Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΓ΄

Εχουν παρουσιασθεί επαρκή και άρτια παραδείγματα για να καταδείξουν ότι ανθρώπινες υποφυλές – αλλά μερικές φορές ακόμη και φυλές – υβριδοποιούνται, εφόσον συναντώνται και συνυπάρχουν γεωγραφικώς, πράγματι δε αυτό συμβαίνει σχεδόν αυτονοήτως. Διότι εάν η σεξουαλική αποστροφή εναντίον γάμων ενδοϋποφυλετικού και διαφυλετικού τύπου  ήταν πλήρης, ένα σύνολον πληθυσμιακών γονιδίων ουδεμίαν θα είχε πιθανότητα συγχρωτισμού και αναμείξεως με κάποιο άλλο, οι δε εθνοτικές ταξινομικές ομάδες (taxa) θα ήσαν «είδη» κατά τον κοινώς και ευρέως  αποδεκτό ορισμό αυτών. (Στην επιστήμη της βιολογίας, ο όρος «είδος» χαρακτηρίζει μίαν από τις βασικές μονάδες βιοποικιλότητος, δηλαδή ένα σύνολον οργανισμών, οι οποίοι ομοιάζουν τόσον ώστε να ημπορούν αυθορμήτως να προσδιορίζονται και να καταχωρούνται με το αυτό όνομα. Το είδος αποτελεί την πρώτη βαθμίδα ταξινομήσεως των εμβίων όντων. Ένα είδος ή και περισσότερα προσδιορίζουν ένα συγκεκριμένο ταξινομικό γένος. Γενικότερον και αφαιρετικώς, είδος ονομάζουμε εκείνην την ομάδα οργανισμών οι οποίοι ημπορούν να ζευγαρώσουν δίδοντες γονίμους απογόνους). Ατυχώς δεν ημπορεί κατά το δέον να τονισθεί και να αποδοθεί όσον εντόνως αρμόζει, η φυσική αλήθεια ότι, οι πιθανότητες του ενδοϋποφυλετικού και διαφυλετικού υβριδισμού μακράν απέχουν βεβαίως από την αναγωγή τους σε μιαν ανυπαρξία τάχα των υποφυλών και φυλών, διότι αυτός τούτος ο υβριδισμός στην πραγματικότητα είναι ακριβώς το κατ’ εξοχήν «εκ των ων ουκ άνευ» στοιχείον της αδιαμφισβητήτου πραγματικότητος αυτών των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων.

Ωστόσον, μερικές φορές εκδηλώνονται έντονα συναισθήματα εναντίον του ενδοϋποφυλετικού και διαφυλετικού υβριδισμού. Όταν πληθυσμοί από Νορδινδίδες (ή κατά τινες ερευνητές «Ινδο-Αφγανούς») περί το 1500 π. Χ. και ένθεν ήρχισαν να διεισδύουν στην ινδικήν υποήπειρο από τα βόρειο-δυτικά και ήλθαν σε επαφή με διαφόρους λαούς που διέφεραν από αυτούς στα φυσικά χαρακτηριστικά, καθώς και στον πολιτισμό, εστήθησαν κοινωνικές φραγές και  εμπόδια ενάντια στον ελεύθερο υβριδισμό και σταδιακώς προέκυψε, εξελίχθηκε και επαγιώθη το σύστημα της «κάστας». Αυτό ήταν ίσως το πλέον περίτεχνο και αποτελεσματικό φράγμα εναντίον της αναμείξεως συνεχομένων εθνοτικών ταξινομικών ομάδων το οποίον έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος. Περί της εξόχως ενδιαφερούσης μετακινήσεως των προρρηθέντων πληθυσμών θα επανέλθουμε διασαφηστικότερον εν ευθέτω.

Η Παλαιστίνη είναι μια περιοχή από την οποίαν έχουμε ιστορικά στοιχεία περί της υβριδοποιήσεως των ανθρωπίνων πληθυσμών και περί των μέτρων τα οποία είχαν ληφθεί για να την αποτρέψουν. Δυστυχώς δεν έχουμε επαρκή ή και πλήρως αξιόπιστα στοιχεία σχετικώς με την διάπλαση των λαών στους οποίους αφορά αυτή η υβριδοποίηση, αν και έχουμε τα ονόματα που προορίζονται για την ταυτοποίησή τους. Στην Παλαιά Διαθήκη της Αγίας Γραφής παρουσιάζονται τρείς ευρείες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες οι οποίες πλασματικώς και παραδόξως υποτίθεται πως έχουν εκπηδήσει από τους τρεις υιούς του Νώε [«Γένεσις», Κεφάλαιον Θ’:18 «Ήσαν δε οι υιοί Νώε, οι εξελθόντες εκ της κιβωτού, Σημ, Χαμ, Ιάφεθ» – Κεφάλαιον Ι’ περί των απογόνων τους]. Θεωρείται γενικώς αποδεκτόν ότι οι δήθεν απόγονοι του Σημ ήσαν οι «Σημίτες», αλλά δυστυχώς αυτό δεν μας προσφέρει περισσότερον ακριβή και εκτενή δεδομένα, διότι δεν γνωρίζουμε πράγματι ποιοι θα ημπορούσαν να είναι οι Σημίτες. Ενδεχομένως εννοούνται οι «Οριενταλίδες» («Άραβες»). Ενδεχομένως οι Αρμενίδες, οι οποίοι είναι φυσικώς – ανθρωπολογικώς  πολύ διαφορετικοί των προηγουμένων. Ενδεχομένως εννοούνται και οι δύο τους, ομού μετά των υβριδίων τους. Ωστόσον έχει υποστηριχθεί από μερικούς επιστήμονες ότι, υπήρχε επίσης και ανθρωπολογικό στοιχείο Νορδικού / Βορείου τύπου στους «Σημίτες» και ως εκ τούτου, ενεφανίζετο αυτό και στους Πατριάρχες του εβραϊκού λαού.

