμφρονος, άλλοι πάλιν εμφανίζονται δομικώς ενδιάμεσοι. Προετάθη από τον διάσημο και σπουδαίον Αμερικανό ανθρωπολόγο Carleton Stevens Coon ότι η εξήγηση θα ημπορούσε να είναι υβριδοποίηση μεταξύ Νεάντερταλ και Έμφρονος.

Η άποψη αυτή υπεστηρίχθη σθεναρώς από τον επίσης διάσημον Αμερικανό εξελικτικό βιολόγο και γενετιστή Θεοδόσιο Ντομπζάνσκυ (Theodosius Dobzhansky), μιαν αυθεντία  επί της προελεύσεως των ειδών και των φυλών. Δεδομένου ότι ο άνθρωπος του Νεάντερταλ διαφέρει περισσότερον εντόνως από οιανδήποτε των σήμερον ζωσών φυλών των ανθρώπων, απ’ ότι διαφέρουν μεταξύ τους οποιεσδήποτε από αυτές τις φυλές, προκύπτει ότι, αν επήλθεν υβριδοποίηση, οι πρωτόγονοι άνδρες και γυναίκες δεν είχαν επιδείξει (σε εκείνο τον τόπο και εκείνη την περίοδο) μιαν ισχυρά αποστροφή κατά της ακραίας διαφοράς στους σεξουαλικούς συντρόφους.

Οι McCown και Keith είχαν προβληματισθεί ιδιαιτέρως σοβαρά σχετικώς με την πιθανότητα υβριδισμού και την απέρριψαν. Αν είχε συμβεί υβριδισμός, πρέπει να υποθέσουμε ότι υπήρχε ήδη στην Παλαιστίνη εκείνη την εποχή (την περίοδο του Λεβαλουά – Μουστιαίου πολιτισμού  των αρχαιολόγων) μια πλήρως αναπτυγμένη μορφή του ανθρώπου του Νεάντερταλ, αλλά συνάμα και μια πλήρως αναπτυγμένη μορφή του Έμφρονος Ανθρώπου. Όμως ουδεμία  απόδειξη υπάρχει περί αυτού. Στο βιβλίο τους «Απολιθωμένοι άνθρωποι- Στοιχεία της Ανθρωπίνης Παλαιοντολογίας», («Les hommes fossiles, ιlιments de palιontologie humaine», 1946), οι Γάλλοι Μαρσελίν Μπουλ  (Marcellin Boule, 1861-1942) – παλαιοντολόγος και Ανρί Βικτόρ Βαλουά (Henri Victor Vallois, 1889-1981) – ανθρωπολόγος συμφωνούν με τους McCown και Keith, απορρίπτοντες την πιθανότητα ότι ο άνθρωπος της Παλαιστίνης ήταν ένα υβρίδιο. Το θέμα δεν ημπορεί να θεωρηθεί ως απολύτως διευθετηθέν, αλλά εφ’ όσον θα προκύπτουν νέα δεδομένα, θα είμεθα σε θέση να σχηματίσουμε μια καλυτέρα εκτίμηση των «διεθνικών» – «διαφυλετικών» σχέσεων του πρωίμου ανθρώπου. Είναι πιθανότερον ότι νέες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες (taxa) εξελίσσοντο ταχύτατα στην Παλαιστίνη κατά την υπό εξέταση περίοδο, ότι δηλαδή υπήρχε μια ευρεία διακλάδωση του εξελικτικού δέντρου, παρά ότι υφίστατο απλώς ένας μεταμοσχευτικός εμβολιασμός του με κάποιους πρότερον διαχωρισθέντες κλάδους.

