Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Λ΄

Ο Τζέϊμς Μπάρνετ, Λόρδος Μονμπόντο, βασιζόμενος σε αφηγήσεις συγχρόνων του εξερευνητών έγραψε αναφερόμενος στους ουρακοτάγκους : «… από τα αναφερθέντα στοιχεία φαίνεται βέβαιον ότι είναι του είδους μας και παρά το ότι έχουν σημειώσει κάποια πρόοδο στις τέχνες της ζωής (sic !) δεν έχουν φθάσει το επίτευγμα της γλώσσης». (Ο όρος «ουρακοτάγκος» ήταν εκείνη την περίοδο ένας γενικός όρος για όλα τα είδη των πιθήκων). Ο Σουηδός εξερευνητής, τα στοιχεία της αφηγήσεως του οποίου εδέχθη εν προκειμένω ο Μπάρνετ, ήταν αξιωματικός του ναυτικού που είχε ιδει μιαν ομάδα πιθήκων, και εσκέφθη ότι ήσαν άνθρωποι. Ο Μπάρνετ απλώς εδέχθη την άποψη ότι, ήταν λογικό οι άνθρωποι να αναλαμβάνουν συνεπώς την ευθύνη των πραγμάτων που κάνουν, οπότε ο λόγος ενός αξιωματικού του ναυτικού -εκπαιδευμένου να δίδει ακριβείς αναφορές- ήταν μια αξιόπιστη πηγή. Ο Μπάρνετ ήταν πράγματι υπεύθυνος για την αλλαγή του κλασικού ορισμού του ανθρώπου ως «πλάσματος της λογικής» σε «πλάσμα που ημπορεί να επιτύχει την λογική», παρόλον που εθεώρει πως αυτή η διαδικασία ήταν βραδεία και επίσης ήταν πολύ δύσκολο να επιτευχθεί. Ο ίδιος προσδιόρισε τον ουρακοτάγκο ως ανθρώπινον ον, καθώς οι  πηγές του τον επληροφόρησαν ότι το ζώον ήταν σε θέση να «αιδείται», να βιώνει ντροπή.

Κάποτε είπε ότι, οι άνθρωποι πρέπει να είχαν γεννηθεί όλοι ….. με ουρές, οι οποίες αφαιρούντο από τις μαίες κατά τον τοκετό. Οι σύγχρονοί του εγελοιοποίησαν τις απόψεις του, οπότε το 1773 απέσυρεν αυτήν την παράλογο άποψή του. Μερικοί κατοπινοί σχολιαστές τον θεωρούν ως προβλέπτη της εξελικτικής θεωρίας. Ο ίδιος εφάνη να υποστηρίζει ότι τα ζωικά είδη προσαρμόζονται και τροποποιούνται για να επιβιώσουν, ενώ οι παρατηρήσεις του σχετικώς με την εξέλιξη από την βαθμίδα των πρωτευόντων θηλαστικών προς εκείνην του  ανθρώπου συνεισέφεραν σε κάποιο είδος της εννοίας της εξελίξεως. Ο Μπάρνετ επίσης εξήτασε τα «άγρια παιδιά» και ήταν ο μόνος στοχαστής της εποχής του, που τα αντιμετώπισε ως ανθρώπινα όντα και όχι ως τέρατα. Είδεν ανεπιφυλάκτως σε αυτά τα παιδιά την δυνατότητά τους να επιτύχουν την «κατάσταση της λογικής».

