asaf

Κατά την μελέτη των θεμελιωδών δεδομένων της ανθρωπολογίας, ένα ιστορικό άλμα στον 16ον αιώνα φέρει στην κρίση μας το δοκίμιον του Γάλλου Αναγεννησιακού συγγραφέως, φιλοσόφου, και ιδρυτού των ανθρωπιστικών και ιστορικών επιστημών στην γαλλική γλώσσα, Michel Eyquem de Montaigne, με τίτλο «Περί των Καννιβάλων» («Des Cannibales»). Ο εμφανής σκοπός αυτής της συντόμου εργασίας ήταν να παρουσιάσει από ευνοϊκή σκοπιά τους πρωτογόνους ανθρώπους εν σχέσει προς τα μέλη των πολιτισμένων κοινωνιών. Με αυτήν την χρονική απόστασή μας από το πόνημα, είναι δυσχερές ή ίσως αδύνατον να είμεθα απολύτως βέβαιοι αν στο συγκεκριμένο δοκίμιον ο Montaigne έγραψε, σκοπίμως αποκρύπτων από τον ανυποψίαστο αναγνώστη, αυτό που ήθελε να εκπηδήσει στον νου του δέκτη, προς το τέλος. Φαίνεται ότι στο κείμενο περιγράφει τους Καραΐβες των Δυτικών Ινδιών, αν και ο ίδιος δεν το καθιστά απολύτως σαφές. Για τις πληροφορίες του, βασίζεται κυρίως σε έναν υπηρέτη του, ο οποίος έζησε σε αυτό το μέρος του κόσμου, και τον οποίο περιγράφει ως «απλό και άξεστο», στοιχείο που καθιστά την αφήγηση πραγματική, άδολη, απροσχημάτιστη, ανεπιτήδευτη και αποδεικτική. Χρειάζεται κανείς είτε ένα λίαν αξιόπιστο άτομο, ή ένα τόσον απλό, που δεν έχει την δυνατότητα να δημιουργήσει ψευδοϊστορίες και να προσδώσει αληθοφάνεια στις ψευδείς εφευρέσεις του. Άλλωστε, η  ιστορία αυτού του απλοϊκού ανθρώπου επιβεβαιώθηκε από αρκετούς ναυτικούς και εμπόρους οι οποίοι είχαν ταξιδέψει μαζί του.

Ο Montaigne σκιαγραφεί μιαν αξιόλογο εικόνα της ανωτερότητας των «Καννιβάλων» επί των πολιτισμένων ανθρώπων. Ένα παράδειγμα, μεταξύ πολλών, είναι ότι τρώνε άγρια φρούτα : Οι πολιτισμένοι άνθρωποι θα πρέπει να ονομάζονται άγριοι, γιατί αντί να χρησιμοποιούν ό,τι προσφέρει η φύση. παραμορφώνουν τεχνητώς τα φυτικά προϊόντα της. Λέγει : «Ευρίσκω ότι δεν υπάρχει τίποτα βάρβαρο ή άγριο σε αυτό το έθνος σε ό,τι μου ανεφέρθη. Εκτός εάν ημπορεί κάθε πρόσωπο να αποκαλεί βάρβαρο αυτό που δεν συνηθίζει το ίδιο ή δεν έχουμε άλλο μέτρο της αληθείας και της λογικής από το παράδειγμα και την ιδέα των γνωμών και των εθίμων της χώρας στην οποία ζούμε». Και συνεχίζει αφηγούμενος ότι, αυτοί οι άνθρωποι συλλαμβάνουν κρατουμένους στον πόλεμο και τους κρατούν ζωντανούς επί δύο ή τρεις μήνες, περίοδο κατά την οποία χρησιμοποιούν κάθε δυνατή μέθοδο που ημπορούν να σκεφθούν ώστε να τους πείσουν να ειπούν κάτι που καταδεικνύει φόβο. Για τον σκοπόν αυτόν τους αφηγούνται ακριβώς τι πρόκειται να τους συμβεί : τα βασανιστήρια που πρόκειται να υποστούν, τις προετοιμασίες που γίνονται για τον σκοπόν αυτόν και την πρόθεση να κατακόψουν σε μερίδες τα άκρα τους για το συμπόσιον που θα γίνει με την  σάρκα τους,  το οποίον πραγματοποιείται εν ευθέτω χρόνω.

