-Ιερεμία, παιδί μου, γιατί γυαλίζεις και λαδώνεις το δίκανο του θείου του Μήτσου; Θα πας για κυνήγι;

-Καταρχήν, μάνα, δεν το γυαλίζω. Το συντηρώ και το ξανακάνω λειτουργικό, γιατί, ναι, μπορεί και να χρειαστεί κάποια στιγμή να πάω και για κυνήγι.

-Και πού θα πας για κυνήγι, παιδάκι μου; Στον Κασκαντά; Γιατί εδώ γύρω δεν υπάρχει ούτε πουλί πετούμενο… Για ξαναβάλτο, σε παρακαλώ, στην θέση του.

-ΟΧΙ, δεν το βάζω!

-Ιερεμία, σοβαρέψου. Έχεις παραγίνει και δεν ξέρω και εγώ τι θα κάνω…

-Δεν θα κάνεις τίποτα, και ΟΧΙ το δίκανο δεν το βάζω στην θέση του και θα σου εξηγήσω γιατί.

-Για εξήγησε μου, ρε μουρλάκια, γιατί με βλέπω να σου σπάω το δίκανο στο κεφάλι!

-ΑΑΑ, για άκου να σου πω μάνα, μη μου μιλάς έτσι, γιατί μόνο μουρλάκιας δεν είμαι! Έχω τρεις εβδομάδες τώρα που στοχάζομαι και τελικά είδα το «φως». Εγώ λοιπόν θα σε ρωτάω και εσύ θα μου απαντάς, και στο τέλος θα καταλάβεις γιατί περιποιούμαι το δίκανο, και θα δούμε ποιος είναι ο μουρλάκιας.

-Για πες μου γιατί έχω αρχίσει ήδη να χάνω την υπομονή μου.

-Τι γίνανε μάνα οι 12 κότες που είχαμε στο κοτέτσι;

-Τις κλέψανε οι γύφτοι…

-Μάλιστα. Και τι έγινε μάνα η κατσίκα;

-Την κλέψανε οι Αλβανοί…

-Τι έγινε ο σκύλος;

-Τον φάγανε οι πακιστανοί…

-Και τι θα κάνουμε, μάνα; Θα περιμένουμε να έρθουνε να φάνε και εμάς; Ε ΟΧΙ λοιπόν! Ας τολμήσουνε να έρθουνε πάλι, και θα δεις τις θα γίνει…

-Ιερεμία με τρομάζεις! Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά που λες!

-Δεν είναι σωστά; Για πες μου τι έγινε η σιδερένια πόρτα του κήπου; Να σου θυμίσω; Την κλέψανε οι γύφτοι και θα κλέβανε και όλο το σιδερένιο φράχτη αν δεν τους έπαιρνα χαμπάρι και δεν έβαζα τις φωνές. Και τι μας είπε η αστυνομία, μάνα, όταν την καλέσαμε; Μας είπε να κάνουμε μήνυση κατά αγνώστων. Έτσι δεν μας είπε;

-Ναι, έτσι μας είπε.

-Και όταν εγώ είπα στον αστυνομικό ότι δεν είναι άγνωστοι, και ότι ξέρω ποιος είναι αυτός που μας την πήρε, και να πάμε μαζί μέχρι τον καταυλισμό των γύφτων για να του τον δείξω, τι μου είπε; «Αυτά δεν γίνονται κύριε! Ρατσιστής είστε; Οι ρομά είναι ευπαθείς κατατρεγμένοι και μειονότητα, και προστατεύονται.» Κατάλαβες μάνα; Οι γύφτοι που μας έχουνε ρημάξει στο «ψείρισμα»,  που μας ρημάξανε το κοτέτσι και μας φάγανε τις κότες, είναι μειονότητα και μάλιστα ευπαθής και κατατρεγμένη! Κατατρεγμένοι και ευπαθείς οι γύφτοι, κατατρεγμένοι και ευπαθείς οι λαθροεισβολείς, κατατρεγμένοι οι «πρόσφυγες», ΟΛΟΙ ευπαθείς και κατατρεγμένοι, εκτός από εμάς. Ε ΟΧΙ λοιπόν! Οι μόνοι ευπαθείς και κατατρεγμένοι αυτή την στιγμή σε αυτόν το τόπο, είμαστε ΕΜΕΙΣ. Γιατί εμείς που δεν κλέβουμε κανέναν, εμείς είμαστε που πρέπει να πληρώνουμε τους παρανοϊκούς φόρους που μας έχουν επιβάλει οι ξεπουλημένοι εγκληματίες,, εμείς είμαστε που ζούμε με 400 ευρώ το μήνα, εμείς είμαστε που κινδυνεύουμε να μας πάρουνε το σπίτι για 1.000 ευρώ. Κατάλαβες μάνα; Αλλά δε μιλάς τώρα, ε;

-Τι να πω, βρε παιδάκι μου. Δίκιο έχεις, αλλά το δίκανο βρε Ιερεμία μου, βάλτο πάλι στην θέση του.

-ΟΧΙ δεν το βάζω. Πόσα χρόνια δούλευε ο κακομοίρης ο συχωρεμένος ο πατέρας μέσα στην μουτζούρα, λαδάς στα πλοία;

-40 χρόνια…

-Μάλιστα. 40 χρόνια. Και πλήρωνε σαν το ρολόι την εισφορά του στο ταμείο 40 χρόνια. Και όταν πήρε σύνταξη πόσα του δώσανε;

-1300 ευρώ.

-Και πόσο του την φτάσανε την σύνταξη, μετά από τέσσερα χρόνια, με την κρίση που αυτά τα καθάρματα μας φέρανε;

-850 ευρώ.

