Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΚΗ΄

H ποικιλομορφία του ανθρώπου ετονίσθη από τον Χένρυ Χόουμ, Λόρδο Καμς (1696-1782) έτι εντονότερον του Βολταίρου. Ο Καμς, ένα Σκώτος νομικός και φιλόσοφος, δικαστής, συγγραφεύς και βελτιωτής γεωργικών καλλιεργειών, ήταν ένας άνθρωπος με λίαν ευρέα ενδιαφέροντα, κεντρικό πρόσωπο του Σκωτικού Διαφωτισμού, ιδρυτικόν μέλος της «Φιλοσοφικής Εταιρείας του Εδιμβούργου», δραστηριοποιημένος στην «Εταιρεία της Επιλογής», η οποία ίδρυσε ένα θυγατρικόν της σώμα, την «Εδιμβουργιανή Εταιρεία ενθαρρύνσεως Τεχνών, Επιστημών, Κατασκευών και Γεωργίας στην Σκωτία». Προς το τέλος της ζωής του εδημοσίευσεν ανωνύμως ένα βιβλίο σε δύο τόμους, με τίτλον «Περιγράμματα της ιστορίας του ανθρώπου» (1774). Όπως ο ίδιος σεμνώς και εν μέρει δικαίως εδήλωσε, το βιβλίον του «Δεν προορίζεται για τους μορφωμένους. Αυτοί υπέρκεινται αυτού». Είναι ένα περίεργο έργο. Ο  γράφων απορρίπτει περιφρονητικώς την ταξινόμηση των ζώων του Καρόλου Λινναίου. Ο Χόουμ  ήταν οπαδός της «πολυγενέσως» ή «πολυγενεσίας», (θεωρία σύμφωνα με την οποίαν οι διάφορες ανθρώπινες φυλές προέρχονται από περισσοτέρους τού ενός αρχικούς τύπους) και  επίστευε ότι ο Θεός είχε δημιουργήσει διαφορετικές φυλές της γης σε ξεχωριστές περιοχές. Στο βιβλίον του ο Χόουμ ισχυρίσθηκε ότι το περιβάλλον, το κλίμα, ή η κατάσταση της κοινωνίας δεν θα ημπορούσαν να ευθύνονται για τις φυλετικές διαφορές, έτσι ώστε οι φυλές πρέπει να προέρχονται από σαφώς διαφορετικές, κεχωρισμένες ομάδες ανθρωπίνων όντων. Οι ανωτέρω αναφερόμενες μελέτες εδημιούργησαν το επιστημονικόν είδος της «Ιστορίας του Πολιτισμού» και εκαθόρισαν τους τομείς της ανθρωπολογίας και της κοινωνιολογίας, άρα, ως εκ τούτου, την σύγχρονο μελέτη της ιστορίας επί διακόσια έτη.

Το πόνημα του Λόρδου ομοιάζει προς μιαν ταξινόμηση των βιβλίων σε μια βιβλιοθήκη με βάση  το μέγεθος ή την βιβλιοδεσία τους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη …. το περιεχόμενό τους! Ημπορεί να χρησιμεύσει ενδεχομένως ως ένα είδος λεξικού, αλλά δεν είναι χρήσιμον ουδενός άλλου γνωστικού  σκοπού, εξ όσον έγινε γνωστόν έως τούδε. …. Τι θα εσκέπτετο άλλωστε ένας απλός, «μη μορφωμένος»  άνθρωπος της εποχής του, σχετικώς με μια ταξινομική φυσιοδιφική μέθοδο,  η  εφαρμογή της οποίας, π.χ. στην θαλάσσιο ζωή,  αρνείται πως μια φάλαινα είναι ιχθύς;

