Χωρίς τίτλο.jpg

Η Ελληνική Επανάσταση ως Οικουμενικό Γεγονός      

Όταν μιλάμε για την «Εθνεγερσία», την Επανάσταση του Ελληνικού Έθνους, το νοηματικό φορτίο της λέξης «επανάσταση» προσλαμβάνει ένα ειδικό βάρος ιδιαίτερο, μοναδικό, το οποίο υπερβαίνει το γνωστικό κεκτημένο που κανονικά περικλείεται στην ετυμολογία της.

Και αυτό γιατί κανένα έθνος δεν νοηματοδότησε την ανθρώπινη Ιστορία, όσο το Ελληνικό. Επομένως και οι εθνικοαπελευθερωτικοί του αγώνες δεν σχετίζονται αποκλειστικά και μονοσήμαντα με την ελευθερία του Έθνους των Ελλήνων, και την αποκατάσταση της απολεσθείσας ιστορικής τους αίγλης, αλλά αντανακλούν σε ολόκληρο τον κόσμο.

Είναι γνωστό επίσης ότι οι λέξεις στην ελληνική γλώσσα λειτουργούν σαν ορισμοί. «Ορίζουν» την σημαινόμενη πραγματικότητα – δημο-κρατία (κράτος- εξουσία του δήμου), φιλοσοφία (φιλία σοφίας), παιδ-αγωγία (παίδων αγωγή). Έτσι, η σύνθετη λέξη «επανάσταση», προερχόμενη από το ρήμα επανίσταμαι,  κυριολεκτικά σημαίνει ξαναστέκω. Κάποτε δηλαδή ήμουν όρθιος, έπεσα, και τώρα προσπαθώ να ξανασηκωθώ, να ξανασταθώ. Προκειμένου δε για ένα έθνος, σημαίνει μεταφορικά ότι αυτό προσπαθεί να ανακτήσει μια ελευθερία, αλλά και μια δόξα, που κάποια στιγμή έχασε στο παρελθόν, αλλά κάποτε ξαναείχε. Η χρήση δηλαδή της λέξης «επανάσταση» ως συνώνυμο του ρηξικέλευθου, είναι εσφαλμένη.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, η λέξη revolution (από το αγγλικό revolve και το λατινικό revolvere που σημαίνει περιστρέφω, επανέρχομαι, επαναλαμβάνω), κάκιστα έχει ταυτισθεί με τη λέξη επανάσταση (επανίσταμαι). Η ελληνική λέξη επανάσταση δεν μπορεί να αποδοθεί στα αγγλικά με το περιοριστικό και αναιμικό revolution. Το κατεστημένο, διαφημισμένο και τελικά καθεστωτικό  «revolution», παραπέμπει σε κοινωνικές αναταραχές τύπου Γαλλικής και Οκτωβριανής «επανάστασης», ιστορικές διαδικασίες οι οποίες στρεβλά και καταχρηστικά έχουν χαρακτηρισθεί επαναστάσεις, ενώ στην πραγματικότητα ήσαν εμφυλιοπολεμικές συγκρούσεις.

Και ασφαλώς, η Ελληνική Επανάσταση, όπως παρατήρησε με καταπληκτική οξυδέρκεια ο Γέρος του Μοριά, δεν είχε καμία σχέση με τις άλλες «επαναστάσεις» των ευρωπαϊκών λαών. Αυτές δεν ήταν επαναστάσεις, όπως χαρακτηριστικά είπε ο Εθνάρχης, αλλά εμφύλιοι πόλεμοι. Ο δικός μας αγώνας, είπε, δεν ήταν εμφύλιος, αλλά αγώνας έθνους εναντίον άλλου έθνους, για την ανάκτηση της ελευθερίας το

Υπ’ αυτήν  την έννοια, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ό,τι έχει ονομασθεί «επανάσταση» στην παγκόσμια ιστορία, ήταν αγώνας για να ξανακερδηθεί μια χαμένη δόξα από τα έθνη που τον πραγματοποίησαν. Ή ότι απλά ονομάσθηκε έτσι, η για πρώτη φορά στην ιστορία των εθνών αυτών, δυναμική διεκδίκηση του δικαιώματός τους να αυτοκυβερνώνται, που δεν είναι επανάσταση, αλλά γέννηση κράτους μέσω ενός «επώδυνου τοκετού».

