Χωρίς τίτλο.jpg

Συνέχεια από το προηγούμενο φύλλο

Περικεφαλαία: η την κεφαλήν περιβάλλουσα «Άλλοι δε τας περικεφαλαίας κυρβασίας φασί» (Ετυμολογικόν Μέγα).

Κράνος: εκ του κρας, κρατός – κάρα, κεφαλή.

Κόρυς: περικεφαλαία, η επί της «κορυφής» της κεφαλής φερομένη. Συνήθως χάλκινη (Τρίκορυς, με 3 λοφία). Εις τον Νομόν Αρκαδίας ακριβώς παραπλεύρως του χωρίου Στενό υπάρχει λόφος του οποίου η κορυφή ομοιάζει προς περικεφαλαία, εξ ης και η ονομασία («Δήμος Κορυθίου»)!

Κυνέη: η εκ δέρματος κυνός κατεσκευασμένη περικεφαλαία. Συνήθως διακοσμημένη (χαλκήρης, χρυσείη, χαλκοπάρηος).

Άφαλος: περικεφαλαία χωρίς στολίδια, Φάλοι: οι λαμπροί ήλοι και τα ποικίλματα.

Τριλοφία: η έχουσα τρία λοφία, κυρίως των αξιωματικών.

πήληξ: εκ του πάλλω, λόγω του παλλομένου λοφίου της, εξ ου και το σημερινόν στρατιωτικόν πηλήκιον!

Αυλώπις: «περικεφαλαία προμήκης, έχουσα τας οπάς των οφθαλμών εις οξύ ληγούσας».

Αμφιβρότη: η καλύπτουσα πανταχόθεν τον βροτόν (θνητόν) άνδρα.

στεφάνη: το προεξέχον μέρος της περικεφαλαίας όπισθεν και έμπροσθεν.

θώραξ: «οίον ώραξ»,  δηλαδή φύλαξ της ζωής ή της θωρούσης καρδίας, σημειώνει ο Ωρίων. Κατ’ άλλους εκ του θρώσκω = ορμώ (ενδύεσαι τον θώρακα και ορμάς).

ζωστήρ: κοινώς ζώνη, εξ ου και η έκφρασις «ζώνομαι τα όπλα», μέχρι σήμερον.

«ζωστήρ παναίολος (ποικίλος) ω εζώννυτο» (Ιλιάς Κ 77). Ετυμολογείται εκ του ότι καλύπτει τα ζωτικά όργανα και την «ζωήν σώζει».

Οπλίτης επί πάσιν (εν πλήρει οπλισμώ)

Πανοπλία: Παν + όπλον, ο πλήρης οπλισμός του οπλίτου: Περικεφαλαία, θώραξ, κνημίδες, ασπίς, ξίφος, δόρυ.

Παντευχία: η πανοπλία: τεύχη = όπλα εκ του τεύχω = κατασκευάζω.

Πανσαγία: η πανοπλία, σχετικόν με σαγή, σάκος = ασπίς.

Έντεα: πολεμικά όπλα, σκεύη, πανοπλία. «Παρά το εντός περιλαμβάνειν το σώμα». Εκ του έντεα – εντύνω = ετοιμάζω, ευπρεπίζω, εξ ου και το σημερινόν ντύνω, ντύνομαι! εντεομήστωρ: ο έμπειρος περί τα όπλα, ο μήστωρ = ο μάστωρ – μάστορας! (εκ του μάω = μανθάνω).

Κάδμος: η πανοπλία, εκ του κέκαδμαι ή κέκασμαι = λάμπω, ο οπλισμός λάμπει στον ήλιο. Γι’ αυτό και η πανοπλία καλείται «οπλιστής κόσμος».

Ο Όμηρος με κάθε ευκαιρία, δεν παραλείπει να περιγράψη την διαδικασίαν ενδύσεως των όπλων (Ιλιάς Γ330).

«Κνημίδας μεν πρώτα περί κνήμησιν έθηκεν καλάς, αργυρέοισιν επισφυρίοις αραρνίας. Δεύτερον αυ θώρηκα περί στήθεσσιν έδυνεν οίο κασίγνητοι ο Λυκάονος, ήρμοσε δι’ αυτώ. Αμφί δ’ αρ’ ώμοισιν βάλετο ξίφος αργυρόηλον χάλκεον, αυτάρ έπειτα σάκος μέγα τε στιβαρόν τε. Κρατί δ’ έπ’ ιφθίμω κυνέην εύτυκτον έθηκεν ίππουριν, δεινόν δε λόφος καθυπέρθεν ένευεν. Είλετο δ’ άλκιμον έγχος, ο οι παλάμηφιν αρήρει».