Σκοπός του Καμς είναι να αντικρούσει την ιδέα ότι οι διαφορές μεταξύ των ειδών των ανθρωπίνων όντων ημπορεί να οφείλονται σε περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Αφιερώνει πολλές σελίδες για να τονίσει τις διανοητικές διαφορές μεταξύ των λαών και την απιθανότητα η ύπαρξή τους, να προκαλείται από το περιβάλλον. Ο ίδιος αποκαλεί τον Μοντεσκιέ «έναν μεγάλο υπερασπιστή του κλίματος» ως σφαλερού αιτίου αυτών των διαφορών. Λέγει ότι η επιχειρηματολογία στην οποίαν κυρίως στηρίζεται ο ίδιος, είναι πως «…εάν ήσαν όλοι οι άνθρωποι ενός είδους, ποτέ δεν θα ημπορούσανε να υπάρξουν, χωρίς ένα θαύμα, διαφορετικά είδη, όπως υπάρχουν σήμερα». Θεωρεί ότι το προφανές συμπέρασμα θα ήταν πως ο Θεός δεν εδημιούργησε ένα ζεύγος ανθρωπίνων όντων, αλλά πολλά ζεύγη με διαφορετικούς χαρακτήρες, όλα προσαρμοσμένα στα περιβάλλοντα στα οποία τα ετοποθέτησεν. Αυτό, ωστόσον, ο ίδιος το θεωρεί ως μη αποδεκτόν, διότι είναι αντίθετο προς την βιβλική αφήγηση,  ως εκ τούτου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, όταν οι άνθρωποι διεσκορπίσθησαν από την Βαβέλ, ο Θεός τους εχώρισεν σε διαφορετικά είδη, ήδη κατάλληλα για διαφορετικά κλίματα.

Το βιβλίον του Καμς αξίζει να σημειωθεί, όχι τόσον πολύ για την οιανδήποτε αξία πιθανώς διαθέτει, αλλά ως έναυσμα διαμάχης που προεκλήθη στα χρόνια μετά την δημοσίευσή του. Ο πολύς Μπλούμενμπαχ, ο θεμελιωτής της φυσικής ανθρωπολογίας, τον αναφέρει αρκετές φορές (συνήθως με το οικογενειακόν όνομα του, Χένρυ Χόουμ), καθώς και σε κάθε περίπτωση όπου διαφωνεί προς αυτόν.

Ο Πρεσβυτεριανός αιδεσιμότατος  Σάμουελ Στάνχοουπ Σμιθ, (1751 -1819) διετέλεσε Καθηγητής της Ηθικής Φιλοσοφίας στο Κολλέγιον του New Jersey και  έβδομος Πρόεδρος του Κολλεγίου (τώρα Πανεπιστήμιον Princeton), στα έτη 1795-1812. Ο Σμιθ ήταν στην ανθρωπολογία του εμπειριστής και υπήρξεν ένας «Λαμαρκιανός  προ του  Λαμάρκ», ο οποίος μάλιστα προσεπάθησε να μεσολαβήσει μεταξύ επιστήμης και θρησκευτικής ορθοδοξίας. Στο έργον του, εξέφρασε προοδευτικές απόψεις σχετικώς με τον γάμο και αντιλήψεις κατά της δουλείας και περί ισοτιμίας των φυλών. Η δευτέρα έκδοση του βιβλίου του «Δοκίμιον περί των Αιτίων  της Ποικιλίας της Χροιάς και του Σώματος στο Ανθρώπινον Είδος» (1810), κατέστη σημαντική ως ισχυρόν εργαλείο, ενάντιον στην αύξηση της φυλοκεντρικότητος της εθνολογίας του 19ου  αιώνος.

Αντετάχθη στις φυλετικές ταξινομήσεις σπουδαίων φυσιοδιφών, όπως ο Γιόχαν Φρήντριχ Μπλούμενμπαχ, ο Ζωρζ Λουί Λεκλέρκ – Κόμης ντε Μπυφόν και ο Κάρολος Λινναίος.  Σε αυτό του το κείμενο, η προσπάθειά του να εξηγήσει την ποικιλία των φυσικών εμφανίσεων μεταξύ των ανθρώπων εμπεριέχει μιαν εξόχως έντονο περιβαλλοντική προοπτική. Ένα παράδειγμα που  μας παρέχει, περιλαμβάνει «τους μαύρους στις Νότιες Πολιτείες». Ο Σμιθ εσημείωσεν ότι οι σκλάβοι των αγρών  είχαν περισσότερον σκοτεινή χρώση του δέρματος και παρουσία άλλων «αφρικανικών» χαρακτηριστικών απ’ ότι οι «κατοικίδιοι σκλάβοι» και υπέθεσεν ότι η έκθεση των δευτέρων στον λευκό, ευρωπαϊκό πολιτισμό μέσω των …. «πολιτισμένων» αυθεντών τους, ήλλαξεν επίσης και την …. ανατομία τους.

