Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ  ΙΓ’

Το ουσιώδες είδος του ρωσικού εικονοστασίου παρέμεινε αμετάβλητο στους 16ο  και 17ο  αιώνες, αλλά το ίδιο το ύφος των εικόνων υπέστη σημαντικές τροποποιήσεις. Η βυζαντινή παράδοση κατέστη ολοέν και ολιγότερον αισθητή και η ρωσική ζωγραφική, καταλιπούσα ανεπηρέαστος και ενδεστραμένη προς εαυτήν, απώλεσε τον εύμορφο μνημειακό χαρακτήρα της, την λυγηρότητα των μορφών, τον ρυθμό των γραμμών, την καθαρότητα και την αρμονία του χρωματισμού. Όλως πανομοιοτύπως, δεν ημπορεί να ειπωθεί ότι η τέχνη των 16ου  και 17ου  αιώνων εστερείτο τις ιδικές της ιδιότητες, ιδιαιτέρως από ιστορικήν άποψη. Μάλιστα  ίσως είχε ακόμη περισσότερον εθνικό χαρακτήρα από εκείνην του 15ου  ή  του 14ου  αιώνος. Η ρωσική τέχνη του 16ου αιώνος, είναι όλο και περισσότερον διαποτισμένη με τις προτιμήσεις και την νοοτροπία των ανθρώπων. Ο Ρώσος αρχιτεχνίτης – διδάσκαλος της τέχνης, κατά τους χρόνους των Τσάρων της Μόσχας έσπευσε να απαλλάξει τον εαυτό του πρωτίστως από την παρουσία του ελληνικού και ελληνιστικού τοπίου, το οποίον πάντοτε είχεν υπάρξει ακατανόητο σε αυτόν.

Ήδη, κατά την έναρξη του 15ου αιώνος, τα παραδοσιακά μικρά βουνά είχαν πλέον γίνει απλώς διακοσμητικά στοιχεία, χωρίς την παραμικρά ομοιότητα της αντιπροσωπευτικής τους χωρικής και συμβολικής αξίας. Η ελληνιστική αρχιτεκτονική με τις στοές και τα αίθριά της, παντελώς ακατανόητη στους Ρώσους, αντεκατεστάθη από την περιρρέουσα πραγματικότητα των ρωσικών ναών με τους τρούλους τους. Οι λευκοί τοίχοι αυτών των εκκλησιών και οι αρχιτεκτονικές γραμμές τους παρείχαν  ένα νέο διακοσμητικό μοτίβο για ρωσικές εικόνες.

Κατά την ίδια περίοδο, πολλές εικόνες αντιπροσωπεύουν διαφόρους Ρώσους Αγίους και επεισόδια από την ζωή τους : Την μορφή και ποικίλα στιγμιότυπα της ζωής του Αγίου Σεργίου του Ραντονέζ, του Αγίου Κυρίλλου του Μπελοζέρσκ, του Αγίου Βαρλαάμ του Χουτύν, του Αγίου Λεοντίου του Ροστόφ και πολλών άλλων, οι οποίοι παρείχαν  θέματα για τους Ρώσους αγιογράφους τα οποία μετά βεβαιότητος δεν εκληροδότησε σε αυτούς η βυζαντινή τέχνη. Τέτοιες εικόνες επέτρεψαν την ανάπτυξη των ταλάντων τα οποία κατείχαν πάντοτε οι άνθρωποι, παντού και σε μεγάλο βαθμό, για τον λαϊκό  μύθο και την ανεπιτήδευτη λαογραφική παραγωγή. Απεικονίζων την ζωή των Ρώσων αγίων, ο καλλιτέχνης διεπίστωσε ότι είναι απαραίτητο να αναπαράγει επίσης, όλα αυτά που τον περιέβαλαν, έτσι ώστε οι ανθρώπινοι τύποι, ο ρουχισμός, οι ναοί και το συνολικό τοπίο, όλα ήσαν ρωσικά.

