Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ  Κ’

Επίσης, οι Σλαβόφιλοι εχρησιμοποίησαν εμμονικώς τα κριτήρια της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της θρησκείας, ώστε να συνδέσουν στερρώς την ρωσική εθνότητα προς το κοινοτικό πνεύμα της οργανώσεως και λειτουργίας του όλου Σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στην Εκκλησία αυτήν πραγματώνεται, με την μυστική επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, η αληθής συν-«κοινωνία» όλων των μελών του σώματός της σε τοπική αλλά και σε οικουμενική προοπτική. Ήτοι διενεργείται και βιώνεται ως μία απολύτως αυθεντική και ανυπέρβλητος εμπειρία «Ενότητος με Ελευθερία» και «Αληθείας με Αγάπη», καθώς η ενότης της Εκκλησίας είναι ο καρπός της αγάπης και η ελευθερία το «πλήρωμά» της στην βίωση της «Σομπόρνοστ». Συνεπώς, μόνον στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της οποίας το σώμα λειτουργεί αδιακόπως ως μία «κοινωνία αγάπης», που διαφυλάσσει ακλονήτως την αλήθεια της πίστεως, είναι εφικτή η πλήρης και ανόθευτος εφαρμογή κριτηρίων της φιλοσοφίας της γνώσεως, εχούσης την μοναδικήν οικουμενική προοπτική της «Ολότητος» (цельность – «Τσέλνοστ»),  καθώς όπως προανεφέρθη, στον «δυτικό» Χριστιανισμό η μεν Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαθέτει και παρέχει  ενότητα χωρίς ελευθερία, ενώ ο Προτεσταντισμός διαθέτει και παρέχει ελευθερία χωρίς ενότητα.

Η σλαβοφιλική – αντιδυτική προοπτική της «γνώσεως της απολύτου αληθείας», (συνδεομένη βεβαίως χρηστικώς προς την Ορθόδοξο Πατερική θεολογία), απορρίπτει άρδην τον ορθολογισμό της δυτικής διανοήσεως, που οδηγεί σε ενδεχόμενο αγνωστικισμό. Ωστόσον, τελικώς δεν αποκλείει την λειτουργία του ορθού λόγου, έστω και στην δια της Πίστεως μεταφυσική υπέρβασή του. Συνεπώς και η ιδιαιτέρα εστίαση και  έμφαση στην Ορθόδοξο Πατερική θεολογία περί ιερότητος του ανθρωπίνου «προσώπου», όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά και υπερβαίνει την έννοιαν της δυτικής διανοήσεως περί «ατόμου». Ως Εθνικιστές νοούμε, αισθανόμεθα και  βιώνουμε την ιστορική αποτύπωση και την ουσιώδη αλήθεια του ενθέου «περσοναλισμού» ως κατ’ εξοχήν αντιπάλου  του υλιστικού ορθολογιστικού «ατομισμού».

Οι Σλαβόφιλοι εχρησιμοποίησαν εμμονικώς τα κριτήρια της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας της θρησκείας, ώστε να συνδέσουν στερρώς την ρωσική εθνότητα προς το κοινοτικό πνεύμα της οργανώσεως και λειτουργίας του όλου Σώματος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στην Εκκλησία αυτήν πραγματώνεται, με την μυστική επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, η αληθής συν-«κοινωνία» όλων των μελών του σώματός της σε τοπική αλλά και σε οικουμενική προοπτική. Ήτοι διενεργείται και βιώνεται ως μία απολύτως αυθεντική και ανυπέρβλητος εμπειρία «Ενότητος με Ελευθερία» και «Αληθείας με Αγάπη», καθώς η ενότης της Εκκλησίας είναι ο καρπός της αγάπης, και η ελευθερία το «πλήρωμά» της στην βίωση της «Σομπόρνοστ». Συνεπώς, μόνον στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, της οποίας το σώμα λειτουργεί αδιακόπως ως μία «κοινωνία αγάπης», που διαφυλάσσει ακλονήτως την αλήθεια της πίστεως, είναι εφικτή η πλήρης και ανόθευτος εφαρμογή κριτηρίων της φιλοσοφίας της γνώσεως, εχούσης την μοναδικήν οικουμενική προοπτική της «Ολότητος» («Τσέλνοστ»), καθώς, όπως προανεφέρθη, στον «δυτικό» Χριστιανισμό, η μεν Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διαθέτει και παρέχει ενότητα χωρίς ελευθερία, ενώ ο Προτεσταντισμός διαθέτει και παρέχει ελευθερία χωρίς ενότητα.

