Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ  ΙΘ’

Tα δόγματα των σπουδαίων στοχαστών Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ (1804-1860), Ιβάν Βασίλιεβιτς Κιρέεφσκυ (1806-1856), Κωσταντίν Σεργέγιεβιτς Ακσάκοφ (1817-60) και των άλλων Σλαβοφίλων διανοητών, είχαν μια βαθυτάτη επίδραση στον ρωσικό πολιτισμό, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής «Σχολής της Ρωσικής Αναβιώσεως» (γενικός όρος γιά έναν αριθμό διαφορετικών υφών στην ρωσική αρχιτεκτονική,  «ψευδορωσικό» «νεορωσικό» και «ρωσοβυζαντινό», τα οποία ανεδύθησαν στο δεύτερο τέταρτο του  19ου  αιώνος, και ήσαν ένα εκλεκτικό μείγμα βυζαντινής αρχιτεκτονικής και ρωσικής αρχιτεκτονικής «προ του Μεγάλου Πέτρου»),  των «Πέντε» Ρώσων συνθετών, [«Η ισχυρά δραξ» ήσαν πέντε προέχοντες Ρώσοι μουσικοσυνθέτες του  19ου  αιώνος, οι οποίοι  εργάσθηκαν ώστε να παραχαθεί μια σαφώς διακριτή ρωσική κλασική μουσική. Οι Μίλυ Αλεξέγιεβιτς Μπαλακίρεφ (αρχηγός τους), Τσέζαρ Αντώνοβιτς Κουί, Μοντέστ Πέτροβιτς Μουσόργκσκι, Νικολάϊ Αντρέγιεβιτς Ρίμσκι-Κόρσακοφ και Αλεξάντερ Πορφυρίεβιτς Μποροντίν, έζησαν άπαντες στην Αγία Πετρούπολη και συνεργάσθηκαν από το  1856 έως το 1870. Είναι επίσης γνωστοί ως η «Νέα Ρωσική Σχολή»], του μυθιστοριογράφου Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ, του ποιητού Φιόντορ Ιβάνοβιτς Τιούτσεφ και του λεξικογράφου Βλαντίμιρ Ιβάνοβιτς Νταλ. Ο αγών τους για την καθαρότητα της ρωσικής γλώσσης, είχε κάτι κοινό με τις ρωσοκεντρικές ασκητικές απόψεις του μεγάλου Λέοντος Νικολάγιεβιτς Τολστόϊ.

Το δόγμα της «Συλλογικότητος» («Σομπόρνοστ») και ο όρος που εχρησιμοποιήθη για να αποδώσει την οργανική ενότητα και απαρτίωση της λαϊκης κοινότητος, επενοήθη από τους Κιρέεφσκυ και  Χομιακώφ. Με σκοπό να περιγραφεί η «κοινότης πλήθους συζώντων ανθρώπων», και να τονισθεί η  ανάγκη της διανθρωπίνης συνεργασίας εις βάρος του ατομισμού, η αντίληψη αυτή εστηρίχθη στην προτεινομένη εύλογο λύση μιας αντιθέσεως μεταξύ ομάδων, δια της οιονεί μεταξύ τους ειρήνης, αφού εστιάσουν στα κοινά τους χαρακτηριστικά, τα κατανοήσουν, και τα καλλιεργήσουν συνεργικώς.