[Ως «άγριο παιδί» ορίζεται ένα παιδί που έχει ζήσει απομονωμένο από την ανθρωπίνη επαφή από πολύ νεαρά ηλικία, οπότε έχει μικρά ή καθόλου εμπειρία ανθρωπίνης φροντίδος, συμπεριφοράς και κυρίως της ανθρωπίνης λαλιάς. Ορισμένα άγρια παιδιά έχουν περιοριστεί από ανθρώπους (συνήθως τους ιδικούς τους γονείς) και σε ορισμένες περιπτώσεις, η εγκατάλειψη αυτών των παιδιών οφείλεται στην γονεϊκή απόρριψή τους λόγω σοβαράς νοητικής ή σωματικής βλάβης. Τα «άγρια παιδιά» ημπορεί να εβίωσαν σοβαρά κακοποίηση ή τραύμα πριν εγκαταλειφθούν ή διαφύγουν. Μερικές φορές υπήρξαν θέματα της λαϊκής παραδόσεώς και των θρύλων, συνήθως απεικονιζόμενα ως αναθρεμμένα από  ζώα (όπως ο Ρωμύλος και ο Ρέμος  της ρωμαϊκής μυθολογίας  ή ο Μόγλης στο «Βιβλίον της ζούγκλας» του Ράντγιαρντ Κίπλινγκ)].

Ο Άγγλος Έντουαρντ Λονγκ (1734 -1813) ήταν αποικιακός αξιωματούχος, δικαστής,  ιστορικός και συγγραφεύς του εξαιρετικώς αμφιλεγομένου τριτόμου έργου : «Η Ιστορία της Τζαμάϊκα» (που εδημοσιεύθη το 1774, αλλά επανεξεδόθη και πάλιν στην δεκαετία του 1970). Ο ιστορικός της Τζαμάϊκα συνεφώνησε με τον Ρουσσώ και τον Μονμπόντο στην απόδοση πνευματικών δυνάμεων στους ανθρωποειδείς πιθήκους, αλλά προσέδωσε στις παρατηρήσεις περί του ουραγκοτάγκου μιαν επιπλέον κατεύθυνση στην γνώμη του, την οποίαν οι συγγραφείς αυτοί ελάχιστα θα είχαν εγκρίνει: «… ούτε, σε ότι φαίνεται μέχρις στιγμής, εμφανίζεται καθόλου κατώτερος σε πνευματικές ικανότητες από πολλούς της νεγρικής φυλής».Υπέθεσε και αυτός ότι, ο ουρακοτάγκος (ή ο χιμπατζής, καθώς είναι αδύνατον να είμεθα ακριβώς βέβαιοι ποιον εννοούσε) ευρίσκετο «σε στενή συγγένεια με τον άνθρωπο».

«Η ιστορία της Τζαμάϊκα», υπήρξε το πλέον γνωστό έργο του. Το βιβλίο δίδει μια πολιτική, κοινωνική και οικονομική περιγραφή με μιαν επισκόπηση  της νήσου, από ενορίας σε ενορία από το 1665 έως το 1774. Είναι εξόχως περιεκτικό βιβλίο, αλλά περιέχει μερικές από τις πλέον πικρόχολες και δυσφημιστικές  περιγραφές των  Τζαμαϊκανών και των Αφρικανών γενικότερον. Περιέχει μιαν απαξιωτική περιγραφή των Αμερικανών μαύρων σκλάβων κατά την εποχήν του Διαφωτισμού. Με παρόμοιον προς τους συγχρόνους του τρόπο, η περιγραφή του Λονγκ περί φυλής,  την θεωρεί ως «φυσική κατάσταση». Ο Λονγκ στις μάλλον συγκλονιστικές περιγραφές του υποστηρίζει ότι οι «Αμερικανοί Νέγροι» χαρακτηρίζονται από την ίδια «κτηνώδη συμπεριφορά, την ηλιθιότητα και τις αμαρτίες που υποβαθμίζουν τους αδελφούς τους» στην Αφρική. Υπεστήριξε ότι «αυτή η φυλή των ανθρώπων» διακρίνεται από το υπόλοιπον της ανθρωπότητος στο ότι ενσαρκώνει «κάθε είδος εγγενούς ανηθικότητος» και ατελείας που ημπορούν να ευρεθούν διάσπαρτες ανάμεσα σε όλες τις άλλες φυλές των ανθρώπων.