Πάντως, η Ελληνική Επανάσταση, παρότι είναι δεδομένο ότι στόχευε στην ανάκτηση και μιας χαμένης ελευθερίας και μιας χαμένης δόξας, δεν ήταν μόνον αυτό. Ήταν κάτι πολύ πέρα και πάνω από αυτό. Ήταν η ανάσταση ενός έθνους και ταυτόχρονα η δραστική εφαρμοσμένη ελπίδα του, για έναν καλύτερο κόσμο.

Η στιγμή λοιπόν, που το Ελληνικό Εθνος χάνει την ελευθερία του, την 29η Μαϊου 1453, είναι μια μαύρη στιγμή για ολόκληρο τον κόσμο. Η βίαια αποδόμηση του ελληνικού πολιτιστικού παραδείγματος, που για χιλιάδες χρόνια υπήρξε η «πυξίδα» ολόκληρης της ανθρωπότητας, θα οδηγήσει σε έναν πρωτοφανή εκβαρβαρισμό της οικουμένης, η οποία εφεξής θα πορεύεται τυφλά και ανερμάτιστα, σε κατευθύνσεις που δεν οδηγούν πουθενά.

Έτσι αιτιολογείται και το φαινομενικά ανεξήγητα μεγάλο ενδιαφέρον των ισχυρών της γης για τον  έλεγχο του ελληνικού κράτους. Μηδενίζοντας τον «σφυγμό» του Ελληνισμού, οδηγείς την ανθρωπότητα σε απώλεια προσανατολισμού, και την χειραγωγείς όπως επιθυμείς. Για αυτό και στην πρόσφατη ιστορία (συνθήκη της Γιάλτας), οι πλουτοκράτες Έμποροι των Εθνών έφθασαν στο σημείο να παραχωρήσουν σχεδόν ολόκληρη την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια στο «Ανατολικό μπλοκ» για να κρατήσουν κάτω από την «μπότα» τους, την σύμφωνα με τα λεγόμενά τους «μικρή», «φτωχή» και «ασήμαντη» Ελλάδα.

Η ανάσταση δε ενός έθνους, όπως εννοιολογικά σημαίνεται με τον ελληνικό όρο επανάσταση, μπορεί να κατορθωθεί ακόμη και από έναν άνθρωπο. Αυτό που έκανε ο Πρόεδρος Πούτιν, για παράδειγμα, στην μετασοβιετική Ρωσία, υπήρξε μια πραγματική επανάσταση. Με απολύτως ειρηνικό και αναίμακτο τρόπο, ένας άνθρωπος, άλλαξε τον ρου της Ιστορίας της Ρωσίας, ξανασηκώνοντας το ρωσικό έθνος στα πόδια του, και ξαναδίνοντάς του την χαμένη του δόξα.

Η Σύγκρουση των Οραμάτων

Όμως, η άλωση της Πόλης δεν είναι μόνον το τέλος μιας ελληνικής αυτοκρατορίας, η οποία υπήρξε ο φάρος του κόσμου για χίλια και πλέον χρόνια, αλλά και η μέρα γέννησης μιας ιδέας, της «Μεγάλης Ιδέας». Η Μεγάλη Ιδέα δεν είναι απλώς η εθνική ιδέα, το ενοποιητικό σύμβολο του νέου Ελληνισμού, αλλά και η συναίσθηση μιας οικουμενικής αποστολής που θεμελιώνεται σε μια ιστορία τεσσάρων χιλιάδων χρόνων.

