Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΒ΄

Tο 1775, ένα έτος πριν από την πρώτη έκδοση του διασήμου πονήματος του Γερμανού ιστρού, φυσιοδίφη, ανατόμου και ανθρωπολόγου Γιόχαν Φρήντριχ Μπλούμενμπαχ : «Βιβλίον περί της φυσικής ανθρωπίνης ποικιλίας» («De generis humani varietate nativa liber»), ένας ιατρός, ονομαζόμενος Τζον Χάντερ (1754–1809) εδημοσίευσε την διατριβή του «Περί των ανθρώπων, οι οποίοι διαφέρουν ένεκα αυτών των λόγων» («De Hominum Varietatibus et harum causis») για την απονομή του τίτλου του Διδάκτορος της Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Ο Χάντερ ησχολήθη με τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων ειδών των ανθρώπων και εδήλωσε πως ανέπτυξε  τις αιτίες τους. Ο Σκωτσέζος επιστήμων, εδήλωσε πως η νεγροειδής φυλή εγεννάτο… λευκή. Επίστευε πως, με τον καιρό, λόγω του ηλίου, οι άνθρωποι … εμαύριζαν. Έλεγεν επίσης πως οι θερμικές φλύκταινες και τα καψίματα πιθανότατα θα μετήλλασαν σταδιακώς ένα νέγρο σε λευκό, πράγμα το οποίον τον έκανε να πιστεύσει πως οι απώτατοι πρόγονοι των νέγρων ήσαν … λευκοί. Η διατριβή του εγράφη στα λατινικά, αλλά μιά αγγλική της μετάφραση (από τον Τόμας Μπέντυς) εδημοσιεύθη ως παράρτημα στην αγγλική έκδοση του βιβλίου του Μπλούμενμπαχ (1865). Αρκετοί συγγραφείς υποθέτουν ότι ο συγγραφεύς της διατριβής  ήταν ο μεγάλος χειρουργός και ανατόμος με το ίδιο όνομα Τζον Χάντερ, (1728–1793), αλλά δεν συμβαίνει αυτό. Πρόκειται περί  ταυτωνυμίας, ενώ ο διάσημος ανατόμος δεν ησχολήθη με φυλογνωσικά θέματα.

Ο πολυμαθέστατος Μπλούμενμπαχ εγεννήθη στην Γκότα της ανατολικής Γερμανίας το 1752 και ήρχισε να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν σχεδόν αμέσως μετά την εκεί αποφοίτησή του  το 1775. Έγινε καθηγητής της Ιατρικής, αλλά οι σπουδαιότερες και διασημότερες  δημοσιεύσεις του αφορούσαν στους τομείς της ανθρωπολογίας, της φυσιολογίας και της συγκριτικής ανατομίας. Απέθανε στο Γκέτινγκεν το 1840, αφού παρέμεινε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, εκτός από τις περιόδους οπότε επραγματοποίησε βραχέα ταξίδια στην Ελβετία και Αγγλία. Οι συνεισφορές του στην μελέτη του εθνοφυλετικού ζητήματος είναι μνημειώδεις μέσα από τις παρατηρήσεις και διαπιστώσεις του που εμπεριέχονται στο περίφημον έργο του «De generis humani varietate nativa liber», το οποίον εγνώρισε τρεις εκδόσεις, εκ των οποίων η πρώτη και η τρίτη μετεφράσθησαν στην  αγγλική, αλλά και στο «Συνεισφορές επί της φυσικής ιστορίας» («Beitrage zur Naturgeschichte»).

Ο Μπλούμενμπαχ ουδεμίαν είχεν αντίληψη της εξελίξεως του ανθρώπου μέσω μιας μακράς σειράς πιθηκοειδών προγόνων, ούτε, πράγματι, κάποιαν ιδέα περί της εξελίξεως με την σύγχρονο έννοιά της. Ανεγνώρισεν όμως ότι τα φυτά και τα ζώα ήσαν ικανά να τροποποιήσουν την μορφή τους, ως αποτέλεσμα της εξημερώσεώς τους  ή της αλλαγής του περιβάλλοντος κλίματος, υπέθεσε δε πως τα νέα χαρακτηριστικά  τα οποία επεβάλοντο κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου ήσαν κληρονομήσιμα. Όλες οι αλλαγές οι επερχόμενες σε ένα είδος, από αυτές τις αιτίες, ήσαν τα παραδείγματα αυτού που απεκάλεσε εκφυλισμό (degeneratio) της «αρχεγόνου ποικιλίας» (Varietas primigenia) ή «κυρίας φυλής». Νέα είδη θα ημπορούσαν να προκύψουν μόνον από «νέα ειδική δημιουργία» του Πλάστου.