-Και πόσα χρόνια έζησε για να την χαρεί αυτή την έστω κουτσουρεμένη σύνταξη; Την πήρε, και μετά από 5 χρόνια πέθανε. Έτσι δεν είναι; Και εσύ τώρα έχεις δύο χρόνια που την παίρνεις και σου την έφτασαν 480 ευρώ. Δηλαδή δεν φτάνει που κλέψανε από τον πατέρα μου 33 χρόνια εισφοράς που τους την ακούμπαγε κανονικά, αλλά μας κουτσουρέψανε τα καθάρματα και αυτά που βάσει του νόμου έπρεπε να παίρνουμε. Κάνω λάθος;

-Όχι, δεν κάνεις λάθος.

-Δηλαδή, εκτός από τους γύφτους που μας ρημάξανε, έχουμε να κάνουμε και με άλλους λωποδύτες, ακόμα πιο γύφτους και ακόμα πιο αισχρούς, που δε είναι ούτε κατατρεγμένοι ούτε μειονότητα, αλλά κυβέρνηση. Έτσι δεν είναι, ή μήπως λέω πάλι κάτι λάθος;

-Όχι δεν λες κάτι λάθος, αλλά…

-Άσε τα αλλά, και άκου. Ο Ιερεμίας που ήξερες, τελείωσε. Ο πατέρας μου θαλασσοπνιγόταν 40 χρόνια για να με σπουδάσει, τελείωσα με άριστα την σχολή μου, δούλεψα 7 χρόνια και μετά με πετάξανε στον δρόμο σαν τσουβάλι, γιατί λέει το αφεντικό έκανε περικοπές. Και ποιον προσέλαβε στην θέση μου, μάνα; Έναν αλβανό με τα μισά λεφτά και τις μισές γνώσεις από εμένα. Δεν έκανε περικοπές, μάνα. Σκλάβους έψαχνε. Και μετά πέταξε και τον αλβανό και πήρε πακιστανό. Για αυτό μας αφανίζουνε μάνα. Κοινωνία σκλάβων φτιάχνουνε. Για αυτό τους φέρνουνε εδώ. Και σε αυτή την κοινωνία που φτιάχνουνε, δεν έχουμε καμία θέση εμείς. Θα αφανίσουνε εμάς, και θα βάλουνε αυτούς στην θέση μας, που θα δουλεύουνε για ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φασόλια την ημέρα. Για αυτό μας τους κουβαλάνε και μας τους επιβάλουνε με το ζόρι. Κοιμόμουνα μάνα, αλλά τώρα ΞΥΠΝΗΣΑ.

-Βρε παιδάκι μου, δεν λέω ότι έχεις άδικο, αλλά αυτό με το δίκανο…

-Θα σου εξηγήσω και για το δίκανο. Για πες μου, πάνε να μας αρπάξουνε τα κοράκια το σπιτάκι μας για 2.000 ευρώ, ναι ή όχι;

-Ναι βρε Ιερεμία μου, αλλά…

-ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΑΛΛΑ! Ας έρθουν, λοιπόν, να το πάρουνε! Γιατί τώρα που τα καθάρματα θα τα κάνουνε όλα αυτά ηλεκτρονικά, θα μας κτυπήσουνε μια μέρα το κουδούνι και θα μας πούνε… «περάστε έξω παρακαλώ για να μπει ο νέος ιδιοκτήτης…»!!! Ε λοιπόν και εγώ θα τους πω… «Ευχαρίστως. Περιμένετε να σας δώσω και τα κλειδιά». Και θα δεις εγώ τι θα τους δώσω!!! Και τι θα μου κάνουνε; Θα με κλείσουνε φυλακή; Να με κλείσουνε! Τσάμπα φαΐ, τσάμπα ύπνος. Παιδιά σκυλιά δεν έχω, τι έχω να χάσω; Τι έχω να χάσω που δεν μου το έχουνε πάρει;

-Τι έπαθες παιδάκι μου; Σε παρακαλώ… Θα χάσεις την ελευθερία σου! Αυτό θα σου πάρουνε.

-Γιατί, τώρα την έχω την ελευθερία μου; Κλεισμένος σε τέσσερις τοίχους είμαι, να κοιτάω το ταβάνι γιατί δεν υπάρχει μία, να πάω ούτε για τυρόπιτα. Και για ποια ελευθερία μου μιλάς, μάνα, σε μια χώρα υπό κατοχή; Με δουλεύεις τώρα και εσύ;

-Ιερεμία, πάει! Αυτό ήτανε! ΤΡΕΛΑΘΗΚΕΣ.

-ΟΧΙ. Δεν τρελάθηκα καθόλου. Τώρα είναι που ήρθα στα ίσια μου. Και να σου πω και κάτι. Αν έρθουνε στα ίσια τους σαν και εμένα και καμιά δεκαριά χιλιάδες άλλοι ξελιγωμένοι, τότε να δεις για πότε θα έρθουνε στα «ίσια» τους και οι εγκληματίες οι Εφιάλτες που μας πουλήσανε και την πατρίδα μας και εμάς, σαν να είμαστε σακιά με πίτουρα. Και, πού είσαι; Να δεις πόσο πιο πολύ στα «ίσια» μου θα έρθω όταν θα έρθουνε αυτοί για να μας πάρουνε το σπίτι μας. Αυτό περιμένω. Εκεί είναι που θα ισιώσω ΤΕΛΕΙΩΣ, γιατί μέχρι χτες ήμουνα στραβός. Τώρα όμως, μάνα, βλέπω. ΒΛΕΠΩ. Και πού είσαι… άντε να βράσεις αυτά τα χόρτα, γιατί τρέμουνε τα πόδια μου από την πείνα.

ΙΕΡΕΜΙΑΣ

(Φ. 187)

Advertisements