Μερικές από αυτές τις εικόνες, που χρονολογούνται από την περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο ενός αγίου,  φέρουν επίσης μιαν ικανή ομοιότητα με το πρωτότυπο. Ιδιαιτέρως κατά το δεύτερο ήμισυ του 16ου αιώνος, κατά την ηγεμονία του Ιβάν του Τρομερού και του Μπορίς Γκοντούνωφ, η αγιογραφία ευρίσκεται όλο και περισσότερον περιέχουσα τα χαρακτηριστικά της λαϊκής υπαιθρίας και θέματα δανεισμένα από την πραγματική ζωή. Ο Ρώσος καλλιτέχνης, ήταν ένας άνθρωπος του λαού, που χρησιμοποιούσε αυτά τα στοιχεία για τις διακοσμητικές συνθέσεις του. Στο τέλος αυτού, και στις αρχές του επομένου αιώνος, έγιναν προσπάθειες για να τελειοποιηθεί η τέχνη της αγιογραφίας, και εστήθησαν αριστοκρατικά εργαστήρια. Σε αυτά εργάσθηκαν οι επίσημοι καλλιτέχνες των Τσάρων και εκείνοι που είχαν προσληφθεί από πλούσια άτομα, όπως η αριστοκρατική οικογένεια  των  μυθωδώς παμπλούτων εμπόρων Στρογκανώφ (ή Στρογγονώφ). Μάλιστα ως «Σχολή των Στρογγανώφ» (Строгановская школа) ορίζεται κατά παραδοχήν η τελευταία μεγάλη σχολή Ρώσων αγιογράφων (Γεμελιάν Μοσκβίτιν, Στεφάν Παχίρυα, Προκόπυ Τσίριν, Ιστόμα Ναζάρυ και Νικηφόρ Σαβίνυ) που άνθισε με την οικογένεια ως προστάτη της.

Τα έργα τέχνης της «Σχολής των Στρογγανώφ» έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, όπως το μικρό μέγεθος εξαισίας μικρογραφίας, εκλεπτυσμένη χρωματική κλίμακα («παλέτα»), επιτυγχανομένη κυρίως με ενδιάμεσες αποχρώσεις χρυσού και αργυρού, πυκνότητα στρωμάτων χρώματος, γραφική ακρίβεια των στοιχείων, εύθραυστη αν και κάπως επιτηδευμένη λεπτότητα των στάσεων και χειρονομιών των παρισταμένων χαρακτήρων, πλούτο των αμφίων τους και περίπλοκη φαντασία στο  τοπίον του υποστρώματος.

Αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην εμφάνιση ενός ορισμένου αριθμού των εικόνων που χαρακτηρίζεται από εξαιρετικώς προσεκτική εργασία, καθώ και στην δημιουργία της μικρογραφικής εικόνος, πολύ λεπτοδουλευμένης και πλουσίως πλαισιωμένης με χρυσό. Αλλά το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών δεν ήταν να δώσει νέα ζωή ή νέους πόρους στην τέχνη, ούτε και να εξασαφαλίσει την ισορροπία της κατά την «πολιτιστική επίθεση» των δυτικών επιρροών, οι οποίες ήρχισαν να κυκλοφορούν στη Ρωσία κατά την διάρκεια της βασιλείας του Τσάρου Αλεξέϊ Μιχαήλοβιτς Ρομανώφ στα μέσα του 17ου  αιώνος.

[Ο αξιομνημόνευτος Αλεξέϊ Μιχάηλοβιτς (1629 – 1676) υπήρξε Τσάρος της Ρωσίας από το 1645 έως το θάνατό του το 1676. Είναι ο δεύτερος της δυναστείας των Ρομανώφ η οποία εκυβέρνησε την χώρα έως το 1917. Παρά τον σύντομο βίο του, υπήρξε πρωταγωνιστής σε κάποια από τα σημαντικότερα γεγονότα της ρωσικής ιστορίας, με κορυφαίο την προσάρτηση της Ουκρανίας : Aπεδέχθη την πρόσκληση του Κοζάκου πολεμάρχου Μπογκντάν Χμελνίτσκι, (απηνούς διώκτη των Ιουδαίων), να θέσει την ουκρανική εξέγερση υπό την προστασία του και προέβη στην ίδρυση του «Κοζακικού Χετμανάτου», ενός προτεκτοράτου που κατελάμβανε ολόκληρη την Ουκρανία ανατολικώς του Δνειπέρου και αποτελούσε ουσιαστικώς  ρωσικόν έδαφος.

