Χωρίς τίτλο.jpg

Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά

Έτσι αρχίζει ο Όρκος των Αθηναίων οπλιτών!

Όπλα: «όπλα, ου τα πολεμικά μόνον, αλλά και τα παντός έργου και απάσης τέχνης όργανα».

Η λέξις Όπλον προέρχεται εκ του έπομαι (= ακολουθώ), διότι είναι το εργαλείον που σε ακολουθεί, το όργανον το απαραίτητον προς επιτέλεσιν ωρισμένου έργου και σκοπού. «Ο καθείς και τα όπλα του»: Όπλα διά τον ιατρόν είναι τα ιατρικά του εργαλεία (εξοπλισμός ιατρείου), διά τον γλύπτην η σμίλη, διά τον μαθητήν η γραφίς, διά τον γεωργόν το άροτρον, διά τον ναυτικόν και το πλοίον τα διάφορα εξαρτήματα: ιστοί, ιστία, άγκυρα κ.λπ. (εξ ου και το ρήμα εφ-οπλίζω (= ετοιμάζω το πλοίον διά του απόπλουν). Εξ αυτού και το σημερινόν Εφοπλιστής!!!

Διά τον στρατιώτην, διά τον μαχητήν, όπλα είναι η πολεμική του εξάρτυσις, οπότε εις αυτήν την περίπτωσιν καλούνται και έρκη (έρκος = αμυντήριον, φυλακτήριον) και έναρα (Εν+ Άρης, «Άρης ο πόλεμος, ο φόνος, αφ’ ου και έναρα τα όπλα»).

Υπάρχει όμως και η εκδοχή τα έναρα να ετυμολογούνται εκ του εν-αραρίσκω, αρμόττω: «εν οις το σώμα αρήρεται και ενήρμοσται». (Ωρίων).

Ενεδύθη τον θώρακα, «ος ήρμοσε αυτώ» (Όμηρος Δ 333).

Το όπλον λέγεται και άγγινος, εκ του ανα+γινέω = άγω, δηλαδή αυτό που το παίρνεις μαζί σου.

Τα παντός είδους όπλα ονομάζονται και άρμενα, εκ του ρήματος αρμόττω, τα αρμόζοντα εις τον καθένα, «τα αραρίσκοντα εις το μένος του», ο εξοπλισμός. Το πλοίον «αρμενίζει» με όλα του τα άρμενα» (εξ ου ο δυτικός «εφοπλιστής»: armatore, armateur, κ.λπ.).

Ο Ιπποκράτης, συμβουλεύων πώς πρέπει να στηθεί το χειρουργείον, τονίζει: «Όπου το σώμα, τα άρμενα», δηλαδή τα χειρουργικά εργαλεία πρέπει να τοποθετούνται πλησίον του χειρουργουμένου.

Το Ετυμολογικόν το Μέγα επεξηγεί: άρμα σημαίνει και δόρυ, ασπίδα, θώρακα» (Εξ αυτού – άρμενα: οι Λατίνοι ωνόμασαν μόνον τα πολεμικά όπλα: arma. Εκ του λατινικού arma – το αντιδάνειον άρματα, αρματώνομαι. Κακώς τα νεώτερα λεξικά καταχώριζαν την λέξιν άρμα, ως ξενική. Η λατινική την εδανείσθη εκ της Ελληνικής!).

Όπλα πολεμικά

(Αμυντικά και Επιθετικά)

Ασπίς: Το κυριώτερον και ιερώτερον αμυντικόν όπλον. Το καλύπτον όχι μόνον έκαστον πολεμιστήν, αλλά προβαλλόμενον «υπέρ της κοινής παρατάξεως». Ρίψασπις: δειλός! Εξ ου: συνασπισμός («εν τοιαύτη θέσει αι ασπίδες προσεγγίζουν αλλήλας»)!

Υπερασπίζομαι, προασπίζομαι = καλύπτω όχι μόνον τον παραστάτην, αλλά και τον πεσμένον, νεκρόν ή ζώντα, συμπολεμιστήν: «πρόσθεν οι (= μπροστά από αυτόν) δόρυ έσχε και ασπίδα». Επί της ασπίδος μετεφέροντο τραυματισμένοι ή νεκροί («ή ταν ή επί τας»)!

Ο Όμηρος περιγράφει τους κοιμωμένους μαχητάς:

«εύδον συν τεύχεσιν… υπό κρασίν δε

έχον ασπίδας».