(«Τα σκέλη πρώτα με λαμπρές κνημίδες περιζώνει με τις περόνες αργυρές καλά θηλυκωμένες, με θώρακα του αδελφού Λυκάονος ωραίον που στο κορμί του εταίριαζε, το στήθος περικλείει, ξίφον ασημοκόμπωτον εκρέμασε απ’ τους ώμους χάλκινον, κι έπειτα τρανήν βαρύτατην ασπίδα. Εις την ανδρείαν κεφαλήν καλόν έβαλε κράνος και με την χαίτην σείοντας φρικτός έπαν ο λόφος και αρμόδιο στην παλάμην του, δεινό κοντάρι πήρε»).

Το τόξον: δεν υπήρξε ποτέ κύριον, ουσιώδες πολεμικόν όπλον. Αρχικώς κατεσκευάσθη για τις ανάγκες του κυνηγίου. Γνώρισμα ανδρείας πάντοτε ήτο η εκ του συστάδην μάχη. Γενναίος εθεωρείτο ο αγχιμαχητής. Ο Οδυσσεύς αναχωρών για τον Τρωικό Πόλεμο, δεν παίρνει μαζί του το περίφημο τόξο του. Ο Όμηρος περιγράφων τις αρετές του Τεύκρου (αδελφού του Αίαντος) τον επαινεί μεν ως άριστον εις την τοξοσύνην, δεν παραλείπει όμως να τονίση αμέσως ότι ήταν ανδρείος εις την εκ του συστάδην μάχην, «αγαθός δε και εν σταδίη υσμίνη». Ο τοξότης εθεωρείτο δειλός: «ώλετο ανδρός αρετά» (χάθηκε η αρετή του ανδρός). Αρχίδαμος.

Ο δειλός Πάρις συνήθιζε να φονεύη τοξεύοντας εκ του μακρόθεν. (Άλλωστε με βέλος εσκότωσε τον Αχιλλέα). Ο ίδιος ο αδελφός του ο Έκτωρ, τον υβρίζει:

«τοξότα λωβητήρ» (Λ 385)!

Φοβερά ύβρις: «τοξότα, δηλαδή δειλέ!»

Οι Έλληνες κατά την Μάχη του Μαραθώνος αντικρύζουν έκπληκτοι τους απέναντι παρατεταγμένους Πέρσες τοξότες. Θέτοντες τας «ασπίδας επί κεφαλάς» επιτίθενται δρομέως εναντίον των βαρβάρων και όταν τους πλησιάζουν πετούν το ακόντιον και σύρουν το σπαθί. Μόνον μετά από αυτήν την εμπειρία οι Αθηναίοι συνεκρότησαν ένα σώμα 200 τοξοτών, οι οποίοι εβοήθησαν κατά την Μάχη των Πλαταιών.

τόξον: εκ του τεύχω – κατασκευάζω.

βέλος: εκ του βάλλω = ρίπτω.

ιός: βέλος, εκ του ίημι – ρίπτω.

κήλα: τα ξύλινα βέλη του θεού Απόλλωνος. Εκ του αλέα = θερμασία ηλίου, «καλέα», κάλον = το ξύλον, που μας θερμαίνει. Προφανώς τα βέλη (κάλα) του Απόλλωνος – ηλίου είναι οι ακτίνες του!

φαρέτρα: η φέρουσα τα βέλη θήκη, εκ του ρήματος φέρω.

σφενδόνη: εκ του σπεύδω. «Επισπεύδει την των λίθων άφεσιν».

Εν τέλει, τα όπλα δεν κατατίθενται, ούτε παραδίδονται. Παράδοσις των όπλων σημαίνει παραδοχή ήττης και αποτελεί αισχύνην και όνειδος διά τον μη πεσόντα («διά την τιμήν των όπλων») πολεμιστήν. Γι’ αυτό και ο όρκος των Αρχαίων οπλιτών άρχιζε με την υπόσχεσιν

«Ου καταισχυνώ όπλα τα ιερά».

Μέχρι σήμερα, σε περίπτωση ήττης, η πιο ταπεινωτική στιγμή είναι η παράδοσις των όπλων του ηττημένου εις τον νικητήν αντίπαλον.

Εθνικιστές!

Ου καταισχυνούμεν όπλα τα ιερά!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΣΚΟΛΟΣ

(Φ. 194)

 

 

Advertisements