Το 1649 ανεθεώρησε τον Νομικό Κώδικα του Ιβάν του Τρομερού επί το συντηρητικότερον, εξομοιώσας τους χωρικούς και τους σκλάβους σε κληρονομικό και αμετάβλητο καθεστώς «δουλοπαροίκου», μετατρέπων τον λαό σε ιδιοκτησία κάποιου γαιοκτήμονος! Η απολυταρχική ιδεολογία του Αλεξίου καταφαίνεται στην αντιμετώπιση του αποκεφαλισμού του Καρόλου Α΄ της Αγγλίας από τους «Κοινοβουλευτικούς» του Κρόμγουελ: Διέκοψε αμέσως τις διπλωματικές σχέσεις με την Αγγλία, προσέφερε άσυλο στους μοναρχικούς φυγάδες και υπεστήριξε οικονομικώς την Ενριέτα Μαρία, «χήρα αυτού του ένδοξου μάρτυρος».]

Διάφορα χαρακτικά και η έντυπη και εικονογραφημένη  Βίβλος ήσαν οι προάγγελοι της τάσεως επεκτάσεως και διασποράς των δυτικών επιρροών, ενώ στις πολυάριθμες εκκλησίες του Γιαροσλάβλ, που χρονολογούνται από το δεύτερον ήμισυ του 17ου αιώνος, ημπορούμε να ιδούμε ζωγραφικά έργα εμπνευσμένα από την ολλανδική Βίβλο του Piscator. Όμως ένα πράγματι ενδιαφέρον χαρακτηριστικό είναι ότι, οι Ρώσοι διδάσκαλοι προσέδωσαν σε αυτά τα θέματα, τα δανεικά από την Δύση, μιαν καθαρώς διακοσμητική ερμηνεία, φωτεινή στα χρώματα και διασκεδαστική στο σχέδιό τους, ακολουθούντες το ύφος της «αγροτικής» διακοσμητικής τέχνης. Με την πλήρη εξαφάνιση της βυζαντινής παραδόσεως, η λαϊκή τέχνη παρέμεινε η μόνη ζώσα πηγή της διακοσμήσεως των ναών. Αλλά, στο τέλος του 17ου  αιώνος η τέχνη αυτή ήλθεν επίσης  στο τέλος της, καθώς οι ευρωπαϊκές επιρροές εξηπλώθησαν ταχύτατα επάνω σε ολόκληρη την Ρωσία. Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου η ρωσική τέχνη εισέρχεται σε μια νέα ιστορική περίοδο και λαμβάνει την θέση της στην περαιτέρω ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Κατά την ίδια περίοδο, η ρωσική τέχνη απεμακρύνθη από τον ελληνιστικό πολιτισμό, (προς τον οποίον την είχε τόσον εντόνως και παραδόξως προσκολλήσει το Βυζάντιον από τον 11ον  αιώνα παρά τις φυσικές συνθήκες και το ύφος ζωής του ρωσικού λαού), ώστε ο πολιτισμός αυτός να διαμορφώσει εν μέρει και το πρόσωπο της μελλοντικής αναπτύξεως αυτής της τέχνης.

Έχει καταδειχθεί ότι αυτή η τεχνητή ένωση ήταν, σε αντίθεση με τα ένστικτα και την φύση των ανθρώπων, χαρακτηριστικά τα  οποία σταδιακώς μετεφέρθησαν στον κορμό της τέχνης και οδήγησαν στην εξάλειψη των ελληνιστικών μορφών και εικόνων που αυτή εκληρονόμησε από το Βυζάντιον. Και όμως αυτές οι μορφές και οι εικόνες υπήρξαν επί πάρα πολύ καιρό ένα αυθεντικό μέρος της ζωής του ρωσικού λαού, κατέστησαν δε τόσον καλώς εδραιωμένες στην συνείδηση του ώστε είναι αναπόσπαστο μέρος της πνευματικής ιδιοκτησίας της Ρωσίας. Ο Ρωσικός Χριστιανισμός ήταν πάντα στην εξωτερική του όψη ένας «εξελληνισμένος Χριστιανισμός». Αυτός υπήρξεν  ο τρόπος με τον οποίον η Ρωσία συμμετείχε στους μεγάλους πολιτισμούς της αρχαιότητος. Η Ρωσία δεν εβίωσε  την Αναγέννηση, ούτε, δυστυχώς, τον γόνιμο ενθουσιασμό των γενεών που εξέθαψαν από την γη αρχαία αγάλματα και ενεπνεύσθησαν την φιλοφοξία να διαβάσουν τα ελληνικά χειρόγραφα. Αλλά όσον η βυζαντινή παράδοση διετηρήθη στη ρωσική τέχνη του Μεσαίωνος, η ηχώ του ελληνικού κόσμου συνέχισε να ακούεται ευκρινέστατα στο νου και στην ψυχή του ρωσικού λαού.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 186)

Advertisements