(Εκάθευδον οπλισμένοι και κάτω από

τα κεφάλια τους είχαν τις ασπίδες) (Κ 152).

«Παρ’ ασπίδα στήναι (= πολεμώ)»

«Κρεμάσαι τας ασπίδας» (= παύσασθαι

του πολεμείν, ειρηνεύσαι).

Ασπιστής = πολεμιστής.

Αιγίς: Η ιερά ασπίς του Διός, αλλά και της Θεάς Αθηνάς. Αμυντικόν όσον και επιθετικόν όπλον (εκ του ρήματος αΐσσω = κινώ ορμητικώς. Κατεσκευάσθη από το δέρμα της αιγός Αμαλθείας, της τροφού του Διός, κατά συμβουλήν της Γαίας, διότι το δέρμα αυτό ήταν άτρωτο και αδιαπέραστο, ακόμη και από τον κεραυνό: «Ουδέ Διός τάμνησι κεραυνός». Η έκφρασις «υπό την αιγίδα» σημαίνει υπό την ασπίδα, υπό την προστασίαν.

Πέλτη: μικρά ελαφρά ασπίς, εκ του ρήματος πάλλομαι, ως παλλομένη ευκόλως, σχήματος ημισεληνοειδούς.

Ίτυς: κυριολεκτικώς περιφέρεια ασπίδος, «τελείωμα», εκ της «ιτέας», ο κλάδος της οποίας κάμπτεται, λυγίζει εύκολα κατά συνεκδοχήν, η στρογγύλη ασπίς «Λαιά μεν ίτυν προβάλλεσθε» (= διά της αριστεράς χειρός προβάλλετε την ασπίδα) παραινεί ο ποιητής Τυρταίος. Η στρογγύλη ασπίς ονομάζεται και άντυξ, συνεκδοχικώς εκ του άντυξ = πάσα κυρτότης, περιφέρεια παντός κυκλοτερούς. (Άντυξ = γαλλικόν jante – αντιδάνειον ζάντα!).

λαίβα: η ασπίς, επειδή εφέρετο διά της αριστεράς χειρός (λαιFόs = ευώνυμος).

βως: ασπίς εκ δέρματος βοός.

λαισήιον: μικρά ελαφρά ασπίς (εκ του λα+σείω), η ευκόλως σειομένη, παλλομένη. «λαισήια πτερόεντα» (Όμηρος).

σάκος: εκ του σάττω = φορτώνω, επί πολεμιστών: φορτώνω με όπλα. Εξ αυτού: σαγή = αποσκευαί, σάγμα: σαγμάριον (και «σαμάρι»).

ευρυσάκης: ο έχων μεγάλη ασπίδα, άρα ο γενναίος.

σακκίον: είναι και ένδυμα τρίχινον, εκ της ιδέας του ακατεργάστου δέρματος (εξ ου το σημερινό «σακάκι»)! Επίσης εκ του σάγη – σάγος = μανδύας – λατινικά sagum = ιταλικά saio = ράσο. Εκ του σάγισμα, σαγίον = κάλυμμα – τζαγγίον = υπόδημα εξ ου τσαγγάρης και τσαγκάρης!!!

καιτρέα: ασπίς πλεκτή, εκ του κυρτός = ή κυρτία = κάλαθος.

κατείρα: εκ του καττύς = τεμάχιον δέρματος καττυματοποιός = υποδηματοποιός, κατιμάς: κρέας κακής ποιότητος!!!

σκουτίον: αντιδάνειον εκ του λατινικού SCUTUM, όπερ εκ του ελληνικού σκύτος = κατηργασμένον δέρμα, σκυτοτόμος = βυρσοδέψης, σκουτί = δερμάτινη περισκελίς!

Εκ του σκύτος – λατινικόν SCUTUM = ασπίς – ιταλικά scudo = θυρεός, ισπανικά escudo, γαλλικά ecu, δηλαδή νομίσματα «σκούδα», εκ της εντυπωμένης επ’ αυτών των νομισμάτων, ασπίδος)!

Θυρεός: ασπίς επιμήκης, ομοία προς θύραν. Λέγεται και θυρέασπις.

Όχανον: η εσωτερική λαβή της ασπίδος. Συγκρατούσαν αυτήν, περνούσαν την χείρα διά μέσου των οχάνων. Το όχανον ετυμολογείται εκ του έχω.

(Συνεχίζεται)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 192)

 

 

Advertisements