Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ  ΙΗ’

H«σλαβοφιλία» ήταν μια πνευματική κίνηση η οποία εξεκίνησε στον 19ο  αιώνα και επεδίωκε την περαιτέρω ανάπτυξη της Ρωσικής Αυτοκρατορίας,  με βάση  τις αξίες και τους θεσμούς που προήρχοντο από την πρώιμη ιστορία της. Οι σλαβόφιλοι αντετίθεντο σφοδρώς στις  επιρροές της Δυτικής Ευρώπης στην Ρωσία. Υπήρχαν παρόμοιες κινήσεις στην Πολωνία, στην Ουγγαρία και στην Ελλάδα. Αναλόγως με το υφιστάμενο ιστορικό πλαίσιο, το αντίθετον αυτής της πνευματικής κινήσεως θα ημπορούσε να χαρακτηριστεί  ως «σλαβοφοβία», ένας φόβος εναντίον της σλαβικής επιρροής και του σλαβικού πολιτισμού, ή ακόμη και αυτό που μερικοί Ρώσοι διανοούμενοι ονομάζουν «ζαπαντνίτσεστβο» («δυτικισμός»).

Το κίνημα των σλαβοφίλων συνδέεται με τις νίκες του Τσάρου Αλεξάνδρου του Α΄(1801-1825) κατά τους ναπολεοντείους πολέμους, κατα τους οποίους ανεπτύχθη εντονώτερον η ακτινοβολία της πολιτικής επιρροής της αυτοκρατορικής Ρωσίας στην Ευρώπη, καθώς ο μεν Τσάρος εθεώρει ότι ήταν απεσταλμένος από τον Θεό ώστε να επιβάλει μόνιμο ειρήνη στην Ευρώπη, ενώ οι λαοί της «βραδέως σηπομένης» Δύσεως, όταν δεν εφοβούντο την Ρωσία, ήσαν πλέον αναγκασμένοι, -τουλάχιστον- να την σέβονται.

Κατά μίαν έννοιαν, δεν υπήρχε μία, αλλά πολλές σλαβοφιλίες ή πολλοί κλάδοι  του ιδίου κεντρικού κορμού. Μερικοί ήσαν «αριστεράς» αποχρώσεως  και ετόνιζαν ότι οι προοδευτικές ιδέες όπως η δημοκρατία, ήσαν εγγενείς προς την ρωσικήν εμπειρία, όπως θεωρούν πως αποδεικνύεται από την θεωρουμένη  «άωρο δημοκρατία» του μεσαιωνικού Νόβγκοροντ. Μερικοί άλλοι, δεξιάς αποχρώσεως κλάδοι, ετόνιζαν την μακραίωνη παράδοση του αυταρχικού  και αυτοκρατορικού Τσάρου ως την πεμπτουσία της ρωσικής φύσεως, του βαθυτέρου ρωσικού χαρακτήρος.

Οι σλαβόφιλοι ήταν αποφασισμένοι να προστατεύσουν αυτά τα χαρακτηριστικά  που επίστευαν ότι ήσαν μοναδικές ρωσικές παραδόσεις, και αφορούσαν στον μοναδικό ρωσικό πολιτισμό. Λειτουργούντες έτσι  απέρριψαν τον ατομικισμό. Ο ρόλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας εθεωρήθη από αυτούς ως σημαντικότερος από τον ρόλο του κράτους. Οι  σλαβόφιλοι αντετέθησαν στον  σοσιαλισμό ως παράγωγο ξένης σκέψεως, ενώ ο ρωσικός μυστικισμός ήταν γι’ αυτούς προτιμότερος από τον «δυτικό ορθολογισμό». Η αγροτική ζωή εγκωμιάστηκε από την σλαβόφιλη  κίνηση, η οποία αντετίθετο στην εκβιομηχάνιση και στην αστική ανάπτυξη, ενώ η προστασία της εγκοσμίου «Κοινότητος»  («Mir») εθεωρείτο  ως ένα σημαντικό μέτρο για την πρόληψη της  παθολογικής, ξενοκινήτου και τρόπον τινά «καρκινωματώδους» αναπτύξεως  της εργατικής τάξεως, εκτός του  συλλογικού κορμού και εις βάρος του.