Η αντανάκλαση μιας και μόνον ιστορικής στιγμής καταδεικνύει ότι η μεγάλη πλειοψηφία των απομεμακρυσμένων προγόνων του ανθρώπου ημπορεί να είχε μόνον μιαν αμυδρά ιδέα, ή ακόμη και καθόλου αντίληψη, σχετικώς με τις φυσικές διαφορές μεταξύ των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων του ανθρώπου. Ακόμη και σήμερον, με την τεραστία αύξηση του παγκοσμίου πληθυσμού και την ευκολία του πλανητικού ταξιδίου, φαίνεται βέβαιον ότι μόνον μια μικρά μειονότης των ιστορικώς «εμπείρων» περί την παγκόσμιο γεωγραφία κατοίκων της πάλαι κοσμοκράτειρας Μεγάλης Βρετανίας έχει ποτέ ιδεί έναν Βουσμάνο (Σανίδειο-Sanid ανθρώπινο τύπο) ή έναν Οττεντότο (Κοϊτικό – Khoid ανθρώπινο τύπο), ενώ πρέπει να υπάρχουν πάρα πολλοί Λευκοί Ευρωπαίοι και Αυστραλοί Αβορίγινες στην Αυστραλία που δεν έχουν ιδεί ποτέ τους έναν Αφρικανό Νεγρίδη.

Ο πληθυσμός ηυξήθη σταδιακώς στους νεολιθικούς χρόνους, καθώς η γνώση της γεωργίας ήρχισε να επεκτείνεται σε ολόκληρον τον κόσμο και στην συνέχεια οι ανρώπινες υποφυλές πρέπει να έτειναν να συναντώνται συχνότερον απ’ ότι οι αρχέγονες μεγάλες φυλές. Αλλά υπήρχαν ορισμένες ευρείες περιοχές όπου οι φυλές εσυναντώντο και ήρχοντο σε επαφή, υβριδοποιούμενες σε κάποιον βαθμό η μία με την άλλη. Στις περιπτώσεις αυτές, οι προκύπτοντες υβριδικοί λαοί ήσαν συνήθως όχι ακριβώς ανθρωπολογικώς ενδιάμεσοι, επειδή η πλειοψηφία των προγόνων της μερικώς υβριδικής ομάδος ανήκε σε μίαν από τις δύο φυλές.

Ένα εύληπτο παράδειγμα παρέχεται από τους Τουρανίδες πληθυσμούς των περιοχών βορείως του Ιράν, του Αφγανιστάν και του Πακιστάν. Αυτοί οι άνθρωποι είναι υβρίδια μεταξύ Ευρωπιδών και Μογγολιδών, αλλά το πρώτο είδος προφανώς εκυριάρχει, πιθανώς επειδή τα αρχικά υβρίδια έτειναν να διασταυρώνονται Ευρωπίδες συχνότερον απ’ ότι με Μογγολίδες. Οι Τουρανίδες λοιπόν θεωρούνται ως μια υποφυλή των Ευρωπιδών, ως ένα «μερικώς σταθεροποιημένο υβρίδιο» και χαρακτηρίζονται από την κατοχή ορισμένων μογγολοειδών χαρακτηριστικών στο σώμα τους.

Ομοίως, οι Αιθιοπίδες της Αιθιοπίας και αλλού (όπως οι Γκάλα / Galla και άλλες φυλές) είναι σχεδόν βέβαιον ότι αποτελούν υβρίδια μεταξύ Ευρωπιδών με κάποια νεγριδική πρόσμιξη, αλλά ορισμένες αυθεντίες τους θεωρούν Νεγρίδες με ευρωπιδική πρόσμιξη. Υπάρχει ωστόσον μικρά πιθανότης, ότι, οι Αιθιοπίδες είναι απόγονοι μιας αρχεγόνου ομάδος από την οποίαν προέρχονται τόσον οι Ευρωπίδες όσον και οι Νεγρίδες. Υπάρχουν μάλιστα αρκετές φυλές συνήθως ομαδοποιούμενες ως «Νειλο-Χαμίτες», επειδή υποτίθεται ότι έχουν ως προγόνους τους Νειλωτικούς Νεγρίδες και Αιθιοπικούς Ευρωπίδες. Αλλά πιθανώς οι διαφορετικές φυλές προήλθαν από διαφορετικές νεγριδικές υποφυλές ή / και διαφορετικές ευρωπιδικές υποφυλές, οπότε αν έτσι συνέβη, η ομαδοποίησή τους υπό  ένα ενιαίο όνομα είναι σφαλερά και παραπλανητική, διότι δεν αντικατοπτρίζει πράγματι  μια κοινή καταγωγή.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 185)

Advertisements