Μεγάλος πρόγονος της Μεγάλης Ιδέας του Ελληνισμού είναι ο τραγικός, μοναχικός Aυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Αυτός που με τον ηρωικό του θάνατο υπερέβη την διαιρετική διάσταση του χρόνου – παρελθόν, παρόν, μέλλον – και έγινε αιώνιο σύμβολο ενότητας του έθνους, διδάσκοντας τους Έλληνες πως ο ανθός της αληθινής ζωής φύεται στις παρυφές της αβύσσου.

Η ιδέα αυτή κράτησε το Γένος ζωντανό τους σκληρούς αιώνες που ακολούθησαν μετά την άλωση. Ήταν αυτή που τροφοδότησε τα οράματα του Ελληνισμού και, όχι σπάνια, οδήγησε σε έντονες διαφωνίες, ακόμη  και σε συγκρούσεις, τους Έλληνες που έψαχναν εναγωνίως να βρουν ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος-δρόμος για την αποκατάσταση της χαμένης δόξας του Ελληνισμού, και την απελευθέρωση του Γένους. Υπάρχουν τέσσερις κύριες διακριτές τάσεις και οράματα:

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν εκείνοι που υποστήριζαν κάτι εξόφθαλμα ανεδαφικό. Ότι δηλαδή ο Ελληνισμός μπορεί να αλώσει εκ των έσω την οθωμανική αυτοκρατορία, όπως είχε κάνει κατά το παρελθόν με την ρωμαϊκή. Αυτοί ήταν κυρίως οι Φαναριώτες, και εκείνοι που είχαν βολευτεί με την νέα κατάσταση, γιατί τα είχαν βρει με τους Τούρκους, οι φανεροί και κρυφοί «τουρκοπροσκυνημένοι δουλοπρίγκηπες». Ο λαός όμως, που υφίστατο τον καθημερινό εξευτελισμό της δουλείας, ουδέποτε συμπορεύτηκε μ’ αυτά τα παράφωνα κηρύγματα υποτέλειας και ραγιαδισμού. Το χάσμα αλλόφυλης εθνικότητας, θρησκείας, γλώσσας και πολιτισμού, καθιστούσε αδύνατη την επανάληψη της αναγέννησης του Ελληνισμού, όπως μέσα από τις στάχτες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Στην δεύτερη κατηγορία ήταν εκείνοι που θεωρούσαν ότι η σωτηρία του Έθνους μπορούσε να διασφαλισθεί αν συμμαχήσουμε με την Δύση. Η τάση αυτή, που εμφανίζεται πριν ακόμη από την πτώση της Βασιλεύουσας, συντηρούμενη και τροφοδοτούμενη από μια μεγάλη μερίδα διανοουμένων, άνοιγε διάπλατα τις πύλες προς την ολοκληρωτική εξάρτηση του Ελληνισμού από τη «φράγκικη» Δύση. Ένα μέγεθος πολιτιστικά και πνευματικά διαμετρικά αντίθετο με τον ελληνορθόδοξο κόσμο. Ο κύκλος των διαφωτιστών, συσπειρωμένος γύρω από τον Αδαμάντιο Κοραή, βαθιά μυημένος στην ιδέα του αναγκαίου εξευρωπαϊσμού του Έθνους «για τη σωτηρία του», θα συνεχίσει ακατάπαυστα την προσπάθεια για την υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής από τους Έλληνες. Η κίνηση αυτή θα εξιδανικευτεί έντεχνα με την καλοπροαίρετη όσο και αφελή θεωρία της «Μετακένωσης», η οποία προϋποθέτει τον ελληνικό χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού, που επιστρέφει -δήθεν- στην πρώτη κοιτίδα του, την Ελλάδα. Η μεθοδικά κατασκευασμένη αυτή φιλοδυτική προπαγάνδα, ότι η σωτηρία θα έλθει μόνον από τη Δύση, αποτελεί «σκόλοπα» στο σώμα του Ελληνισμού ακόμη και σήμερα.