Στο δοκίμιόν του, ο Σμιθ  υπεστήριξεν επίσης ότι η χροιά των Νέγρων δεν ήταν τίποτε περισσότερον από μια τεραστία φακίς, που καλύπτει ολόκληρο το σώμα, ως αποτέλεσμα μιας υπερπαραγωγής – υπερπροσφοράς χολής, η οποία προεκλήθη από τα  τροπικά κλίματα. Σε αυτό το δοκίμιον, ο Σμιθ  περιέγραψε την βασική βιολογικήν ιδέα περί της «σεξουαλικής επιλογής», αυτό δε μάλιστα συνέβη πριν εκλαϊκεύσει και διαδώσει αργότερον ο Κάρολος Δαρβίνος  την θεωρία του περί αυτής.

Στο δοκίμιο συμπεριέλαβε και ένα ειδικό άρθρο με τίτλο «Περιορισμοί επί της  πραγματείας του Λόρδου Καμς σχετικώς με την αρχική ποικιλομορφία της ανθρωπότητος». Οι «Περιορισμοί» ήσαν  αρκετά αποτελεσματικοί, αλλά εδώ το έργον του δεν ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο. Απλώς επισημαίνει μια σειρά από αποδεδειγμένα σφάλματα που διεπράχθησαν από «αυτόν τον διάσημο φιλόσοφο. … Σε όλα τα γραπτά του συγγραφέως, δεν υπάρχει άλλο παράδειγμά του με τέτοια τόσον αδύναμη και ασαφή αιτιολογία». Το κύριον μέρος του βιβλίου του Σμιθ, το οποίον εβασίσθη σε μια διάλεξη  που διενήργησε στην Φιλαδέλφεια το 1787, συνίσταται στην υποστήριξη της πεποιθήσεώς του ότι, όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν μια κοινή καταγωγή. Χρησιμοποιεί κάποιαν ιδιαιτέρα ευστροφία για να επεξηγήσει ορισμένα γεγονότα, που εκ πρώτης όψεως έρχονται σε αντίθεση με αυτήν την θεωρία. Πιστεύει ότι οι διαφορές στο κλίμα είναι η κυρία αιτία της πολυμορφίας των φυλών, αλλά θεωρεί και «την κατάσταση της κοινωνίας» ως έναν άλλο σημαντικό παράγοντα. Επίσης παραδέχεται ότι, οι πληθυσμιακές μεταναστεύσεις ευθύνονται για μερικά από τα γεγονότα που άλλως δεν εξηγούνται ευκόλως. Υπάρχουν, επιπλέον, «μυστικές αιτίες της διαφοράς, καθώς υφίστανται ποικιλίες της ιδίας οικογενείας».

Ο Σμιθ  κατέστησε απολύτως σαφές ότι, κατά την γνώμη του, οι αλλαγές που παρήχθησαν  από το περιβάλλον κληρονομούνται  και  είναι σωρευτικές σε ισχύ: «Τα αποτέλεσμα προοδευτικώς αυξάνουν  από την μια γενεά στην άλλη ….η ομοιότης των γονέων μεταδίδεται στα παιδιά …. Βλέπουμε ότι το σχήμα του σώματος, το ανάστημα, η χροιά, τα χαρακτηριστικά, οι ασθένειες, ακόμη και οι δυνάμεις του νου, καθίστανται κληρονομικά …. όταν οποιαδήποτε αλλαγή καταστεί ενσωματωμένη, ούτως ειπείν, μεταδίδεται ομού με άλλες συστατικές ιδιότητες, στους απογόνους.»

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο Σμιθ  και  άλλοι φιλόσοφοι και επιστήμονες των προ-Δαρβινείων ημερών, επίστευαν στην καταγωγή ολοκλήρου της ανθρωπότητος από ένα μόνον ανθρώπινον είδος, ήσαν  οπαδοί της «μονογενέσεως», όπως απεκλήθη αργότερον, επίσης δε ήσαν υπό περιορισμένην έννοια  εξελικτιστές, αν και οι  απόψεις τους σχετικώς με τα αίτια της εξελικτικής διαδικασίας υπήρξαν εσφαλμένες.

