Στην επέτειο της Εθνεγερσίας, είμαι πολύ μικρός για να μιλάω εγώ… αφήνω εκείνους τους πραγματικούς Έλληνες να μιλήσουν για τον Άθλο τους αλλά και για την δική μας ύπνωση ως κοινωνία. Οι συγκρίσεις μας θλίβουν αλλά και μας πεισμώνουν:

Κολοκοτρώνης : «Μια φορά εβαπτίστημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας»

Κολοκοτρώνης : «Τι έχεις, καρυδιά μου, και παραπονιέσαι; Μη σε πετροβολούνε τα παιδιά; Είναι γιατί έχεις τα καρύδια…»

Κολοκοτρώνης: Τον καιρό που ήταν με το «Μαύρο Στόλο» κι είχε γίνει ο φόβος και ο τρόμος των κουρσάρων στο Αιγαίο, είχε μείνει μέρες χωρίς να φουμάρει, έσκισε το τσιμπούκι του, έξισε τη νικοτίνη από μέσα κι έφτιαξε μ’ αυτή τσιγάρο. Αηδίασε από τη γεύση και είπε: «Όρσε μωρέ άνθρωπος, που θέλει να λευτερώσει τον τόπο του και δεν μπορεί να λευτερωθεί ο ίδιος από ένα συνήθιο» Πέταξε το τσιμπούκι και το τσιγάρο στη θάλασσα κι από τότε δεν ξανακάπνισε.

Κολοκοτρώνης: «Η επανάστασις η εδική μας δεν ομοιάζει με καμμιάν απ’ όσαις γίνονται την σήμερον εις την Ευρώπην. Της Ευρώπης αι επαναστάσεις εναντίον της διοικήσεώς των είναι εμφύλιος πόλεμος. Ο εδικός μας πόλεμος ήτον ο πλέον δίκαιος, ήτον έθνος με άλλο έθνος».

Κολοκοτρώνης: «Μίαν φοράν όταν επήραμεν το Ναύπλιον ήλθε ο Άμιλτον να με ιδή. Μου είπε οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, και η Αγγλία να μεσιτεύση. Εγώ τού αποκρίθηκα, ότι αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς Καπετάν Άμιλτον ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους σκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γεννεά εις γεννεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη, καμμία συνθήκη δεν έκαμε. Η φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμον με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα. – Με είπε, ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια.- Η φρουρά του Βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά. Έτζι δεν με ωμίλησε πλέον».

Μάρκος Μπότσαρης: Για να εμπνεύσει την ομόνοια μεταξύ των καπεταναίων, βγάζει το δίπλωμα του στρατηγού που του έχει απονεμηθεί από την πολιτική διοίκηση και ενώπιον όλων το σκίζει λέγοντας: «Να μονιάσουμε χρειάζεται, τα χαρτιά δεν μας βοηθάνε, όποιος είναι άξιος, το δίπλωμα το παίρνει κατευθείαν από το Σκόντρα πασά»!

Νικηταράς ο Τουρκοφάγος: ΤΥΦΛΟΣ Ο ΗΡΩΑΣ ΕΓΙΝΕ ΖΗΤΙΑΝΟΣ ΣΤΑ ΠΡΟΑΥΛΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΜΕ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ. Όταν το έμαθε ο Άγγλος  πρέσβης πήγε να το δει με τα μάτια του. Μόλις ο Νικηταράς αντελήφθη τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.

«Τι κάνετε στρατηγέ μου;», ρώτησε ο ξένος

«Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα» απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.

«Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στον δρόμο;» επέμενε ο ξένος.

«Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος» απήντησε περήφανα ο Νικηταράς. Ο ξένος κατάλαβε και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο: «Σου έπεσε το πουγκί. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις»!

Ρήγας Φεραίος: «Όλον το έθνος αδικείται, όταν αδικείται ένας μόνος πολίτης»

Ρήγας Φεραίος: «Όλοι χωρίς εξαίρεσιν έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα.»

Ρήγας Φεραίος: «Κάλλιο για την πατρίδα κανένας να χαθεί, παρά να κρεμάσει φούντα για ξένον στο σπαθί.»