Κατά τον Λονγκ, σε αντίθεση με τον περισσοτέρους «αχαλινώτους κακούργους» που ανευρίσκονται  στον πολιτισμό, οι λαοί των δούλων δεν έχουν απολύτως καμία δυνατότητα σωτηρίας και ιδιότητα λυτρώσεως. Αυτές οι απόψεις ήσαν διαδεδομένες μεταξύ των Ευρωπαίων συγγραφέων της εποχής, μερικοί από τους οποίους εσυνήθιζαν να γράφουν λεπτομερείς περιγραφές των Αφρικανών και της Αφρικής, βασιζόμενοι μόνον σε αναφορές ιεραποστόλων και ιδιοκτητών φυτειών. Ο Λονγκ απηχεί τις περιγραφές των Χιούμ και Καντ για τους Αφρικανούς και εκπλήσσεται επειδή οι «Νέγροι» δεν κατόρθωσαν να επιδείξουν κάποιαν εκτίμηση για τις τέχνες ή οποιανδήποτε εφευρετική ικανότητα, παρά το ότι υπέκειντο στην αποικιοκρατία επί μεγάλο χρονικό διάστημα. Επισημαίνει ότι σε όλη την έκταση της Αφρικής, υπάρχουν ολίγοι ιθαγενείς που «κατανοούν οτιδήποτε από τις μηχανικές τέχνες ή την κατασκευή», αλλά και εκείνοι που το επιτυγχάνουν, εκτελούν την εργασία τους με μιμητικό υπανάπτυκτο τρόπο. Αυτό οφείλεται στους ίδιους, καθώς είναι «κενοί ιδιοφυΐας». Το βιβλίον περιέχει επίσης περιγραφές διαφυλετικών γάμων, ενώ περιλαμβάνει και ένα ποίημα του  Τζαμαϊκανού νέγρου ποιητή Φράνσις Γουίλλιαμς, απογόνου απελευθέρων γονέων.

Ο Πιέρ Λουί Μορώ ντε Μωπερτουί, (Pierre Louis Moreau de Maupertuis / 1698 -1759) ήταν Γάλλος μαθηματικός, λόγιος και φιλόσοφος. Έγινε Διευθυντής της γαλικής Ακαδημίας των Επιστημών, και πρώτος Πρόεδρος της πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, μετά από πρόσκληση του Μεγάλου Φρειδερίκου, και  διενήργησε μιαν εξερεύνηση στην Λαπωνία για να καθορίσει το σχήμα της Γης. Του πιστώνεται ότι εφηύρε την αρχή της «ελάχιστης δράσεως», μια πτυχή της οποίας φέρει το όνομά του – μια ολοκληρωτική εξίσωση που καθορίζει την διαδρομή που ακολουθείται από ένα φυσικό σύστημα-.

Ο Μωπερτουί φαίνεται πως είχε προχωρήσει περισσότερον από  τον Ρουσώ, τον Μονμπόντο και τον Λονγκ στην υπερεκτίμηση των διανοητικών δυνατοτήτων των ανθρωποειδών πιθήκων. Ο διάσημος Γάλλος ζωολόγος Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ (1772-1844) ανέφερε γιά την εμμονή του επιφανούς μαθηματικού στις περίεργες αυτές απόψεις, προφανώς διότι του προεκάλεσαν βαθείαν εντύπωση, (ώστε το εδημοσίευσεν  το 1798 και το επενέλαβε σε ένα εντελώς ξεχωριστό έργο, 31 έτη αργότερον), καθώς  ο Μωπερτουί ανεκοίνωσε δημοσίως ότι …θα ησθάνετο μεγαλυτέρα απόλαυση και θα εμάνθανε  περισσότερα στην κοινωνία των πιθήκων παρά σε εκείνην των μορφωμένων ανθρώπων της εποχής του ! Ο Σεν Ιλέρ  το καταγράφει ως ένα από τα «χάσματα» της φιλοσοφίας «του συρμού» στα τέλη του 18ου αιώνος.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 193)

 

Advertisements