Χωρίς τίτλο.jpg

Συνέχεια από το προηγούμενο

Αβαντία ασπίς: Εκ του Άβαντος, απογόνου του Δαναού. Οι δίδυμοι Ακρίσιος και Προίτος, αλληλομισούμενοι θανασίμως και προ της γεννήσεώς των ακόμη, όταν έφθασαν εις ηλικίαν να φέρουν όπλα, επολέμησαν μεταξύ των διά την διαδοχήν. Τότε ακριβώς εγένετο ο πρώτην φορά της ασπίδος ως αμυντικού όπλου! «Και πολεμούντες εύρον ασπίδας πρώτοι…» (Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη 11.1).

Εσθής ασπίδος: «Ορθογώνιος εσθής, δερματίνη ή εκ χονδρού υφάσματος, στερεωμένη εις το κάτω άκρον της ασπίδος με καρδιά και αιωρουμένη μέχρι των κνημών του στρατιώτου. Πολλάκις εφέρετο υπό των αρχηγών, και ως εκ τούτου εθεωρείτο και διακριτικόν σημείον των αξιωματικών ή κηρύκων». Τα διακοσμητικά εμβλήματα των ασπίδων των οπλιτών εις τας αγγειογραφίας είναι εντυπωσιακά, μετά δε τους Περσικούς Πολέμους, απλούστερα.

Χαρακτηριστικώς επί των ασπίδων των παρατηρούμε:

  1. Μαντίνειοι: την τρίαινα του προστάτου θεού Ποσειδώνος.
  2. Θηβαίοι: Το ρόπαλον του ημιθέου Ηρακλέους.
  3. Αργείοι: έφερον μόνον λευκάς ασπίδας.
  4. Σπαρτιάται: Το αρχικόν γράμμα Λ της λέξεως Λακεδαιμόνιοι, είχε καταστεί τρομερόν από οτιδήποτε άλλο.
  5. Σικιώνιοι: Σ.

– Αθηναίοι: Α

– Μυκηναίοι: Μ.

Εκ των σημείων αυτών, προέκυψαν αι μετέπειτα σημαίαι.

Ο Αισχύλος (Επτά επί Θήβας, 383-646), περιγράφει ποία σημεία, φράσεις απειλητικές, είχαν χαραχθεί επί των ασπίδων των πολιορκούντων, οι οποίοι τα επεδείκνυον, επέσειον προς εκφοβισμόν εις τους επί του αμυντικού τείχους ισταμένους πολιορκουμένους.

Δόρυ

«Ολίγον άλκιμον δόρυ κρείσσον μυρίου στρατεύματος»

(Ευριπίδου, Αρχέλαος).

Ολίγοι άλκιμοι μαχητές φέροντες

δόρυ, είναι πιο δυνατοί και από

αναρίθμητο στράτευμα!

Δόρυ: «δρύον αν είη, παρά την δρυν, οίον δρύινον», δηλαδή ετυμολογείται εκ της δρυός, δρύινον. Δούρειος σημαίνει ξύλινος (Δούρειος ίππος). Άρα το δόρυ είναι ξύλινον, εις το άκρον του οποίου προσαρτάται αιχμηρά μεταλλική επιδορατίς. Η λέξις αδορατία σημαίνει «αργία»!

ναύμαχα: «μακρά δόρατα προς ναυμαχίαν επιτήδεια (κατάλληλα).

νήιον: νήιος σημαίνει κυριολεκτικώς ο αρμόζων εις την ναυν. «Δόρυ νήιον», δηλαδή ξύλον κατάλληλον προς κατασκευήν πλοίων και εκ συνεκδοχής νήιον = δόρυ.

Δορυδρέπανον: Δόρυ δρεπανοειδές.

Ακόντιον: υποκοριστικόν του άκων = ακόντιον. Ακίς = αιχμή (άκων εκ του α επιτατικώς + κων = γων, σχήματος δηλαδή αιχμής γωνίας! (>).

Αμφώβολος: Το ακόντιον με διπλήν αιχμήν = βάλλει άμφω.

Κοντός: ακόντιον, «κοντάρι». Εκ του παραγγέλματος: Πλησιάσατε – «εις δόρατος πληγήν», «εις κοντού, πληγήν» (δηλαδή, πλησίον διά να πλήξετε τον αντίπαλον εξακοντίζοντες), παρήχθη το επίρρημα κοντά = πλησίον και κοντός = βραχύς!

Σχετική σκηνή μας παρέχει ο Όμηρος:

«Ο Οδυσσεύς βη διά προμάχων… στη δε μάχα εγγύς ιών, και ακόντισε δουρί», (προχώρησε διά μέσου των προμάχων και προσελθών στάθηκε πολύ κοντά, και ακόντισε με το δόρυ). (Δ 496).

λόγχη ή λαγκία: εκ του λαγχάνω (επιτυγχάνω) π.χ. «τον πέτυχα»! Επίσης πιθανόν εκ του λαχαίνω (σκάπτω). Ο Ησύχιος καταγράφει και την λέξιν λαγηίς = δόρυ.

Λαγηίς (λόγχα) – λατινικά Lancea – ιταλικά Lancia (!) – γερμανικά LanZe. Lancer = ρίπτω, εξ ου και το αντιδάνειον = «λανσάρω»!

σύσσυνον: σπανία λέξις διά το ακόντιον εκ του σείω, σεύω.

