Χωρίς τίτλο.jpg

συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο

Η χρονική στιγμή που ξέσπασε η πανεθνική Επανάσταση του 1821 ήταν κατάλληλη και καλή από την άποψη ότι η οθωμανική αυτοκρατορία είχε αρχίσει να παρουσιάζει έντομα σημάδια κόπωσης και παρακμής, αλλά παράταιρη και κακή λόγω της «Ιεράς Συμμαχίας». Μιας συμμαχίας η οποία είχε υπογραφεί μεταξύ των νικητριών μεγάλων δυνάμεων μετά το τέλος των ναπολεόντειων πολέμων και καθιστούσε απαγορευτική την αλλαγή συνόρων και την οποιαδήποτε εν γένει μεταβολή της υφιστάμενης γεωπολιτικής ισορροπίας.

Έτσι η επιτυχής έκβαση της Επανάστασης – επιτυχής τουλάχιστον ως προς την εκδίωξη των Τούρκων – οφείλεται αναμφισβήτητα στη γενναιότητα των ηρωικών αγωνιστών της, όμως έπαιξαν καθοριστικό ρόλο και κάποιες σημαντικές ευνοϊκές ιστορικές συγκυρίες.

Πρώτη συγκυρία είναι η συντριπτική ήττα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που είχε προηγηθεί κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774, ο οποίος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774. Η συνθήκη αυτή μεταξύ των άλλων προέβλεπε και νομική κατοχύρωση του δικαιώματος χρήσης της ρωσικής σημαίας από Έλληνες πλοιοκτήτες, οι οποίοι εφεξής πλήρωναν ένα στοιχειώδες τέλος επιτηδεύματος στον διοικητή της Οδησσού, το οποίο άφηνε μεγάλα περιθώρια κέρδους σε αυτούς, καθώς επίσης και το δικαίωμα ναυπήγησης πλοίων μεγάλου εκτοπίσματος. Υπό το καθεστώς αυτό, ο εμπορικός στόλος των Ελλήνων πλοιοκτητών αναπτύχθηκε θεαματικά και κατέστη δυνατή τόσο η χρηματοδότηση της Επανάστασης, όσο και η απόκτηση κάποιας δυνατότητας για ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις με την μετατροπή εμπορικών πλοίων σε πολεμικά.

Με τον τρόπο αυτό η Ρωσία αύξανε τον έλεγχο και την παρουσία της στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και συντελούσε στην έμμεση χρηματοδότηση της ελληνικής εξέγερσης, δημιουργώντας προϋποθέσεις αυξημένης επιρροής στο πιθανό μελλοντικό ελληνικό κράτος, χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί από την «ιερά συμμαχία» ότι υποδαυλίζει επαναστάσεις και αλλαγές συνόρων και ότι παραβιάζει τα συμφωνηθέντα με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.

Βέβαια οι Έλληνες πλήρωσαν πολύ ακριβό τίμημα σε αίμα για τα οφέλη που αποκόμισαν από τη Συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, λόγω της υποκίνησης των Ορλωφικών από τους Ρώσους. Υποκίνηση που έγινε με παροχή ψευδών υποσχέσεων που ενισχύθηκαν με την παρουσία του ρωσικού στόλου στο Μοριά, υπό τον ναύαρχο Ορλόφ, για να γίνει πιο πιστευτό ότι θα υπάρξει ρωσική υποστήριξη σε περίπτωση εξέγερσης. Όμως η κίνηση αυτή των Ρώσων δεν ήταν ειλικρινής. Επρόκειτο για κίνηση αντιπερισπασμού με σκοπό τη διάσπαση της συνοχής των τουρκικών δυνάμεων κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, μέσω της πρόκλησης εξέγερσης στα νώτα τους. Και δυστυχώς όταν έληξε ο πόλεμος και υπογράφηκε η συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή, οι Μοραΐτες εγκαταλείφθηκαν από τη Ρωσία στην εκδικητική μανία των Τούρκων.  Ωστόσο, η χρηματοδότηση της Επανάστασης και η σημαντική ενίσχυση των δυνατοτήτων των Ελλήνων στον κατά θάλασσα αγώνα, ήταν αποτέλεσμα αυτής της Συνθήκης.