Η σλαβοφιλική – αντιδυτική προοπτική της «γνώσεως της απολύτου αληθείας», (συνδεομένη βεβαίως χρηστικώς προς την Ορθόδοξο Πατερική θεολογία), απορρίπτει άρδην τον ορθολογισμό της δυτικής διανοήσεως, που οδηγεί σε ενδεχόμενο αγνωστικισμό. Ωστόσον, τελικώς δεν αποκλείει την λειτουργία του ορθού λόγου, έστω και στην δια της Πίστεως μεταφυσική υπέρβασή του. Συνεπώς και η ιδιαιτέρα εστίαση και  έμφαση στην Ορθόδοξο Πατερική θεολογία περί ιερότητος του ανθρωπίνου «προσώπου», όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά και υπερβαίνει την έννοιαν της δυτικής διανοήσεως περί «ατόμου». Ως Εθνικιστές νοούμε, αισθανόμεθα και  βιώνουμε την ιστορική αποτύπωση και την ουσιώδη αλήθεια του ενθέου «περσοναλισμού» ως κατ’ εξοχήν αντιπάλου  του υλιστικού ορθολογιστικού «ατομισμού».

Η Ορθόδοξος Εκκλησιολογία

Υπενθυμίζουμε ότι με τον όρον Εκκλησιολογία αναφερόμεθα είτε στην περί Εκκλησίας Ορθόδοξο διδασκαλία, είτε στον κλάδον εκείνον της Δογματικής ο οποίος εξετάζει την δομή, την λειτουργία, την φύση, την ουσία, τις δομές και τις ιδιότητες της Εκκλησίας, ως η επίγειος βασιλεία του Κυρίου ημών ουρανίου Βασιλέως Χριστού, που προετοιμάζει τους μετέχοντες στην άφθαρτον αιωνιότητα της ουρανίου βασιλείας, αλλά και ως πηγή θεραπείας των μελών της ως προς την βούληση και την εν γένει φύση τους. Αντικείμενον της Εκκλησιολογίας αποτελούν οι δύο «σταυροειδώς ενούμενες» διαστάσεις του εκκλησιαστικού γεγονότος και δρωμένου, ήτοι η κατακόρυφος («κοινωνία θείου-ανθρωπίνου») και η οριζοντία (άνθρωπος-συνάνθρωπος) σε όλες τις πολυποίκιλες εκφάνσεις τους. Δραστικόν αντικείμενον της Εκκλησιολογίας είναι επίσης ο προσδιορισμός, η περιγραφή και η οριοθέτηση του μυστηρίου της Εκκλησίας στην ιστορία της σωτηρίας, διακρίνουσα σαφώς τις θρησκείες ως θεοκεντρικές αλλά και τον κόσμον ως ανθρωποκεντρικό, από την «χριστοκεντρική» Εκκλησία του Θεανθρωπισμού.

Αποτελεί αναντίρρητο γεγονός η απουσία ειδικών εκκλησιολογικών  πραγματειών στους αρχαίους Πατέρες. Πραγματείες αυτού του τύπου εμφανίζονται από τα τέλη του 13ου  αιώνος, κυρίως από την πλευρά των Ρωμαιοκαθολικών και αργότερον από Προτεστάντες θεολόγους. Ασφαλώς αυτό δεν σημαίνει ότι γενικώς απουσιάζει η Εκκλησιολογία από τα Ορθόδοξα πατερικά κείμενα, απλώς δεν είναι ανεπτυγμένη με σχολαστικόν τρόπο, δηλαδή με διαιρέσεις και υποκατηγορίες, όπως ενεφανίσθησαν αργότερον στην Δυτική εκκλησία, αλλά εκφράζεται με εικόνες και βοηθητικούς όρους, εντεταγμένη μέσα στις υπόλοιπες ενότητες της συνόλου δογματικής διδασκαλίας. Εξ άλλου κάθε θεολογία καλλιεργείται μέσα στην Εκκλησία, η οποία δεν γίνεται αντιληπτή ως κάτι εξωτερικό αλλά είναι η ίδια η «εν Χριστώ ζωή». Το γεγονός ότι η Εκκλησία «δεν είναι απλώς ένα “δόγμα»» αλλά αφ’ εαυτής παριστά την προϋπόθεση κάθε διδασκαλίας και κάθε κηρύγματος (το οποίον μάλιστα πραγματοποιείται από άτομα που έχουν την ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας), «φαίνεται ότι…υπήρξεν ο λόγος της “σιωπής” των Πατέρων και άλλων όσον αφορά στην Εκκλησιολογία» ως κεχωρισμένην  ενότητα, όπως σαφώς επεξηγεί ο Πατήρ Γεώργιος Φλορόφσκι στο έργον του  «Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας». Στην πραγματικότητα, για τους Πατέρες, όπως λέγει ο σοφός Ρώσος : «η περί Εκκλησίας διδασκαλία, απλούστατα, δεν είναι δυνατόν να παρουσιασθεί ως κάτι “ανεξάρτητο”». Ως πρότυπον τέτοιας θεωρήσεως της Εκκλησιολογίας λαμβάνεται το δογματικόν έργο του Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως», όπου με κέντρον την Χριστολογία αναπτύσσει το περιεχόμενο της Εκκλησιολογίας, καθώς η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού. Επομένως είναι αδύνατον να ομιλήσει κάποιος για την Εκκλησία, δίχως προηγουμένως να έχει ειπεί  αρκετά για τον ίδιον τον Κύριο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 193)

Advertisements