Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΣΤ΄

Οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Ελβετός φιλόσοφος, συγγραφεύς και συνθέτης του 18ου αιώνος Ζαν Ζακ Ρουσσώ, (οι πολιτικές ιδέες του οποίου επηρέασαν την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής θεωρίας και την ιδεολογία του Εθνικισμού) απεφάσισε να γράψει, το 1754, την περίφημη «Διατριβή για την προέλευση και τις βάσεις της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων» («Discours sur l’ origine et les fondements de l’ inegalite parmi les hommes») είναι άξιες μνείας:  Η Ακαδημία της Ντιζόν προσέφερε ένα βραβείον για μια διατριβή σχετική με το θέμα: «Ποια είναι η προέλευση της ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων, αυτό δε επιτρέπεται από τον φυσικό νόμο;» Στην προσπάθειά του να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα ο Ρουσσώ δεν ησχολήθη κατά κύριον λόγο με το εθνοτικό πρόβλημα. Αλλά, απεφάνθη ότι οι διάφορες εθνοτικές ταξινομικές ομάδες διέφεραν τόσον ψυχικώς όσον και σωματικώς. Ετόνισε την σημασία του περιβάλλοντος στην πρόκληση της ποικιλότητος των ανθρώπων σε διάφορα μέρη του κόσμου, ειδικώς όταν το περιβάλλον επενήργησε σε μια μακρά σειρά γενεών.

Κύριον όμως  μέλημα της προσεγγίσεώς του, υπήρξεν ο βαθμός ευτυχίας των προσώπων στην μεμονωμένη ατομική και κοινωνική τους ζωή. Επίστευε πως η δυστυχία του ανθρώπου οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων που ζουν στην ίδια κοινωνία. Διέκρινε δύο ποικιλίες της ανισότητος : «φυσική ή σωματικής διαπλάσεως» και «ηθική ή πολιτική». Η πρώτη ήταν το είδος που προκαλείται από τις «διαφορές της ηλικίας, της υγείας ή της  νοημοσύνης». Η δευτέρα από αυτές τις διαφορές που οφείλονται «σε σύμβαση ή συναίνεση των συνανθρώπων».

Υπήρξε βαθεία πεποίθηση του Ρουσσώ ότι ο πρωτόγονος άνθρωπος, «ο άνθρωπος στην φυσική κατάσταση», ήταν μοναχικός: Δεν υπήρχε καν μια σύνδεση των δύο φύλων, όπως συμβαίνει σε πολλά μη-κοινωνικά ζώα. «Οι  αρσενικοί και οι θηλυκές, ενωμένοι τυχαίως, από συγκυριακή συνάντηση, ευκαιρία, και επιθυμία …. εχώριζαν ο ένας από την άλλη με την ίδια προθυμία …. τα δύο φύλα δεν ανεγνώριζαν και πάλι το ένα το άλλο, ενώ ακόμη και το παιδί δεν ήταν τίποτα περισσότερο για την μητέρα, από την στιγμή που θα ημπορούσε να τα καταφέρει δίχως αυτήν.»  Σε αυτήν την αρχέγονη, φυσική  κατάσταση της μη συλλογικής «κοινωνίας», ο άνθρωπος  ήταν ευτυχής, διότι η ανισότης δεν είχε την ευκαιρία να εκφρασθεί. Καθώς ανεπτύχθησαν οι κοινωνικοί θεσμοί, η ανισότης κατέστη προφανής και προεκάλεσε δυστυχία.