Ο Χομιακώφ επίστευε ότι η Δύση χάνει σταδιακώς την ενότητά της, επειδή είχε εγκολπωθεί απεριορίστως τον Αριστοτέλη και τον καθοριστικό ατομισμό του. Ο Κιρέεφσκυ επίστευε ότι ο Χέγκελ και ο Αριστοτέλης αντιπροσώπευαν το ίδιο ιδεώδες ενότητος. Οι Χομιακώφ και Κιρέεφσκυ εχρησιμοποίησαν αρχικώς τον όρο «Σύναξη» («Σομπόρ») για να ορίσουν την συνεργασία εντός της ρωσικής «Κοινότητος» («Ομπτσίνα») ανθρώπων ηνωμένων με την εθνική καταβολή, με σειρά κοινών πεποιθήσεων και με τις Ορθόδοξες αξίες, σε αντίθεση με την λατρεία του ατομικισμού στην Δύση. Σκοπός των Σλαβοφίλων ήταν να τονίσουν την επιτακτική ανάγκη συνεργασίας μεταξύ των ανθρώπων, εις βάρος του απανθρώπου ατομικισμού. Συμφώνως προς τον Χομιακώφ, η Ορθόδοξη Εκκλησία συνδυάζει οργανικώς στην ίδια, τις αρχές της ελευθερίας και της ενότητος, ενώ η Καθολική Εκκλησία αξιώνει μεν την  ενότητα, χωρίς όμως ελευθερία. Αντιθέτως, ο Προτεσταντισμός, η «Διαμαρτύρηση», εμπεριέχει την ελευθερία, αλλά δίχως ενότητα. Στην ρωσική κοινωνία της εποχής τους, οι Σλαβόφιλοι διεπίστωσαν πραγματωμένα τα ιδανικά της «Συλλογικότητος» στην «Κοινότητα» των αγροτών. Αυτή ανεγνώριζε μεν την υπεροχή της συλλογικότητος, αλλά εγγυάτο  την απρόσβλητο ακεραιότητα και ευημερία του ατόμου εντός αυτής της συλλογικότητος.

Η πεφωτισμένη αυτή σύνθεση «ατόμου – συνόλου» προεβλήθη ως εξόχως σημαντική, τόσον για την ίδια την εθνική ταυτότητα της Ρωσίας, όσον και για την οικουμενική, την πλανητική της αποστολή, ως «Νέας Ρώμης». Στην αποστολή αυτήν, η Ορθοδοξία κατείχε αξονική θέση, όχι μόνον ως μία ανεκτίμητος πνευματική κληρονομία του παρελθόντος, αλλά και ως μία επιβεβαιωθείσα ιστορικώς, λίαν ασφαλής εγγύηση για τις μεγαλόπνοες μελλοντικές προοπτικές της. Υπό την έννοιαν αυτήν, υπό την επίδραση του  Χομιακώφ, επίκεντρον της ιδεολογίας των Σλαβοφίλων κατέστη όχι απλώς και μόνον μια καθαρώς φιλοσοφική, πολιτιστική και  πολιτική αναζήτηση – όπως αρχικώς εξεκίνησεν- αλλά μια ευρυτέρα, ψυχοπνευματική, ορθόδοξη θεολογική «οικουμενική προοπτική» της πατερικής Παραδόσεως, η οποία ετόνιζε και προέβαλε ισχυρώς την Ασκητική, και ιδιαιτέρως την πνευματικότητα του Ησυχασμού.

Βεβαίως, οι Σλαβόφιλοι φιλόσοφοι – θεολόγοι και γενικότερον στοχαστές – διανοητές, καίτοι «εκυοφορήθησαν»  εντός της «μήτρας» των αρχών του γερμανικού ιδεαλισμού, συνάμα απέρριψαν σφόδρα την ατομοκεντρική και στείρως οικονομιστική ιδεολογία του ορθολογισμού και του αψύχου θετικισμού της δυτικής διανοήσεως και της θεολογίας αυτής. Βεβαίως εχρησιμοποίησαν την ρωμαλέα και παραγωγική «τριαδική» διαλεκτική μεθοδολογία («θέση – αντίθεση – σύνθεση») και τις ιδέες του γερμανικού ιδεαλισμού [ότι δηλαδή οι ιδιότητες που προσδίδουμε στα διάφορα πράγματα μέσω της ανακαλύψεώς τους, εξαρτώνται από τον τρόπον με τον οποίον τα αντικείμενα αυτά εμφανίζονται σε εμάς και γίνονται καταληπτά ως «αισθητότητες», δηλαδή ως μείγμα σήματος των αισθητηριακών μας οργάνων και της εμπειρίας μας, (όπως αυτή υφίσταται συσσωρευμένη μέσω του γονιδιακού μας επικαθορισμού και των πρωίμων παραστάσεών μας), ήτοι ως μείγμα που σηματοδοτεί και νοηματοδοτεί τις αντιλήψεις μας], συνθέτοντες τελικώς την ορθόδοξο εθνοκρατική ιδεολογία τους, τόσον με το πνεύμα της «Οργανικής Ολότητος» («Organische Ganzheit») του γερμανικού ιδεαλισμού, όσον και με τον ένθεον εσωτεριστικόν μυστικισμό της Ησυχαστικής παραδόσεως.