Το κίνημα εγεννήθη στην Μόσχα το 1830. Αντλών έμπνευση και θεωρητική στοιχείωση  από τα έργα των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας. Ο ποιητής Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ, διαπρεπής φιλόσοφος και θεολόγος  (1804-1860) και οι ευλαβείς Ορθόδοξοι συναδέλφοί του, επεξεργάσθησαν ένα πολυεπίπεδο παραδοσιακό δόγμα, το οποίον διεκήρυξεν ότι η Ρωσία έχει τον ιδικόν της, μοναδικό και κεχωρισμένο τρόπο ιστορικής πορείας και αναπτύξεως, ο οποίος πρέπει να αποφεύγει  την μίμηση των «Δυτικών» θεσμών. Ειδικώς ο Χομιακώφ, ανεδείχθη σε κορυφαίον εκπρόσωπο του κινήματος των σλαβοφίλων, αφού το επηρέασεν ιδιαιτέρως, όχι μόνον στις θεολογικές του τάσεις, αλλά και στις βαθύτερες  σχέσεις του με την Ορθόδοξο Εκκλησία κατά τους νεοτέρους χρόνους. Αυτός προήρχετο από εξόχως πλουσία αριστοκρατική οικογένεια, έλαβεν δε  εξαιρετική φιλοσοφική και αξιόλογο θεολογική παιδεία, ενώ συνεδύαζε την θεολογία με το αξιολάτρευτο ρομαντικό πνεύμα της γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της εποχής του. Ανεζήτει επιμόνως την νέα ρωσική ταυτότητα μεταξύ του μεγαλοπνόου οράματος της ρωσικής αυτοκρατορικής προοπτικής και της Ορθοδόξου «Εθνικής Συνειδήσεως», με  αμετάθετον πνευματικό πυρήνα την Ορθοδοξία, καθώς και με απαξιωτικήν αμφισβήτηση των δομών λειτουργιών του κατακερματισμένου χριστιανικού κόσμου της Δύσεως.

Οι Ρώσοι σλαβόφιλοι επέκριναν σφόδρα  τον εκσυγχρονισμό του Μεγάλου Πέτρου και της Μεγάλης Αικατερίνης, μάλιστα δε κάποιοι εξ αυτών υιοθέτησαν ακόμη … και  τα παραδοσιακά φορέματα που εφέροντο  προ του Πέτρου (που εισήγαγε την «δυτικότροπο» ενδυμασία).

Η πολιτική ιδεολογία του σλαβοφιλικού κινήματος, αναπτυσσομένη εντός αυτών των ψυχοπνευματικών πλαισίων, εσυνοψίσθη στην περίφημο διακήρυξη του φιλολόγου, αρχαιολόγου και συγγραφέως, Προέδρου της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών από το 1818, Υπουργού Παιδείας Κόμητος Σεργκέϊ Συμεώνοβιτς Ουβάρωφ (1833-49), ήτοι : «Ορθοδοξία, Aυτοκρατορία, Eθνότης». Η εγκύκλιός του με τον τίτλον αυτόν (που απεστάλη στους υφισταμένους του Διευθυντές Εκπαιδεύσεως των Περιφερειών, στις 2 Απριλίου 1833) εμπεριείχε ένα ισχυρώς «αντιδυτικό» πνεύμα τόσον από πλευράς φιλοσοφικού, όσον και θεολογικού περιεχομένου, επίσης δε εστίαζε στα νέα αυτοκρατορικά οράματα του ρωσικού έθνους.