Δεύτερη σημαντική συγκυρία ήταν ο καταστρεπτικός τουρκικός εμφύλιος μεταξύ του Σουλτάνου και του Αλή πασά (1820-1822). Ο οποίος, πέραν της σημαντικής εσωτερικής φθοράς που προκάλεσε στους Οθωμανούς, ανάγκασε το σουλτάνο να αποστείλει μεγάλες δυνάμεις εναντίον του Αλή Πασά, μη μπορώντας να επικεντρώσει την προσπάθειά του στην καταστολή της εξέγερσης στην Πελοπόννησο.

Τρίτη συγκυρία είναι ο σημαντικός αντιπερισπασμός που προκάλεσε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, επιχειρώντας να ξεκινήσει την Επανάσταση από την Μολδοβλαχία την ώρα που ο τουρκικός εμφύλιος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Πρόκειται για έναν τυχαίο αντιπερισπασμό, αποτέλεσμα της ασυνεννοησίας και της έλλειψης συντονισμού των ενεργειών μεταξύ των Ελλήνων των βόρειων επαρχιών με τους Μοραΐτες. Αλλά μια κίνηση, η οποία παρότι κατέληξε σε τραγική καταστροφή των επαναστατικών σωμάτων στο βορρά, ανάγκασε τους Τούρκους να διασπάσουν τις δυνάμεις τους σε τρία μέτωπα: Μολδοβλαχία, Ήπειρο, Πελοπόννησο.

Τελευταία συγκυρία και ίσως η σημαντικότερη από όλες, ήταν η ύπαρξη ενός Μεγάλου Ηγέτη που οδήγησε την Ελληνική Επανάσταση, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Όλοι παραδέχονται σήμερα, ότι τίποτε δεν θα ήταν κατορθωτό για τους Έλληνες, αν δεν είχαν την τύχη να καθοδηγούνται από τον μεγάλο αυτό Πολέμαρχο-Εθνάρχη, που υπήρξε η ψυχή και το μυαλό της Επανάστασης.

Υπό το κράτος αυτών των ιστορικών συνθηκών και συγκυριών, η Επανάσταση μέσα από τις τεράστιες θυσίες και το αίμα των επαναστατών πέτυχε, και το πρώτο ανεξάρτητο ελληνικό κράτος μετά το 1453, είναι γεγονός.

Ταυτόχρονα όμως με τη δημιουργία αυτού του κράτους ξεκινούν οι έριδες και οι διαμάχες μεταξύ των διεκδικητών της εξουσίας. Επιχειρείται ο βίαιος παραγκωνισμός των  αγωνιστών, από ανθρώπους που έχουν ισχυρές διασυνδέσεις με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Αυτοί όμως αντιστέκονται έχοντας την αποδοχή και τη στήριξη του λαού και διατηρώντας ισχυρή παρουσία στα δημόσια πράγματα συνεχίζουν να παλεύουν. Προσπάθειά τους τώρα είναι το νεοσύστατο κράτος να μη γίνει ψευτορωμαίικο, αλλά πραγματικά ελληνικό και ορμητήριο απελευθέρωσης όλων των αλύτρωτων εθνικών εδαφών.

Είναι η στιγμή που ο Ιμπραήμ προσκαλεσμένος από τον σουλτάνο κάνει απόβαση στη Μεθώνη. Πολλοί Έλληνες κάτω από τις ανηλεείς σφαγές, καταστροφές, απειλές, αλλά και τις υποσχέσεις του εισβολέα για αμνηστία και παροχή προνομίων σε όσους συμβιβαστούν, αρχίζουν και «προσκυνούν».

Ο Κολοκοτρώνης ξαναβγαίνει στο βουνό και αρχίζει τον κλεφτοπόλεμο. Κάνει σκληρό πόλεμο φθοράς, χτυπώντας τον εχθρό με καταδρομικές ενέργειες προκαλώντας βαρύτατες απώλειες στις δυνάμεις του Ιμπραήμ, ενώ τιμωρεί σκληρά τους «προσκυνημένους».