Συνεπώς, το σλαβοφιλικό κίνημα, το οποίον διεκδικούσε τον αποκλειστικόν χαρακτήρα μιας ρωσικής και ορθοδόξου πολιτιστικής προτάσεως με απεριόριστο οικουμενική προοπτική, μετέφερε δυναμικώς την λαμπερά και  πανίσχυρο φιλοσοφική διαλεκτική του γερμανικού ιδεαλισμού εντός των πλαισίων της πατερικής Παραδόσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πιθανώς αυτή είναι η βαθυτέρα αιτία  για την οποίαν το  κίνημα, παρά την πολεμική αντιδυτική του ρητορική, και την εμμονική χρηστική αναφορά στην Πατερική παράδοση, δεν ωρίμασε ουσιαστικώς και πλήρως ως γνήσιος αντιδυτικός «τρόπος», ούτε ποτέ κατέστη αρτίως και κυριολεκτικώς Ορθόδοξο. Οι Σλαβόφιλοι υπεστήριξαν με αφοσίωση, αφ’ ενός μεν την αναγκαιότητα της «συμβατικής συζυγίας» της μοναρχίας του Τσάρου στο Κράτος και του Πατριάρχου Μόσχας στην Ορθόδοξο Ρωσικήν Εκκλησία, αφ’ ετέρου δε την λόγω «ιστορικής πιέσεως» σύνδεση της πυρηνικής αυτής συζυγίας με τις νέες προτάσεις περί ατομικών ελευθεριών του λαού, τις οποίες όμως προσεδιόριζαν με  ακλόνητα κριτήρια της ιδεαλιστικής «Φιλοσοφίας της Ιστορίας» και υπό την καθαρώς εθνική – εθνοφυλετικήν έννοιαν του  «Έθνους» («Ναρόντνοστ»).[Στην προαναφερομένη «Φιλοσοφία της Ιστορίας»  ο φιλόσοφος αναλαμβάνει να θεωρήσει φιλοσοφικώς την παγκόσμιο ιστορία, λαμβάνων ως βάση το γεγονός ότι, η ιστορία εν γένει  εκτυλίσσεται με τον τρόπο του Λόγου, «κινείται ελλόγως». Αυτό δεν σημαίνει πως όλα γίνονται σωστά και αληθινά ή ότι κάποια εξωτερική λογική καθορίζει τα ιστορικά γεγονότα, αλλ’ ότι το ιστορικό γίγνεσθαι ενέχει Λογικότητα, χωρεί ελλόγως, συμβαίνει ως Λόγος καθώς και ως «ιστορικότης», αυτού τούτου του Λόγου. Επομένως, επιδιώκοντες να κατανοήσουμε το ιστορικό γίγνεσθαι, καλούμεθα να μην αφηγούμεθα απλώς ό,τι συμβαίνει, να μην περιοριζόμεθα στην περιγραφική ιστοριογραφία, να μην επαφιέμεθα για την λύση του αινίγματος των ιστορικών πράξεων, στην παιδική απλοϊκή αφέλεια της θρησκευτικής πίστεως, αλλά να εκκινούμε από την επίγνωση ότι «ο Λόγος εξουσιάζει τον κόσμο» και να προϋποθέτουμε, (όχι ως a priori αξίωμα, παρά ως το ζητούμενο) για κάθε ιστορική έρευνα, αυτό και μόνον αυτό «το διανόημα του Λόγου» (ως το οιονεί συναγόμενο από την ιστορικήν έρευνα).]

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 192)

Advertisements