Η φιλοσοφική προοπτική του κινήματος των σλαβοφίλων ανεπτύχθη κυρίως από τους πρωτοπόρους του, Ιβάν Βασίλιεβιτς Κιρέεφσκυ  (1806-56), Αλεξάντρ Ιβάνοβιτς  Κοσέλεβ (1806-83), Κωσταντίν Σεργέγιεβιτς Ακσάκοφ (1817-60) και Γιούρι Φεντόροβιτς Σαμάριν (1819-76), και πολλούς άλλους, αφ’ενός μεν υπό την επίδραση του ρομαντικού Πνεύματος και της «φωτεινής τριάδος» των μεγάλων Γερμανών ιδεαλιστών φιλοσόφων (Φίχτε, Σέλλινγκ και Χέγκελ), αφ’ ετέρου δε με την ευρεία και πρόθυμο στήριξη των διαδόχων του Αλεξάνδρου, των  Τσάρων Νικολάου του Α΄ (1825-55) και Αλεξάνδρου του  Β΄ (1855-85).

Η άρρηκτος σχέση της σλαβοφιλίας με την πνευματική παράδοση της Ορθοδοξίας προσέδωκε στην φιλοσοφική προοπτική των σλαβοφίλων έτι εντονώτερο θεολογικό περιεχόμενο, καθώς ο μεν Ακσάκοφ, [o οποίος ήταν αφοσιωμένος οπαδός του φιλοσοφικού συστήματος του μεγάλου Χέγκελ  («φαινομενολογία του πνεύματος»)], εδέχθη εντονοτάτη επίδραση από τον Χομιακώφ, (για να αποσυνδεθεί από τις ακραίες θέσεις του εγελιανού συστήματος, ώστε να το προσαρμόσει στην «αντιδυτική» θεολογική του προοπτική), ο δε Κιρέεφσκυ συνέδεσε τελικώς το κίνημα με την Πατερική παράδοση και ειδικότερον με την Ησυχαστική ασκητική πνευματικότητα της περιβοήτου μονής Όπτινα.

Συνεπώς, όλοι οι σλαβόφιλοι φιλόσοφοι, θεολόγοι ή διανοητές, είχαν κοινή πεπεοίθηση και συνείδηση ότι το ρωσικόν έθνος έχει ένα λαμπρό παρελθόν και η ρωσική αυτοκρατορία ένα ένδοξο παρόν, συνεπώς και οι μελλοντικές τους δυνατότητες είναι απεριόριστες, εκπτυσσόμενες  σε μιαν «οικουμενική προοπτική», εφόσον αξιοποιηθεί δεόντως το πνεύμα της Ορθοδοξίας, ήτοι της διαχρονικής ψυχής του ρωσικού λαού.

Ο έγκριτος Ρώσος πολιτικός επιστήμων και Διευθυντής  του «Κέντρου Ανατολικοευρωπαϊκών Ερευνών», Αντρέϊ Νικολάγιεβιτς Οκάρα υποστηρίζει πως η  κατάταξη της κοινωνικής σκέψεως του 19ου  αιώνος, σε τρεις ομάδες, στους  Δυτικιστές – Δυτικοποιητές, στους Σλαβοφίλους και στους Συντηρητικούς, ταιριάζει επίσης και στις πραγματικότητες της πολιτικής και κοινωνικής καταστάσεως στην σύγχρονο Ρωσία. Σύμφωνα με αυτόν, τα παραδείγματα των συγχρόνων Σλαβοφίλων περιλαμβάνουν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, τον Αναπληρωτή Πρωθυπουργό από  το 2011, επικοινωνιολόγο και οικονομολόγο Ντιμίτρι Ολέγκοβιτς Ρογκόζιν και τον οικονομολόγο Σεργκέι Γιούριεβιτς Γκλαζίεβ, αμφοτέρους μέλη του Εθνικού Πατριωτικού Κόμματος «Μητέρα» – («Ροντίνα»).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 191)

 

 

Advertisements