Κράνεια: δόρυ κατασκευασμένο από ξύλο «κρανιάς», σκληρό και ανθεκτικό.

βαλάντιον: το ακόντιον, «διά το βάλλειν τους εναντίους».

κάμαξ: «θρακία κάμαξ» (Ευριπίδου – Εκάβη), εκ του άγω.

Παλτόν: εκ του πάλλω. Το δόρυ πάλλεται.

Παράστανον: παρά+ίστημι. Το στήνω δίπλα μου, ίσταται παρά.

μελία: δόρυ κατεσκευασμένο εκ του ξύλου του δένδρου «μελία».

«Εν Ιλίω θύοντι τω Αλεξάνδρω, έφη ο ιερεύς δείξειν την Πάριδος λύραν, ο δε είπε, ει έχεις, δείξον προ της λύρας την μελίαν!».

(Πλουτάρχου, Βίος Αλεξάνδρου 672 Β)

Τρόπηξ: δόρυ εκ του τρέπω εις φυγήν!

Σάρισα: Το μακρύ δόρυ της Μακεδονικής φάλαγγος. Είχε μήκος 21 ποδών. Πιθανόν εκ του ρήματος σαρόω ή σαρώνω («σαρωτική νίκη!»).

«Η Μακεδονική φάλαγξ φοβερά τοις πολεμίοις, ουκ εν τω έργω μόνον, αλλά και εν τη όψει εφαίνετο».(Περί στοιχίσεως αυτής Αρριανού τακτικά)

δουροδόκη: η δοροδόχη, η δορατοθήκη.

Παρεμπιπτόντως, επειδή κρατούσαν το δόρυ με το δεξί χέρι και την ασπίδα με το αριστερό, η έκφρασις «επί δόρυ, επ’ ασπίδα» εσήμαινε ότι το σημερινόν «επί δεξιά», «επ ‘αριστερά».

Τα κατ’ εξοχήν αγχέμαχα όπλα των γενναίων αγχιμαχητών

ξίφος: Η μακρά και ευθεία σπάθη. Όπλον επιθετικόν και αμυντικόν, αιχμηρόν και αμφίστομον, χρησιμοποιούμενον από αρχαιοτάτων χρόνων. Κατ’ αρχάς ήτο μικρότερον του ημίσεος του μέτρου. Ο Ιφικράτης εδιπλασίασε το μήκος του. Ετοποθετείτο εις κολεόν = θήκην, ο οποίος εκρεμάτο εκ τελαμώνος, φερομένου εκ του δεξιού ώμου εις την αριστεράν οσφύν.

Οι Λακεδαιμόνιοι χρησιμοποιούσαν βραχύ ξίφος καλούμενον ξυήλη. Η παραξιφίς «ήτο ξιφίδιον φερόμενον παρά το ξίφος».

σπάθη: 1. Παν πλατύν έλασμα 2. κοπίς ξίφους, σπαθί (εκ του σπάω – σπω = σύρω). (Έσυρε το σπαθί του, τραβάω την σπάθα μου). Γράφει ο Κολοκοτρώνης στα Απομνημονεύματά του: «ετραβήξαμε τα σπαθιά και τους εχαλάσαμε»!

Το σπαθί σύρεται, τραβιέται, δεν κρέμεται άχρηστο. Δεν είναι διακοσμητικό.

Άορ: ξίφος πλατύ και παχύ. Εκ του ρήματος αίρω = υψώνω, σύρω.

«άορ οξύ ερυσάμενος παρά μηρού». (Οδύσσεια λ. 24) Εκ του άορ – αορτήρ = διά του οποίου αίρεται, άλλως τελαμών (εκ του τλάω-ώ, αντέχει το βάρος της πολεμικής εξαρτήσεως).

Θυμηθείτε: Αορτή, το μεγάλο αγγείο από το οποίον κρέμαται η καρδία!

μάχαιρα: (θέμα μαχ: μαχανά, μηχανή, μάχη, μάχομαι, μαχ+αίρω = μάχαιρα).

μακέλη ή μακέλλα: εκ του μία + κέλλω, ως δικέλλα εκ του δις + κέλλω. Η δικέλλα έχει 2 οδόντας, ενώ η μακέλλα 1.

κοπίς: βραχεία, πλατεία και λεπτή κυρτή μάχαιρα «κοπίδι».

ρομφαία: πλατύ ξίφος, εφέρετο ανηρτημένον από του αριστερού ώμου, εκ του ρομφέω = συστρέφω.

εγχειρίδιον: ξιφίς μετά λαβής και βραχέος κοπτερού ελάσματος, φερομένη διά της χειρός (εν + χειρί).

δόλων: είδος εγχειριδίου του οποίου το έλασμα ήτο κρυμμένο εντός ράβδου (σουγιάς), εκ του δόλος, ως δόλιον όπλον!

πέλεκυς: ετερόστομος ή αμφίστομος, αρχαιότατον επιθετικόν όπλον εκ του ρήματος πάλλω.

σάγαρις: κοπίς, θεωρουμένη Περσική, είναι όμως Ελληνικής ετυμολογίας εκ του σαγής, σάγος = οπλισμός.

κλονιστήρ: παραμήριος μάχαιρα (κλονίον = ισχίον).

σίδηρος: αντί ξίφος ή μάχαιρα («κείρουσι σιδήρω»). Σήμερον: σιδερικό = όπλο!

(Συνεχίζεται)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 193)

Advertisements