Πάγιος ισχυρισμός του Μπλούμενμπαχ ήταν ότι υπήρχε ένα μόνον είδος ανθρώπου. Η Varietas primigenia  αυτή, την οποίαν απεκάλεσε «Καυκασία» («Caucasiana») –όπως λέγεται από τον πηγαίον θαυμασμόν του προς το ευρειδέστατο κρανίο μιας Γεωργιανής- αντιστοιχεί τους «Ευρωπίδες» της συγχρόνου ορολογίας, τους λευκούς ανθρώπους. Από αυτήν την Ποικιλία είχαν προκύψει οι άλλες, με την διαδικασία του «εκφυλισμού», η οποία προέκυψε από το γεγονός ότι ο άνθρωπος εκτίθεται σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες, είναι ο πλέον εξημερωμένος εξ όλων των οργανισμών, και μερικές φορές παρεμβαίνει ο ίδιος στην δομή του σώματός του.

Από την χρήση της λέξεως εκφυλισμός – degeneratio, θα ημπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σκοπός του Μπλούμενμπαχ ήταν να επιβεβαιώσει την ανωτερότητα των Ευρωπιδών σε σχέση με τις άλλες φυλές, όμως αυτό δεν είναι διόλου σωστό καθώς υπήρξε επανειλημμένως διακεκηρυγμένη η πρόθεσή του να τονίσει την ενότητα του ανθρώπου, αλλά και να διορθώσει την σφαλερά κοινή πίστη στην έντονο «κατωτερότητα» ορισμένων φυλών. Επέτρεψε απλώς την αποτύπωση της υπάρξεως ορισμένων προφανών σωματοδομικών διαφορών. Αναφερόμενος στα χαρακτηριστικά του προσώπου των Νεγριδών, επί παραδείγματι, παρατηρεί  : «Παρά το γεγονός ότι, σχεδόν όλα τα ανθρώπινα έμβρυα είναι πλατύρινα, ωστόσον οι Αιθίοπες περί των οποίων ο λόγος, έχουν πολύ πλατεία ρίνα και “intersinia” -αν ημπορώ να χρησιμοποιήσω την έκφραση του γεωγράφου Ισιδώρου (του Χαρακηνού) για τους ρώθωνες- ώστε ο οιοσδήποτε αναγνωρίζει αυτήν την φυλή μόνον από αυτούς τους χαρακτήρες, ακόμη και αν δεν λαμβάνονται υπόψη τα οιδηματώδη χείλη της». Επίσης  παρατηρεί ότι ακόμη και ένας τυφλός, αν είχε την παραμικρά ιδέα της μεγάλης διαφοράς μεταξύ των προσώπων των Μογγόλων και των «Αιθιόπων», θα ημπορούσε ευχερώς και αυτομάτως να διακρίνει το κρανίον ενός Καλμούκου από εκείνο ενός Νέγρου, μόνον με την αφή! Ωστόσον, ήταν ανήσυχος, για την ενδεχομένη ελαχιστοποίηση αυτών των χαρακτηριστικών που θα ημπορούσαν να θεωρηθούν αρκούντως σημαντικά, ώστε να δικαιολογούν τον διαχωρισμό της κάθε ομάδος ανθρώπων ως ένα άλλο είδος : Έτσι υπετίμησε εντόνως την ιδιαιτερότητα της κεντρικής προκοιλιακής «λιπαράς ποδιάς» (tablier centrale) όσον ο Βολταίρος την προέβαλε υπερβολικώς. Γράφει : «Η πλέον πρόσφατος μαρτυρία ταξιδιωτών μας επιτάσσει  να θέσουμε την λιπαρά ποδιά των Οττεντότων γυναικών (την ύπαρξη της οποίας υπεστήριξαν από πολλού διάφοροι ταξιδιώτες) στην ίδια κατηγορία με την ανθρωπίνη ουρά και με τον ίδιο τρόπο να την απορίψουμε στους μύθους». Βεβαίως όμως, ο Μπλούμενμπαχ είναι ορθοτόμος όταν αρνείται ότι το χρώμα του δέρματος ημπορεί να θεωρηθεί ως ειδοποιός διαφορά (διαφορά μεταξύ κεχωρισμένων ειδών).

Δεν υπάρχει καμία απολύτως σαφής δήλωση στα γραπτά του συμφώνως προς την οποίαν ο «εκφυλισμός» συνεπάγεται κάποιαν κατωτερώτητα. Μόνη εξαίρεση «ποιοτικής διακρίσεως» εκ μέρους του είναι ότι οι άνθρωποι της «Αρχεγόνου Ποικιλίας» (Ευρωπίδες) είναι «πλέον ευμόρφου μορφής» («pulcerrimae formae») σε σύγκριση με εκείνην των λοιπών φυλών.