Καποδίστριας: «Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύση εις την ακαρδίαν μας μόνο το αίσθημα το ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης»

Υψηλάντης: «Μάχου υπέρ πίστεως και Πατρίδος…Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα»

Τρικούπης Σπυρίδων: «Κι’ όσο αγαπώ την πατρίδα μου δεν αγαπώ άλλο τίποτας. Ναρθή ένας να μου ειπή ότι θα πάγη ομπρός η πατρίδα, στρέγομαι να μου βγάλη και τα δυό μου μάτια. Ότι αν είμαι στραβός, και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει, αν η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια νάχω, στραβός θανά είμαι. Ότι σ΄αυτείνη θα ζήσω, δεν έχω σκοπό να πάγω αλλού».

Κολοκοτρώνης: Στα Δερβενάκια ο Γέρος του Μοριά, καθισμένος σ’ ένα βράχο, παρακολουθεί τη μάχη. Ξάφνου ακούει δίπλα του θόρυβο. Γυρίζει και βλέπει ένα βοσκόπουλο, στηριγμένο στη γκλίτσα του, να παρακολουθεί κι’ αυτό.

-Τι στέκεις έτσι ορέ Έλληνα και χαζεύεις; του φωνάζει, γιατί δεν τρέχεις και συ να πολεμήσεις;

– Μα δεν έχω άρματα, καπετάνιε του δικαιολογήθηκε ο τσοπάνος. Με τι να πολεμήσω ;

– Με τη γκλίτσα σου, μωρέ Έλληνα! Κι’ αυτή όπλο είναι. Να κοπανίσεις μια δυνατή στο κεφάλι ενός τούρκου, να τον σκοτώσεις, να του πάρεις τα άρματά του κι ύστερα μ’ αυτά να πολεμήσεις τους άλλους μουρτάτες.

Δέσπω Τζαβέλλα: Πολιορκία Μεσολογγίου. Μεγάλο Σάββατο σκοτώνονται οι δυο της γιοι, ο Κίτσος κι ο Ζυγούρης. Οι γυναίκες άρχισαν τους θρήνους και τα μοιρολόγια. Τις βλέπει η Δέσπω και τους λέει: «Πάψτε μωρές τα κλάματα. Τα παιδιά μου πήγανε στο Χριστό, που θα τα πάει στον Παράδεισο, γιατί πέσανε για την Πατρίδα! Σηκωθείτε να βάψουμε  τα αυγά μη μας οργιστεί ο Θεός.» Κι η ηρωική μητέρα άρχισε να ετοιμάζει τις βαφές και τα τσουκάλια. Σε λίγο φτάνει μαντατοφόρος: «Δεν είναι τίποτε καπετάνισσα. Τα παιδιά είναι καλά. Μονάχα ο Ζυγούρης λαβώθηκε στο χέρι. Μα δεν είναι σοβαρό». Οι γυναίκες τριγύρισαν χαρούμενες τη Δέσπω. Εκείνη, γονάτισε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς και ακούστηκε να ψιθυρίζει: «Σ’ ευχαριστώ, Παρθένα μου, που τους γλίτωσες κι αυτή τη φορά… Μα εγώ πάντα ξεγραμμένους τους έχω».

Μακρυγιάννης: «Γι’ αυτά τα μάρμαρα επολεμήσαμε»

Μακρυγιάννης: «…και βρίζουν, οι πουλημένοι εις τους ξένους, και τους παπάδες μας, οπού τους ζυγίζουν άναντρους και απόλεμους. Εμείς τους παπάδες τους είχαμε μαζί εις κάθε μετερίζι, εις κάθε πόνον και δυστυχίαν. ‘Οχι μόνον δια να βλογάνε τα όπλα τα ιερά, αλλ? και αυτοί με ντουφέκι και γιαταγάνι, πολεμώντας ωσάν λεοντάρια»

Λόρδος Βύρων: «Ποτέ δεν αποτυγχάνουν αυτοί που πεθαίνουν για ένα μεγάλο σκοπό»

Παπαφλέσσας στο Μανιάκι: «Εγώ δεν ήρθα εδώ για να μετρήσω τον στρατό του Ιμπραήμ απ’ τα ψηλώματα. Πρέπει οπωσδήποτε να τον κρατήσω εδώ, στο Μανιάκι, διότι μόνο έτσι θα γλυτώσει ο Μοριάς. Καθίστε όλοι εδώ να πεθάνουμε σαν αρχαίοι Έλληνες»

Σολωμός, Ύμνος Εις την Ελευθερίαν, Εθνικός Ύμνος:  «Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη, όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή. Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά» και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά». Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ό,τι θέλεις ημπορείς εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!»

(Φ. 193)

Advertisements