Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚZ΄

Οι φιλόσοφοι του 18ου αιώνος, δεν έθεταν πάντοτε μια σαφή θεωρητική  διάκριση μεταξύ των εθνών και των εθνοτικών ταξινομικών ομάδων (π.χ. φυλές και υποφυλές). Ο Ιμμάνουελ Καντ στο έργον του:«Παρατηρήσεις επί του αισθήματος του ωραίου και του υπερόχου» («Beobachtungen uber das Gefόhl des schonen und Erhabenen»-1764) δίδει κάποιες ενδελεχείς και περιτέχνους περιγραφές των ψυχικών χαρακτήρων των Γερμανών, Άγγλων, Ολλανδών, Γάλλων, Ιταλών, Ισπανών, Αράβων, Περσών, Ινδών, Ιαπώνων και Κινέζων, αλλά δεν καταβάλλει καμία πραγματική προσπάθεια να ειπεί κάτι σχετικώς προς τον γενικό χαρακτήρα της Λευκής Ευρωπαϊκής (Ευρωπιδικής) φυλής, σε αντίθεση με εκείνην των Μογγολιδών,ή έστω να παρουσιάσει τις διακρίσεις  μεταξύ των διαφόρων υποφυλών μεταξύ των Ευρωπιδών (παρά το ότι τότε ήσαν διαθέσιμες επαρκείς προς τούτο  ανθρωπολογικές γνώσεις).

Ωστόσον, διακρίνει την Νεγριδική φυλή από τις άλλες, προβαίνει σε γενικές παρατηρήσεις σχετικώς με τις πνευματικές δυνάμεις των προσώπων που ανήκουν σε αυτήν, και παραθέτει διαπιστώσεις του Σκώτου φιλοσόφου Ντέηβιντ Χιούμ, για την υποστήριξη των  απόψεών του: «Οι Νέγροι της Αφρικής δεν έχουν λάβει από την φύση καμία  νοημοσύνη η οποία να υψώνεται επάνω από το ανόητο. Ο Χιούμ προσκαλεί οιονδήποτε να αναφέρει ένα μόνον παράδειγμα ενός Νέγρου, που έχει να επιδείξει τάλαντα. Ισχυρίζεται ότι μεταξύ των εκατοντάδων  χιλιάδων μαύρων που έχουν συρθεί μακριά από τις χώρες τους, αν και πολλοί εξ αυτών έχουν απελευθερωθεί, όμως ούτε ένας δεν έχει ποτέ ευρεθεί πως έχει πραγματοποιήσει κάτι μεγάλο, είτε στην τέχνη ή στην επιστήμη ή σε οποιοδήποτε άλλο αξιέπαινο αντικείμενο. Αλλά μεταξύ των λευκών, οι άνθρωποι συνεχώς ανέρχονται από τον χαμηλότερο όχλο και αποκτούν εκτίμηση μέσα από τα ανώτερα χαρίσματά τους. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο φυλών του ανθρώπου είναι συνεπώς μία και σημαντική: φαίνεται να είναι εξίσου μεγάλη σε σχέση με τις ικανότητες του νοός, όπως είναι στο χρώμα.»

Η χρήση φετίχ από ορισμένες Νεγριδικές φυλές είχεν ιδιαιτέρως ισχυρή επιρροή στην κρίση του εντόνως σκεπτικιστού Καντ. Γράφει: «Η θρησκεία των φετίχ, η οποία είναι ευρέως διαδεδομένη μεταξύ τους, είναι ίσως ένα είδος ειδωλολατρίας η οποία βυθίζεται τόσον βαθέως στην ανοησία, όσον είναι εφικτόν στην ανθρωπίνη φύση. Το πτερό ενός πτηνού, το κέρας μιας αγελάδος, ένα μύδι ή οποιοδήποτε άλλο κοινό πράγμα, καθίσταται  αντικείμενον λατρείας και επικλήσεως στους όρκους, μόλις έχει καθαγιαστεί από ολίγες λέξεις .»

Ο Καντ θεωρούσε ότι ουδείς άλλος απολίτιστος λαός επεδείκνυε ένα τέτοιον υψηλό βαθμό νοημοσύνης, όπως εκείνοι οι λαοί της Βορείου Αμερικής.