Οι απόγονοι του Χαμ ήσαν ο «Χαμίτες», αλλά εδώ και πάλιν είμεθα σε δυσχερή θεωρητική θέση, επειδή είναι αβέβαιον ποιοι ακριβώς ήσαν οι Χαμίτες. Καθώς ο  Χαναάν ήταν ένας από τους υιούς του Χαμ, («Υιοί δε Χαμ, Χους και Μερσαΐν, Φουδ και Χαναάν») είναι λογικόν να υποθέσουμε ότι οι Χαναναίοι ήσαν συνεπώς Χαμίτες. Συνήθως, όμως οι Χαμίτες της Βίβλου υποτίθεται ότι ήσαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, οι οποίοι πιστεύεται ότι είναι Πρωτομεσογειακοί υβριδοποιηθέντες με Οριενταλίδες, ενώ στο δέκατο κεφάλαιον της Γενέσεως καθίσταται ενδεχόμενον ότι μεταξύ άλλων και οι Ασσύριοι (απόγονοι ενός Ασσούρ όχι ταυτοσήμου με τον υιόν του Σημ), ήσαν επίσης απόγονοι του Χαμ. Ορισμένες αυθεντίες υπέθεσαν ότι οι Χαμίτες ήσαν Νεγρίδες. Υπήρξεν μάλιστα ο ισχυρισμός ότι αυτοί  ήσαν απόγονοι του Φουδ ή Πουτ, ενός άλλου από τους υιούς του Χαμ. Αλλά είναι λογικώς αμφίβολον αν στους συγγραφείς του Ι’ Κεφαλαίου της Γενέσεως ήσαν γνωστά πολλά περί των Νεγριδών, ενώ και οι απόγονοι του Φουδ / Πουτ  δεν φαίνεται να έχουν αποτυπώσει σχετικώς καμία σαφή ένδειξη στα διαθέσιμα ιστορικά αρχεία. Ο Φουδ ήταν ο τρίτος υιός του Χαμ (γενάρχου των Χαμιτών) υιού του βιβλικού Νώε. Η περιοχή της διαμονής του ορίζεται στην αρχαία Λιβύη δυτικώς της Αιγύπτου. Ο Ιουδαίος ιστορικός του 1ου  μ. Χ. αιώνος Φλάβιος Ιώσηπος τον θεωρεί αυθαιρέτως γενάρχη των αρχαίων Λιβύων, ενώ συνδέεται και με την με την γη του Πουντ ή Φουδ όπως περιγράφεται στα αρχαία Αιγυπτιακά χρονικά, κειμένη νοτιανατολικώς της Αιγύπτου, στην παράλιο ανατολικοαφρικανική ζώνη. Ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος και ο γεωγράφος Πτολεμαίος τον τοποθετούν δυτικότερον στην θέση του σημερινού Μαρόκου.

Οι Ιαφεθικοί (ή κατά τινας εκ συγχύσεως και παραφθοράς και «Ιαπετικοί») λαοί, συνήθως υποτίθεται ότι ήσαν πληθυσμοί «Ινδοευρωπαϊκής» ή κατά τους γερμανοφώνους «Ινδογερμανικής» προελεύσεως, όμως αυτές οι γενικευτικές και αφαιρετικές εκφράσεις, βασιζόμενες σε ποικίλες γλωσσικές μελέτες δεν είναι μεταφράσιμες και πραγματικώς ακριβείς με φυσική αντιστοιχία σε εθνοτικούς όρους. Αποδεικτικά στοιχεία έχουν μερικώς παρατεθεί για την άποψη ότι, οι Ιαπετικοί λαοί ήσαν στην πραγματικότητα Αρμενίδες και Αλπινίδες. [Στην εθνική μας μυθολογία ο Ιαπετός ομού με τον μικρότερον αδελφό του, τον Κρόνο. ήταν οι ισχυρότεροι των Τιτάνων. Ήταν υιος του Ουρανού και της Γαίας και σύζυγος της Κλυμένης  της κόρης του Ωκεανού ή της Ασίας ή της Θέμιδος η οποία και αναφέρεται ως μητέρα του Προμηθέως. Τον Ιαπετό αναφέρουν ο Όμηρος και ο Ησίοδος ως κυβερνήτη των Τιτάνων και του κόσμου προ της επικρατήσεως του Διός. Ιδιαιτέρως ως σύζυγος της Ασίας εθεωρείτο ως γενάρχης των λαών της Ευρώπης και της Βορειοδυτικής Ασίας, των οποίων αρχηγό η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται τον Ιάφεθ, τον υιόν του Νώε (το όνομα Ιάφεθ ενδέχεται να είναι παραφθορά του Ιαπετού). Έτσι εκ του Ιαπετού προέκυψαν ποικίλες σύγχρονες αντιλήψεις και θεωρίες περί «Ιαπετικής φυλής» και «Ιαπετικής γλώσσης».]

Είναι λοιπόν αδύνατον να εξαχθούν οριστικά ακριβή συμπεράσματα από τον υπολογισμόν της προελεύσεως των διαφόρων λαών στους οποίους γίνεται αναφορά στην Γένεση, με γνώμονα τα παρατιθέμενα στοιχεία στην Γένεση, πέραν από το γεγονός ότι όλοι έπρεπε να έχουν εκπηδήσει από έναν κοινό πρόγονο. Αλλά φαίνεται αρκούντως πιθανόν ότι ήσαν όλοι Ευρωπίδες.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 186)

 

 

 

Advertisements