Ο Μπλούμενμπαχ προέβη σε ειδική έκκληση για μιαν πλέον ευνοϊκή στάση απέναντι στους νέγρους. Γράφει : «Ουδείς φερόμενος ως άγριος άνθρωπος είναι γνωστός σε εμάς, ο οποίος να έχει διακριθεί τόσον πολύ όπως ο Νέγρος, από τέτοια παραδείγματα τελειοποιήσεως και ικανότητος για μάθηση και πολιτισμό, συνεπώς δε να έχει συνδεθεί τόσον στενώς με τους πλέον καλλιεργημένους ανθρώπους στην γη». Μάλιστα ο μεγάλος ανθρωπολόγος δίδει πολλά αξιόλογα παραδείγματα πνευματικών ικανοτήτων συγκεκριμμένων  νέγρων.

Σύντομος μνεία πρέπει να γίνει εδώ και σε έναν ακαδημαϊκό διδάσκαλο, συνάδελφο του Μπλούμενμπαχ, που είχε διορισθεί λέκτωρ στην Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιον του Γκέτινγκεν δύο ή τρία χρόνια πριν από τον Μπλούμενμπαχ. Είναι σχεδόν αδύνατον να φαντασθεί κανείς δύο άνδρες με εντονοτέρα ανίθεση και ριζικότερον διαφορετική προοπτική περί του εθνοφυλετικού ζητήματος. Ο Κριστόφ Μάϊνερς (1747–1810) ήταν φιλόσοφος και ιστορικός και υπήρξε έμμονος υποστηρικτής του πολυγενισμού. Εμελέτησε τα φυσικά, νοητικά και ηθολογικά χαρακτηριστικά της κάθε φυλής, και κατεσκεύασε μιαν ιδιάζουσα  διαφυλετική ιεραρχία, βασιζόμενος  στα ευρήματα των μελετών του (καταγραφόμενα λεπτομερώς στο τετράτρομον έργο του «Έρευνες περί των ποικιλοτήτων των ανθρωπίνων φύσεων» / «Untersuchungen uber die Verschiedenheiten der Menschennaturen»-1813). Εχώρισε την ανθρωπότητα σε 2 ευρείες κατηγορίες, την «εύμορφη λευκή φυλή» και την … «άσχημο μαύρη». Στο βιβλίον του «Περίγραμμα της Ιστορίας της Ανθρωπότητος»  («Grundrib der Geschichte der Menschheit» -1785), λέγει  πως το κυριότερον χαρακτηριστικό μιας φυλής είναι είτε η ευμορφία είτε η ασχημία της. Επίστευε πως μόνον η λευκή φυλή (εξαιρουμένων των Σλάβων) ηταν εύμορφη. Εθεώρησε κατώτερες τις «άσχημες» φυλές, επίσης δε ανήθικες και ζωώδεις. Έλεγε πως οι σκοτεινόχροες, άσχημοι άνθρωποι εξεχώριζαν από τους ευμόρφους λευκούς ανθρώπους, λόγω της «λυπηράς» ελλείψεως αρετής και λόγω των «τρομερών ελαττωμάτων» τους. Ο Μάϊνερς προσεπάθησε να μεταφέρει την γνώμη του για το ζήτημα, με μιαν εξόχως επιθετική γραφή όπου χρησιμοποιούνται προσβλητικοί όροι για τους νέγρους και άλλους μη ευρωπαϊκούς  λαούς. Σε ένα από τα κείμενά του μάλιστα ζητεί οι νομικοί και οι άλλοι υπεύθυνοι στις κρατικές αρχές, να θεωρούν για την ανθρωπότητα ότι η ελευθερία και άλλα δικαιώματα των ανθρώπων δεν πρέπει  να προσφέρονται σε ανθρώπους «οι οποίοι στερούνται συναισθήματος, είναι τόσον ευερέθιστοι και συνάμα ράθυμοι, τόσον ανόητοι  και κακοί (ubelartigen) όπως οι νέγροι» και εκθέτει την γνώμη του ότι  «… οι μαύροι, καφέ και ερυθροί λαοί, ου μόνον δεν ανεκάλυψαν τις τέχνες και τις επιστήμες, αλλά ήσαν ανίκανοι για αποδοχή τους, όταν τους προσεφέρθησαν από τους Ευρωπαίους».

Α. Κωνσταντiνου

(Φ. 195)

 

 

Advertisements