Στο βιβλίον του «Ανθρωπολογία σε πραγματολογική άποψη» («Anthropologie in pragmarischer Hinsicht»-1798) παρέχει πραγματικώς ένα σπουδαίο έργο, αλλά για την ψυχολογία, και όχι την ανθρωπολογία με την σύγχρονο φυσική – βιολογική έννοια. Σε αυτό το βιβλίο, για μιαν ακόμη φορά συνοψίζει τις απόψεις του σχετικώς με τα ψυχικά χαρακτηριστικά των διαφόρων εθνών, αλλά συνοπτικότερον απ’ ό,τι στο προηγούμενο έργο. Τονίζει ιδιαιτέρως τις αρετές των Αρμενίων, τους οποίους περιγράφει ως έναν μοναδικό λαό, λογικό («vernuftig»), ειρηνικό και ανωτέρου χαρακτήρος. Να σημειωθεί ότι και ο Χιούμ εξετίμα  ιδιαιτέρως τους Αρμενίους. Λέγει για αυτούς ότι: «έχουν ένα ιδιόμορφο χαρακτήρα» και είναι «πολύ αξιοσημείωτοι… για την Ακεραιότητά τους».

Ο Βολταίρος, όπως και Ρουσσώ, ήταν ένας ριζοσπάστης πολιτικός που δεν επίστευε στην φυλετική ισότητα. Όμως  ο ίδιος εξεφράσθη επί του θέματος πολύ εντονότερον από τον συμπατριώτη του. Ήταν περισσότερον εντυπωσιασμένος από τις φυσικές διαφορές μεταξύ των φυλών από ό,τι οι περισσότεροι εκ των φιλοσόφων και πολιτικών στοχαστών οι οποίοι έθιξαν, προσήγγισαν ή ανέλυσαν το εθνικόν πρόβλημα. Είχεν εντυπωσιασθεί και ιδιαιτέρως εκπλαγεί από την προκοιλιακή «λιπαρά  ποδιά» («tablier»)  των Οττεντοτιδών γυναικών (Κοϊδική φυλή, των Βουσμάνων και Οττεντότων), περί της οποίας υπήρχαν υπερβολικές  αναφορές,  του «συρμού» κατά τον 18ο αιώνα.

Στο βιβλίον του «Η φιλοσοφία της ιστορίας» («La philosophie de l’histoire»), που εξεδόθη το 1765, υπό το  ψευδώνυμον του Αββά Μπαζέν (Abbι Bazin), ο Βολταίρος ασχολείται για πρώτην φορά με το θέμα. Πρέπει μάλιστα να σημειωθεί ότι χρησιμοποιεί εναλλακτικώς τις λέξεις «Είδη» (especes) και «Φυλές» (races), ότι αποδίδει εσφαλμένως την tablier στους Κάφρους («Cafres»), δηλαδή στους Νεγρίδες της Νοτίου Αφρικής (ήτοι «Απίστους» όπως τους απεκάλεσαν πρώτοι οι μουσουλμάνοι Άραβες δουλέμποροι).

Ο Βολταίρος γράφει περί των Νέγρων ότι: «Οι στρογγυλοί οφθαλμοί τους, η επίπεδη μύτη τους, τα χείλη τους που είναι πάντοτε  παχέα, τα διαφορετικώς εσχηματισμένα ώτα τους, οι τρίχες της κεφαλής τους, ακόμη και το μέτρον της νοημοσύνης τους, θέτουν τεράστιες διαφορές μεταξύ αυτών και των άλλων ειδών (especes) των ανθρώπων». Αρνείται ότι οι διαφορές προέρχονται από την επίδραση του κλίματος, επειδή ακόμη και όταν οι Νέγροι μεταφέρονται σε δροσερότερες χώρες, παράγουν απογόνους του είδους τους. Γράφει «Η ποδιά που η φύση έδωσε στους Κάφρους, το χαλαρό, μαλακό δέρμα το οποίον κρέμεται από τον ομφαλό έως το ήμισυ της αποστάσεως προς τα κάτω των μηρών, οι μαύρες θηλές των γυναικών των Σαμογιετών (μογγολοειδείς ιθαγενείς της Σιβηρίας), η γενειάς των ανδρών της ηπείρου μας, και ο πάντα αγένειος πώγων των Αμερικανών (Ινδιάνων), είναι τόσον αξιοσημείωτες διαφορές, ώστε είναι σχεδόν αδύνατον να φαντασθεί κανείς ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι από διαφορετικές φυλές.»