Ο Ρουσσώ δεν υπεστήριζε ότι ο αρχέγονος άγριος ήταν ηθικώς ανώτερος. Αντιθέτως, λέγει σαφώς ότι οι άνδρες σε μια φυσική κατάσταση «…δεν θα ημπορούσαν να είναι είτε καλοί είτε κακοί, και δεν είχαν ούτε κακίες ούτε αρετές …. δεν είχαν συναλλαγές οποιουδήποτε είδους μεταξύ τους, και ως εκ τούτου δεν εγνώριζαν ούτε ματαιοδοξία, ούτε σεβασμό, ούτε αυτοεκτίμηση, ούτε περιφρόνηση. Δεν είχαν ούτε την ελαχίστη  αντίληψη του “ιδικό  σου” ή “ιδικό μου”, και επίσης δεν είχαν καμίαν ιδέα της δικαιοσύνης.» Ο ίδιος θεωρούσε ότι οι Καραΐμποι ή Καλίνια (Βραζιλιδική υποφυλή της φυλής των Ινδιανιδών) του βορείου τμήματος της Νοτίου Αμερικής, επλησίαζαν προς την φυσική κατάσταση περισσότερον από κάθε άλλο γνωστό λαό κατά την εποχή εκείνη. Αλλά τους αναφέρει λίαν βραχέως, και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι είχε οιανδήποτε λεπτομερή γνώση του τρόπου ζωής τους.

Μάλιστα οι Καραΐμποι δεν ήσαν ιδιαιτέρως αντικοινωνικοί στην αρχαία εποχή: διέθεταν κοινόχρηστες οικίες (τα «carbets»-υπερυψωμένα σκεπαστά καταφύγια, πασιφανή, δίχως εξωτερικά τοιχώματα) και εφόσον ο σύζυγος εγκατέλειπε την σύζυγό του, υπεβάλετο απομωνούμενος στο παράξενο έθιμο «couvade», στην «συμπαθητική» λοχεία όταν εγεννάτο το παιδί του. Η πίστη του Ρουσσώ στην μοναχική κατάσταση του πρωτογόνου ανθρώπου ήταν σχεδόν εντελώς υποθετική, όπως άλλωστε παρεδέχθη δημοσία ο ίδιος. Οι ιδέες του επί του θέματος είναι όλως απίθανο να τύχουν αποδοχής μεταξύ των συγχρόνων μελετητών του πρωτογόνου πολιτισμού.

Το βραβείον απενεμήθη στον Ρουσσώ το 1750, αλλά η Διατριβή δεν είχε δημοσιευθεί μέχρις και πέντε χρόνια αργότερον. Ο Γάλλος φυσιολόγος και ιατρός  Κλωντ Νικολά Λε Κα (Claude-Nicolas Le Cat), ο οποίος ήταν ένας από τους κριτές, αντετέθη σθεναρώς στην βράβευση, και εδημοσίευσε μιαν «Διάψευση», υπό μορφήν ενός βιβλίου εκτυπωμένου σε δίστηλες σελίδες, με αποσπάσματα της Διατριβής στην αριστερά στήλη, και των ιδικών του  επικρίσεων στην δεξιά. Οι περισσότερες επικρίσεις δίδονται με ακριβολόγο γεγονοτολογικό ύφος, χωρίς καμία προσπάθεια σάτιρας ή ρητορικής επιφάσεως οποιουδήποτε είδους. Τονίζει, ωστόσον, ορισμένες από τις φρικαλεότητες της αγρίας ζωής. Γράφει : «Ειπείτε μου, σας ικετεύω, επιφανή ρήτορα, είναι μεταξύ των βασιλείων στα οποία ευδοκιμούν τα πανεπιστήμια και οι ακαδημίες, όπου βρίσκει κανείς το γενναίον έθνος των κανιβάλων;». Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι ο Le Cat δεν ήταν καθόλου περιφρονητικός προς τα πρόσωπα που ανήκουν σε άλλες φυλές. Σε άλλο βιβλίο του, γράφει ευνοϊκώς για τους Νέγρους και, ειδικότερον, διαφωνεί με την ιδέα ότι η μελανότης του δέρματος δεικνύει κατωτερότητα. Γράφει:«Μήπως κάποιος πιστεύει, ότι οι Νέγροι έχουν χαμηλοτέρα αυτοεκτίμηση και είναι πράγματι ολιγότερον εκτιμητέοι  διότι απλοί λευκοί άνθρωποι θεωρούν την εμφάνισή τους με τρόμο; Είναι πολύ εγκαρδιότεροι  και πολύ  λογικότεροι απ’  ό,τι εμείς, εάν δεν μας ανταποδίδουν κάτι.»