Η παρουσία όμως του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο δεν δημιουργεί πρόβλημα μόνο στους Έλληνες, δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα και στις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαιτέρως στην Αγγλία, που είναι η μεγάλη ναυτική δύναμη. Γιατί η «γεφύρωση» από τον φιλόδοξο Ιμπραήμ (του λεγόμενου και νέου Ναπολέοντα) της Αιγύπτου με την Πελοπόννησο, δημιουργεί μεγάλα εμπόδια στην αγγλική ναυτική παρουσία και αμφισβητεί την κυριαρχία της Αγγλίας στην νοτιοανατολική Μεσόγειο.

Η αρνητική αυτή προοπτική για τις μεγάλες δυνάμεις και ιδιαιτέρως για την Μεγάλη Βρετανία, προκαλεί την έντονη αντίδρασή τους, ενώ παράλληλα τους παρέχει μια μοναδική ευκαιρία να βάλλουν «πόδι» στην Ελλάδα σαν απελευθερωτές.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες παρεμβαίνουν σαν «προστάτιδες» δυνάμεις για να υπερασπιστούν τη «διεθνή νομιμότητα» και συντρίβουν το στόλο του Ιμπραήμ στο Ναυαρίνο, ενώ ο γάλλος στρατηγός Μαιζόν αποβιβάζεται με τα στρατεύματά του στη Μεσσηνία.

 

Νεοσύστατο Ελλαδικό Κράτος ή Ψευτορωμαίϊκο και «Μεγάλη Ιδέα»

Με την απελευθέρωση, ο προστατευόμενος της Ρωσίας Ιωάννης Καποδίστριας, στις 14 Απριλίου 1827,  επιλέγεται από την Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας, πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας. Με την επιλογή τους αυτή οι Έλληνες ουσιαστικά αναγνωρίζουν και επίσημα, αυτό που αποτελούσε κοινή πεποίθηση για όλο το λα, ότι η Ρωσία ήταν η μεγάλη δύναμη που τους βοήθησε στην Επανάσταση και ο πραγματικός σύμμαχος της Ελλάδος.

Ερχόμενος στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, οργάνωσε αμέσως τακτικό στρατό και συνέχισε τον πόλεμο με την οθωμανική αυτοκρατορία. Οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα, σε συνδυασμό με την προέλαση των Ρώσων προς την «Κωνσταντινούπολη» (9ος Ρωσοτουρκικός πόλεμος), ανησυχεί σφόδρα τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία παρότι δεν επιθυμεί την επέκταση της Ελλάδος προς βορρά, αναγκάζεται να συμφωνήσει στη συνοριακή γραμμή Άρτας – Βόλου.

Αμέσως μετά ο Καποδίστριας «βγαίνει από τη μέση» με δολοφονία οργανωμένη από τους Αγγλογάλλους (βλ. Βασιλείου Κρεμμυδά: «Η δολοφονία του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια»), ενώ η εξουσία του κράτους με μηχανορραφίες  περνάει σε «πολιτικά τζάκια» που ελέγχονται κυρίως από τη Μεγάλη Βρετανία.

Είναι γνωστή η φράση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη για τη δολοφονία Καποδίστρια: «ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία, κι εγώ έχασα τους δικούς μου και το έθνος έναν άνθρωπο που δεν θα τον ματαβρεί και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα» (Γιάννη Βλαχογιάννη: «Ιστορική Ανθολογία», σελ. 59).

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, φθάνει στο Ναύπλιο ο Όθων με αγγλική φρεγάτα, συνοδευόμενος από τα τρία μέλη της αντιβασιλείας, γραμματειακό προσωπικό και βαυαρούς συμβούλους, αλλά και από στρατιωτική δύναμη 3.850 ανδρών, στους οποίους προοδευτικά προστέθηκαν και γερμανοί «εθελοντές».

Επρόκειτο για πραγματική στρατιωτική εισβολή και κατοχή της χώρας. Αμέσως τα ελληνικά στρατιωτικά σώματα διαλύθηκαν και οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης παραγκωνίσθηκαν σκαιότατα. Δυο προσωπικότητες σύμβολα του αγώνα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας παραπέμφθηκαν σε παρωδία δίκης για «εσχάτη προδοσία» και καταδικάστηκαν σε θάνατο, με την ποινή τελικά να μεταβάλλεται σε κάθειρξη είκοσι ετών.