Ο Βολταίρος επανήλθε στην «tablier», στο έργον του «Τα γράμματα του Αμαμπέντ-Μεταφρασθέντα υπό τουΑββά Ταμπονέ» («Les lettres d ‘Amabed – Traduites par l’ Abbι Tamponet») :  Αυτό το έργον φαντασίας αποτελείται κυρίως από επιστολές που εγράφησαν από έναν Ινδό από το Μπεναρές, τον Αμαμπέντ, προς τον Σαστασίντ, τον «Μέγα Βραχμάνο της Μαδούρας», και από τις απαντήσεις του τελευταίου. Εκεί ο Βολταίρος περιγράφει ότι κατά την διάρκεια της επίσκεψεώς του στη Νότιον Αφρική, ο Αμαμπέντ εντυπωσιάσθηκε από την ιδιάζουσα  ανατομία των Οττεντοτιδών γυναικών. Γράφει λοιπόν στον Σαστασίντ, από το Ακρωτήριον της Καλής Ελπίδος: «Αυτοί οι άνθρωποι δεν φαίνεται να είναι απόγονοι των παιδιών του Βράχμα. Η φύση έχει δώσει στις γυναίκες μια ποδιά που σχηματίζεται από το δέρμα τους. Αυτή η ποδιά καλύπτει το “κόσμημά” (joyau) τους, περί του οποίου οι Οττεντότοι Hottentots είναι ειδωλολάτρες. Όσον περισσότερον εσκέφθην περί του χρώματος αυτών των ανθρώπων, περί του κλωγμού («κακαρίασματος») τον οποίον χρησιμοποιούν για να καταστούν κατανοητοί, αντί μιας ευφραδούς γλώσσης, περί του προσώπου τους και περί της ποδιάς των γυναικών τους, τόσον περισσότερο είμαι πεπεισμένος ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν ημπορούν να έχουν την ίδια προέλευση όπως εμείς. Ο εφημέριός μας ισχυρίζεται ότι οι Οττεντότοι, οι Νέγροι, και οι Πορτογάλοι κατάγονται από τον ίδιο πατέρα. Η ιδέα είναι βεβαίως γελοία».

Ο Βολταίρος επέμεινε ακόμη μια φορά γιά την ποικιλομορφία του ανθρώπου στις «Ερωτήσεις επί της Εγκυκλοπαιδείας» («Questions sur l’ Encyclopedie»), γράφων: «Οι κλίσεις, οι χαρακτήρες των ανθρώπων, διαφέρουν τόσον πολύ, όσον διαφέρουν τα κλίματα των χωρών τους και οι κυβερνήσεις τους. Ποτέ δεν κατέστη δυνατόν να σχηματισθεί ένα σύνταγμα από Λάπωνες ή Σαμογιέτες, ενώ οι γείτονές τους, άλλοι Σιβηριανοί, είναι ατρόμητοι στρατιώτες …  Μόνον ένα εθελότυφλο άτομο, και μάλιστα πεισματικώς εθελότυφλο, θα ημπορούσε να αρνηθεί την ύπαρξη όλων αυτών των διαφορετικών ειδών(especes)» Επίσης δεν υφίσταται καμία παρερμηνεία ή ασάφεια γιά τις απόψεις του για  το πνευματικό επίπεδο της κοινής πορείας της ανθρωπότητος στο σύνολόν της. Γράφει:«Σε γενικές γραμμές, το ανθρώπινον είδος δεν είναι πιο πολιτισμένο, δύο ή τρεις βαθμούς περισσότερον από τους ανθρώπους της Καμτσάτκα. Η πληθώρα των βαναύσων ζώων που ονομάζονται άνθρωποι, σε σύγκριση με τον μικρό αριθμό των ατόμων τα οποία σκέπτονται, ευρίσκεται τουλάχιστον σε αναλογία 100 προς 1 σε πολλά έθνη.» Παρεμπιπτόντως ημπορεί να σημειωθεί ότι ο Βολταίρος στις «Ερωτήσεις» του, εκχέει απεριφράστως την περιφρόνησή του προς «ορισμένους κακούς αστειευτές (χωρατατζήδες)» που ισχυρίσθηκαν ότι ο άνθρωπος ήταν αρχικώς μοναχικός. Αυτή είναι προφανώς μια έμμεση αλλά σαφής αναφορά στον Ρουσσώ. Ο Βολταίρος είχε αρνηθεί ότι ο αρχέγονος άνθρωπος ήταν μοναχικός, ήδη από το «La philosophie de l’histoire».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 190)

 

 

Advertisements