Η πεποίθησή του ότι όλη η ανθρωπότης μοιράζεται μιαν ενιαία καταγωγή, απείχε από το να καταστήσει τον Σμιθ απολογητή της ισότητος. Γράφει «Και οι Οττεντότοι, οι Λάπωνες  και οι άνθρωποι  της Νέας Ολλανδίας είναι οι πλέον ηλίθιοι από την ανθρωπότητα …. πλησιάζουν … είναι οι εγγύτατοι στην  κτηνώδη δημιουργία.» Είναι ιδιαιτέρως αυστηρός εναντίον των Οττεντότων, τους οποίους περιγράφει  ως «… στους τρόπους τους, οι πλέον κτηνώδεις και στις ικανότητες των νοών τους προσεγγίζοντες εγγύτατα τα κτήνη, περισσότερον από οποιοδήποτε  των ανθρωπίνων ειδών».

Οι απόψεις του Σμιθ για την προέλευση της ανθρωπότητος ήσαν εν μέρει όμοιες προς εκείνες του Γιόχαν Γκότφρηντ Χέρντερ (1744-1803), αν και ο τελευταίος διέκειτο ευνοϊκότερον προς τους ολιγότερον προηγμένους λαούς του κόσμου. Αυτός ο Γερμανός φιλόσοφος, θεολόγος και αυθεντία στην γλωσσολογία, διετήρει ένα ιδιαιτέρως φιλικόν συναίσθημα προς τονς «Λαούς» («Vυlker») του κόσμου, ενώ  ήταν μελετητής και θαυμαστής των λαϊκών – δημωδών ασμάτων των διαφόρων εθνών. Το βιβλίον του «Ιδέες περί της φιλοσοφίας της ιστορίας της ανθρωπότητος» («Ideen zur Philosophie der Geschichte der Menschheit») θεωρείται το αριστούργημά του. Η πρώτη έκδοση ενεφανίσθη σε ξεχωριστά τμήματα από το 1784 έως το  1791.  Σε αυτό το βιβλίο γράφει σχετικώς με το «εθνικόν ζήτημα». Είναι δύσκολο να τον προσμετρήσουμε αρχικώς ως σοβαρόν απολογητή (και κατά τα επόμενα έτη ως  δυσμενή κριτικό) του Καντ  ή ως εμπνευστή του Γκαίτε, διότι κάποια επιχειρήματά του φαίνονται μάλλον αδύναμα, και μερικά πράγματι ανόητα. Για παράδειγμα, λέγει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι σε εσωτερική ανατομία και επίσης -….σχεδόν απίστευτο-ότι μερικές εκατοντάδες έτη πριν, οι κάτοικοι της Γερμανίας ήσαν …. Παταγόνιοι! Αναφέρει τον Μπλούμενμπαχ αλλά δεν συμφωνεί με την διαίρεση της ανθρωπότητος σε φυλές. Ισχυρίζεται : «Η φυλή [αυτός χρησιμοποιεί αυτήν ακριβώς την λέξη] υπονοεί μια διαφορετική προέλευση» και αυτήν την διαφορά ο ίδιος την αρνείται. Επιμένει : «Συνεπώς κάθε λαός είναι λαός» («..Denn jedes Volk ist Volk»), καθώς γι’ αυτόν η πραγματικότης  δεν είναι η φυλή, αλλά το έθνος με την εθνική του γλώσσα. Η εμμονική έμφασή του στον Λαό (Volk) …. προαναγγέλλει τον Σπένγκλερ, αν και αυτός δεν ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως για την γλώσσα ως μια συνδετική δύναμη, όπως ο Χέρντερ.

Ο Χέρντερ επιδεικνύει καλυτέρα αίσθηση της πραγματικότητος απ’ ό,τι ορισμένοι από τους φιλοσόφους  της εποχής του, απορρίπτων εμφατικώς την ιδέαν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι  θα ημπορούσαν να θεωρηθούν ως άνθρωποι. Μας λέγει ότι η φύση έχει κατατμήσει τους πιθήκους και κερκοπιθήκους («μαϊμούδες») σε πολλά γένη και είδη, αλλά ο άνθρωπος είναι ενιαίον είδος. Γράφει : «Ούτε ο Πόνγκο (Pongo – Ουρακοτάγκος) ούτε ο Μακρόχειρ (Longimanus  – Γίββων) είναι αδελφός σας,  αλλά πραγματικά ο Αμερικανός («Ινδιάνος») και  ο Νέγρος είναι.»

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 191)

Advertisements