Επίσημη κρατική ιδεολογία έγινε το ιδεολόγημα ότι οι Γραικοί είχαν πλήρως εκβαρβαρωθεί κατά τη διάρκεια του «Βυζαντίου» και της Τουρκοκρατίας και για να ξαναγίνουν Έλληνες έπρεπε να τους ξαναδοθεί η ελληνικότητα από τη Δύση, που  την είχε διασώσει με γνήσιο τρόπο.

Όλο το προσωπικό της δημόσιας διοίκησης που είχε υπηρετήσει επί Καποδίστρια απολύθηκε και υπέστη εξοντωτικές διώξεις. Και τα νέα σχήματα διοίκησης στελεχώθηκαν αποκλειστικά και μόνον με θιασώτες της ιδεολογίας του Κοραή, πατριώτες μεν, στρατευμένους όμως φανατικά στον ταχύτατο εξευρωπαϊσμό της χώρας.

Από τις 563 μονές που υπήρχαν συνολικά, οι οποίες είχαν λειτουργήσει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σαν αντερείσματα της λαϊκής συσπείρωσης και υπήρξαν τα ορμητήρια των αγωνιστών κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, οι βαυαροί έκλεισαν τις 412. Κακοποιώντας βάναυσα τους μοναχούς και κλέβοντας τα ιερά σκεύη.

Το 1863 οι «προστάτιδες» δυνάμεις, χωρίς φυσικά να ρωτήσουν τους Έλληνες, ορίζουν σαν πιο «ουδέτερο» για τις μεταξύ τους ισορροπίες, έναν καινούριο βασιλιά των Ελλήνων. Τον δευτερότοκο γιο του διαδόχου τότε και μετέπειτα βασιλιά της Δανίας Χριστιανού Θ΄, τον φιλέλληνα Γεώργιο, εγκαινιάζοντας τη δυναστεία των Glόcksburg. Το «νερό, είχε μπει πλέον στο αυλάκι».

Οι εκπρόσωποι της «δυτικοφροσύνης» είχαν αμέσως ή εμμέσως εξοντώσει τους αγωνιστές και η  Ελλάδα ακίνδυνη πλέον, ως ελλαδικό κράτος και ψευτορωμαίικο και όχι ως Ελλάδα, «άνηκε στη Δύση». Είναι το γνωστό «ανήκωμεν εις την Δύσιν» που διατυμπάνιζε με κάθε ευκαιρία η γνωστή ψοφοδεής πολιτική καρικατούρα της πρόσφατης ιστορίας μας.

Ωστόσο, η «Μεγάλη Ιδέα», η φλόγα που άφησε παρακαταθήκη στο σκλαβωμένο γένος ο τελευταίος Aυτοκράτορας, αυτή που σιγόκαιγε κρυφά μέσα στη στάχτη για αιώνες και κάποια στιγμή ξαναζωντάνεψε και οι Έλληνες έκαναν την Επανάστασή τους, έμεινε ζωντανή. Το πέρασμα από τη σκλαβιά προς την ελευθερία και τη «Μεγάλη Ιδέα» δεν ολοκληρώθηκε το ’21, είχε γίνει όμως το πρώτο δύσκολο βήμα.

Η Κωνσταντινούπολη, η πρώτη μετά από χιλιάδες χρόνια ιστορίας του Ελληνισμού, καθολικά αποδεκτή πρωτεύουσα του ελληνικού έθνους, ήταν και παραμένει υπόδουλη. Ο Εθνάρχης Κολοκοτρώνης που μας δείχνει το δρόμο προς αυτή και τα απομεινάρια των τειχών της τα ποτισμένα με το άγιο αίμα του τελευταίου μας Aυτοκράτορα, αυτά που πάνω τους, σύμφωνα με το θρύλο, έτρεχε η Παναγία εμψυχώνοντας τους υπερασπιστές στη χιλιόχρονη ιστορία της Πόλης, κρατούν αναμμένα τα ζώπυρα της ψυχής μας και δίνουν νόημα στους στίχους του ποιητή:

Το σπίτι μου το πατρικό κι αν το πατούν οι ξένοι

είν’ στοιχειό και με καρτερεί, είν’ θεριό και με προσμένει

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ

(Φ. 193)

 

Advertisements