Η τρίτη κατηγορία εκπροσωπείται κατά κύριο λόγο από έναν διαπρύσιο κήρυκα του Ελληνισμού, ένα πνεύμα μοναδικό, ρομαντικό και ανήσυχο. Τον φλογερό πατριώτη  Ρήγα Φεραίο. Αυτός οραματίστηκε, εξέφρασε  με τον «Θούριο», κι επιχείρησε να πραγματώσει έναν ξεσηκωμό των βαλκανικών λαών, με σκοπό την εκδίωξη των Τούρκων, και την ίδρυση μιας «Ελληνικής Δημοκρατίας» στην θέση του άλλοτε Βυζαντίου. Μιας Πολιτείας στην οποία η γλώσσα, η παιδεία και τα εν γένει πρότυπα πολιτισμού θα ήσαν ελληνικά και χριστιανικά-ορθόδοξα. Η ταυτόχρονη όμως εναντίωσή του και με τους τούρκους και με τους δυτικούς, είχε σαν κατάληξη να τον κυνηγήσουν και οι δυο πλευρές, και να τον εξοντώσουν ως κοινό τους εχθρό.

Τέλος, υπήρξε η τέταρτη κατηγορία, στην οποία ανήκουν σχεδόν όλοι οι μεγάλοι αγωνιστές του ’21. Αυτοί δηλαδή που αντιλαμβάνονταν ότι με το συσχετισμό δυνάμεων που υπήρχε εκείνη την χρονική στιγμή, το μόνο που  μπορούσαν να επιτύχουν μόνοι τους, χωρίς δεσμεύσεις και εξαρτήσεις από ξένες δυνάμεις, ήταν η δημιουργία ενός ανεξάρτητου έθνους – κράτους, μικρού μεν, αλλά πραγματικά ελεύθερου. Ενός κράτους που θα αποτελούσε τον πρώτο ελεύθερο εθνικό πυρήνα, και το οποίο, αφού δυνάμωνε αρκετά, θα μπορούσε στην συνέχει να χρησιμοποιηθεί ως ορμητήριο για την σταδιακή εδαφική επέκταση των συνόρων του, απελευθερώνοντας σιγά – σιγά όλες τις σκλαβωμένες πατρίδες των Ελλήνων.

Όλες οι θέσεις – προτάσεις, ανεξάρτητα από τον ρεαλισμό και την ιστορική τους συνέπεια, ανέδειξαν σε πολλές περιπτώσεις γενναίους άνδρες και σπουδαίους διανοούμενους, ηγετικές φυσιογνωμίες και χαρισματικές προσωπικότητες του νέου Ελληνισμού, αλλά και ανθρώπους που συνειδητά ή ανεπίγνωστα υπηρετούσαν ξένα συμφέροντα, και έβλαψαν σοβαρά την υπόθεση της Επανάστασης, αλλοιώνοντας τραγικά την φυσιογνωμία του νέου κράτους.

Ωστόσον, από τις τέσσερις αυτές προτάσεις, η πρώτη (των Φαναριωτών) και η τρίτη (του Ρήγα Φεραίου), ενώ γενικά συνεισέφεραν στην αφύπνιση των συνειδήσεων  και στην θεωρητική συζήτηση περί Παλιγγενεσίας, δεν έπαιξαν τελικά καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της Ιστορίας. Αυτή έμελλε να γραφτεί με το αίμα των αγνών ηρώων αγωνιστών, αλλά και με το τελικό «καπέλωμα» του αγώνα τους από εκείνους που πρέσβευαν ότι η σωτηρία του Έθνους θα έρθει μόνον από τη Δύση.

συνεχίζεται

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

(Φ. 192)

 

 

 

Advertisements