Εκείνοι οι οποίοι  υπερτονίζουν την σημασία του «χρώματος» στην σύγχρονη εποχή και περιορίζουν την ανθρωπολογική μελέτη σε ένα «επιπολής χρωματολόγιο», θα αναθεωρήσουν διορθωτικώς μελετούντες το εξαιρετικό δοκίμιον περί φυσικής ανθρωπολογίας που εγράφη από έναν ανώνυμο ταξιδευτή και εδημοσιεύθη το 1684 στην  «Εφημερίδα των Σοφών» – «Journal des Scavans». (Η εν λόγω εφημερίς ιδρύθηκε από τον Denis de Sallo, Βουλευτή του Βασιλικής Βουλής των Παρισίων, και ήταν το πρώτο ακαδημαϊκό περιοδικό στην Ευρώπη, με πρώτο τεύχος την 5η Ιανουαρίου 1665).  Σε αυτό το εξόχως αξιόλογο έργο περί γεωγραφικής κατανομής των ανθρωπίνων «ειδών ή φυλών», ο συγγραφεύς αναγνωρίζει σαφώς ότι οι λαοί της Βορείου Αφρικής, της Αραβίας, της Ινδίας ανήκουν στην ίδια φυλή με εκείνους της Ευρώπης. Γράφει σχετικώς με το θέμα του χρώματος: «Διότι  αν, επί παραδείγματι, οι Αιγύπτιοι και οι Ινδοί είναι πολύ μελανοί ή μάλλον καστανόχρωμοι, εν τούτοις το χρώμα αυτό σε αυτούς είναι μόνον τυχαίο, και επέρχεται μόνον επειδή εκτίθενται στον ήλιο, καθώς  εκείνοι που φροντίζουν τον εαυτό τους και δεν υποχρεούνται να εκτίθενται σε αυτόν τόσον συχνά όσον οι κοινοί άνθρωποι, δεν είναι μελανότεροι από ό,τι πολλοί Ισπανοί. Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι Ινδοί έχουν κάτι μάλλον διαφορετικό από εμάς στην έκφραση του προσώπου και στο χρώμα, το οποίον συχνά τείνει προς το κίτρινο, αλλά αυτό δεν φαίνεται επαρκές για να παραχθεί  ένα συγκεκριμένο είδος. Ειδάλλως θα ήταν απαραίτητο να παραχθεί ένα και για τους Ισπανούς, άλλο για τους Γερμανούς,  και ομοίως για αρκετούς άλλους λαούς της Ευρώπης». Ο συγγραφεύς με επιστημολόγο οξυδέρκεια και μορφολογικά κριτήρια διακρίνει σαφώς ορισμένες άλλες «έγχρωμες» φυλές από τους Ινδούς. Μάλιστα εθεώρησε τις γυναίκες της Λαχώρης ως τις ομορφότερες των Ινδιών. Αυτές ήσαν προφανώς Νορδινδίδες (Ινδο-Αφγανές).

Μερικά από τα λίαν σημαντικά δεδομένα που παρετέθησαν για πρώτη φορά με σαφήνεια από τον ανώνυμο ταξιδιώτη, εξετέθησαν εκτενώς στον άτλαντα που εδημοσιεύθη από τους κορυφαίους γεωγράφους και χαρτογράφους de Vaugondy, σχεδόν ένα αιώνα αργότερον. [Gilles Robert de Vaugondy (1688-1766) και ο υιος του, Didier Robert de Vaugondy (1723-1786]. Η περιοχή όπου ζούν  «Οι Ευρωπαίοι» («Les Europeens»), προσδιορίζονται από την εμφάνιση του προσώπου («όψη»), περιλαμβάνει δε όχι μόνον την ίδια την Ευρώπη, αλλά και την Αφρική βορείως της Σαχάρας, την Αραβία, το Ιράν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν και την Ινδία, έως τον μακρινό νότο στον ποταμό Γάγγη.

Κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα είχε ήδη αναγνωριστεί ότι, το χρώμα του δέρματος ορισμένων ανθρωπίνων φυλών, δεν οφείλεται αποκλειστικώς στην δράση των ακτίνων του ήλιου κατά τη διάρκεια της ζωής του ατόμου. Ο γλωσσομαθέστατος (γνώστης και ομιλητής 25 γλωσσών) Γερμανός οριενταλιστής Job Leutholf (ή Hiob Ludolf, ή Ludolfus), ο επιφανέστατος  ερευνητής «αιθιοπικών σπουδών», έθεσε το ζήτημα με μεγάλη σαφήνεια στο βιβλίον του «Σχολιασμός» («Commentarius» – 1691), χωριστό από τα βιβλία του περί Αφρικής [«Sciagraphia historiae aethiopicae» (Ιένα, 1676) και «Historia aethiopica» (Φρανγκφούρτη, 1681)]. Σε αυτό, γράφει : «…Αλλά και πάλιν, εντός του εύρους του τροπικού  ηλίου υπάρχουν έθνη, αν όχι  πράγματι λευκά, εν πάση περιπτώσει, δεν είναι πράγματι μέλανα : Πολλά απέχουν πολύ μακράν του ισημερινού,  πέραν του ενός ή του άλλου τροπικού, όπως, για παράδειγμα, οι κάτοικοι της Περσίας ή της Συρίας ή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος, και παρ’ όλα αυτά είναι πολύ μαύροι». Ο Ludolfus αναφέρεται στην μελαίνη χροιά  των γηγενών κατοίκων της Κεϋλάνης και άλλων χωρών, και παρατηρεί : « Αν αποδίδετε την φυσική αιτία για το χρώμα του δέρματός τους στους ουρανούς και στον ήλιο, τότε γιατί λευκοί άνδρες που γηράσκουν  σε αυτές τις περιοχές δεν καθίστανται μαύροι;» Εδώ υπάρχει μια σαφής και απροκατάληπτος αναγνώριση της πραγματικότητος των γενετικών διαφορών μεταξύ των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων.

Από την έλλειψη ανθρωπολογικής γνώσεως, έχει προκύψει σωρεία αφηρημένων, ανυποστάτων και ανοήτων ή εμμονικών ρήσεων ηθικού χαρακτήρος που διεδόθησαν ευρέως από το «φιλοσοφούν πλήθος» των αδαών, όπως ότι κάποιοι άνθρωποι είναι «εκλεκτοί» και «ανώτεροι» από άλλους,  ότι οι άνθρωποι  είναι παντού ταυτόσημοι και ίδιοι,  ότι έχουν παντού τα ίδια πάθη, τις ίδιες κακοβουλίες και τις ίδιες συνήθειες ή και ότι είναι μάλλον άχρηστη η προσπάθεια να χαρακτηρισθούν και να μελτηθούν οι διαφορετικές φυλές. Αυτές οι αντι-φυσικές και αντι-ιστορικές γενικεύσεις, όταν δεν είναι δόλιες και δαιμονολογικές, είναι ανυπόστατες και αντιεπιστημονικές. Ενέχουν ακριβώς τόση αξία και είναι τόσον εύλογες ωσάν κάποιος να ήθελε να ειπεί ότι δεν πρέπει και δεν ημπορούμε να διακρίνουμε… τον Πέτρο από τον Δημήτρη, επειδή … «ο καθένας τους έχει μια μύτη, ένα στόμα και δύο μάτια».

«Θα ιδούμε άραγε την επιστροφή εκείνων των ευτυχισμένων καιρών, όταν οι άνθρωποι δεν επροβληματίζοντο με την φιλοσοφία, αλλά άνδρες όπως ο Πλάτων, ο Θαλής ή ο Πυθαγόρας, παθιασμένοι με μία πρόθυμη επιθυμία για γνώση, ανέλαβαν να πραγματώσουν τα μεγαλύτερα ταξείδια,  αποκλειστικώς για την απόκτηση πληροφοριών, και επορεύθησαν πολύ μακράν, ώστε να αποτινάξουν τον ζυγό των εθνικών προκαταλήψεων, να μάθουν να γνωρίζουν τους ανθρώπους από τις συμμορφώσεις τους και από τις διαφορές τους;»

Όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτό το απόσπασμα θα ήταν απίθανο να το αποδώσουν σωστά στον συντάκτη του. Οι αναγνώστες της παρούσης σειράς άρθρων θα διαπιστώσουν ότι, κατά την διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνος, στοχαστές που ήσαν άθρησκοι και ριζοσπάστες ή «προοδευτικοί» στις πολιτικές τους απόψεις, συχνά έτειναν να πιστεύουν και στην ανισότητα των ανθρωπίνων φυλών. Το ανωτέρω κείμενο εγράφη από τον Ελβετό φιλόσοφο, συγγραφέα και συνθέτη Jean-Jacques Rousseau.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(φ.188)

 

 

Advertisements