Σε καμία περίπτωση ο Ρουσσώ δεν ήταν ο μόνος διάσημος συγγραφεύς του 18ου αιώνος που συνέβαλε στην συζήτηση του εθνικού ζητήματος. Μερικοί από τους μεγαλυτέρους φιλοσόφους  και πολιτικούς στοχαστές της περιόδου –μεταξύ των οποίων οι Μοντεσκιέ, Χιούμ, Καντ  και ο Βολταίρος- εξέφρασαν επ΄αυτού ουσιώδη σχόλια, αν και ως επί το πλείστον βραχέα. Μερικά από αυτά ήσαν απλώς σατιρικά, οπότε δεν βοηθούν στην αναζήτηση της αληθείας. Έτσι ο Μοντεσκιέ έγραψε για τους Νέγρους  στο περιβόητο βιβλίο του  «Το πνεύμα των νόμων» («De l ‘esprit des Lois»): «Οι αναφερόμενοι, είναι μαύροι από των ποδών έως της κεφαλής. Και έχουν την εμπιεσμένη ρίνα τους τόσον επίπεδη, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να τους συμπονέσουμε. Ουδείς ημπορεί να εμβάλλει στον νου κάποιου, ότι ο Θεός, ο οποίος είναι ένα σοφό ον, έχει τοποθετήσει μια ψυχή, ειδικώς μιαν αγαθή ψυχή, σε ένα εντελώς μαύρο σώμα.» Η κακόβουλη ειρωνεία στο εδάφιον αυτό, είναι τόσον αδέξια και προκλητική, ώστε δεν θα ημπορούσε καν να θεωρηθεί αποτελεσματική καθ΄οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και συμφώνως προς τα αξιολογικά πρότυπα με τα οποία κρίνεται η ανυπόστατη και εμπαθής ρητορική αυτού του είδους.

Ο Σκώτος εμπειριστής φιλόσοφος και ιστορικός Ντέηβιντ Χιούμ (1711-1776) ήταν ένας από τους δεδηλωμένους αντιπάλους της συμβατικής θρησκευτικής σκέψεως, οι οποίοι συνάμα δεν εδίσταζαν να εκφράσουν την πίστη τους στην κατωτερότητα ορισμένων εθνοτικών ταξινομικών ομάδων. Στο έργο του «Δοκίμια. Φιλολογικά, ηθικά, πολιτικά» γράφει : «Και πράγματι, υπάρχει κάποια Λογική ώστε να σκεφθούμε ότι, όλα τα Έθνη, που ζουν πέραν  από τους πολικούς Κύκλους ή μεταξύ των Τροπικών, είναι κατώτερα από τα υπόλοιπα είδη και είναι εντελώς ανίκανα όλων των υψηλότερων Επιτευγμάτων  του ανθρωπίνου νοός». Ωστόσον, ο ίδιος παρετήρησε, ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ νοημοσύνης και γεωγραφικού πλάτους εντός των ορίων της ευκράτου  ζώνης. Ο Χιούμ ήταν ιδιαιτέρως  εντυπωσιασμένος από την «… ευκολία με την οποία οι Νέγροι ημπορούν να δωροδοκηθούν από την προσφορά αλκοολούχων ποτών».

Εσημείωσεν ότι ο χαρακτήρ των Κινέζων ήταν εξαιρετικώς ομοιόμορφος σε μια τεραστία περιοχή, στην οποίαν οι κλιματολογικές συνθήκες ποικίλλουν κατά τόπους,  κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι, οι διαφορές στην «Διάθεση» («Temper») των διαφόρων εθνών, δεν θα ημπορούσαν να οφείλονται αποκλειστικώς και μόνον στο φυσικό περιβάλλον. Επίστευε, ωστόσον, πως ποικίλες τυχαίες περιστάσεις θα ημπορούσαν να επιφέρουν κάποιες από τις υφιστάμενες διαφορές. Επίσης θεωρούσε ότι στα αναπτυσσόμενα έθνη μερικά άτομα αποκτούν  τον έλεγχο, και τελικώς επηρεάζουν την ευρεία μάζα του λαού. Συνεπώς, δεδομένου ότι το κυβερνών σώμα είναι μικρό, πρέπει να υπάρχει ένα μείζον στοιχείο τυχαιότητος στην διαμόρφωση της συνθέσεώς του.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 189)

Advertisements