Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΓ’

Ου μόνον η ιδιότυπος θεολογική «λατινοφιλία» όλων σχεδόν των Σλαβοφίλων θεολόγων, φιλοσόφων, λογίων ή διανοητών, (παρά την έως εμμονής και υπερβολής αντιδυτική ρητορική ή ιδεολογία τους), αλλά και η άκριτη  και άλογος προσχώρηση πολλών Σλαβοφίλων στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, (παρά την άρρηκτο σύνδεση της ευλόγως ρωσοκεντρικής ιδεολογίας τους με την ιδιαιτερότητα και την οικουμενική προοπτική του πνεύματος της Ορθοδοξίας), εξηγούνται εφ’ όσον ληφθεί υπ’  όψη η στρεβλή τους θεώρηση του πνεύματος της σχετικής πατερικής παραδόσεως (τόσον για την χριστοκεντρική οντολογία, όσον και για τα «κανονικά όρια» της Εκκλησίας). Οι ποικίλες αυτές εξαρτήσεις και αντινομίες τους εμπεριείχαν προφανείς ή και επικίνδυνες συγχύσεις τόσον για την ευρεία εθνική αυτοσυνειδησία της Ρωσίας, όσον και για την θεολογική παράδοση της Εκκλησίας της Ρωσίας, η οποία και αποτελούσε τον σκληρό θεωρητικό πυρήνα της ιδεολογίας όλων των Σλαβοφίλων.

Είναι λοιπόν προφανές ότι η χρησιμοποίηση των θεωρητικών αρχών, αλλά και της διαλεκτικής μεθοδολογίας του γερμανικού ιδεαλισμού από τους Σλαβοφίλους στοχαστές, φιλοσόφους ή διανοητές, αποσκοπούσε αφ’ ενός μεν στην αντίκρουση των ακραίων θέσεων του υλόφρονος δυτικού ορθολογισμού, αφ’ ετέρου δε στην εύλογο αντιπαράθεση της ρωσοκεντρικής οικουμενικής ιδεολογίας των Σλαβοφίλων. Άλλωστε, η διπλή αυτή εξάρτησή τους από τη γερμανική φιλοσοφία απεδείχθη εντόνως επαχθής, αφ’ ενός μεν διότι η εμμονική ιδεολογική εξάρτησή τους από την φαινομενολογία του πνεύματος επηρέασε περιοριστικώς την προβολή της ιδιαιτέρας αποστολής της ορθοδόξου Ρωσίας στην Ιστορία του Πολιτισμού, αφ’ ετέρου δε διότι η θεολογική εξάρτησή τους επηρέασε άρδην την ερμηνεία τους περί του ρόλου της Ορθοδοξίας στην ιδιαιτέρα οικουμενική αποστολή της Ρωσίας.

Συνεπώς, το κίνημα των Σλαβοφίλων ήταν μία όλκιμη, ελατή και πλασματική ιδεολογική σύνθεση, η οποία εγεννήθη και ανεπτύχθη στην Ρωσία μετά το τέλος των Ναπολεοντείων Πολέμων (1812), αποσκοπούν να αναδείξει την ιδιαιτερότητα και συνάμα την υπεροχή της ρωσικής ιδεολογικής προτάσεως για την πνευματική ταυτότητα των χριστιανικών λαών της Ευρώπης έναντι της εκκοσμικευμένης προτάσεως της νοθευθείσης φιλοσοφίας και των ιδεολογικών τάσεων του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως κατά τους νεωτέρους χρόνους. Στα πλαίσια αυτά, ως μόνη ελπίδα για την ειρηνική συνύπαρξη των λαών της Ευρώπης προεβλήθη ο Ρώσος Τσάρος και η συμπαγής και ρωμαλέα εθνοφυλετική πολιτική ιδεολογία των Σλαβοφίλων (Αυτοκρατορία, Ορθοδοξία, Εθνότης), η οποία επηρέασε ευρύτατα και βαθύτατα όλους τους τομείς της πολιτικής, της θρησκευτικής και της πνευματικής ζωής, όχι μόνον της Ρωσίας, αλλά και όλων σχεδόν των άλλων Σλαβικών λαών. Ωστόσον, οι Σλαβόφωνοι λαοί ενετάχθησαν στο κίνημα του Πανσλαβισμού, με την συμμετοχή τους μάλιστα και στο διεθνές «Πανσλαβιστικό Συνέδριον» της Μόσχας (1867) και την εκλογή ως προέδρου του διαβοήτου Ρώσου στρατηγού, διπλωμάτη και πολιτικού Νικολάϊ Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ.

Κατά την περίοδο της έξαρσης της βαλκανικής κρίσεως ο Ιγνάτιεφ ετοποθετήθη πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη (1864), όπου και ανεδείχθη ιδιαιτέρως, επηρεάζων «τους πάντες και τα πάντα» υπέρ της Ρωσίας με οιοδήποτε θεμιτό ή αθέμιτο μέσον. Κύριος στόχος του ήταν η κατάργηση της «Συνθήκης των Παρισίων» (1856), που επέτρεπε την ελευθέρα διέλευση των Στενών των Δαρδανελλίων, προκειμένου να περάσουν στον ρωσικό έλεγχο, γεγονός που θα ημπορούσε να συμβεί είτε με πόλεμο, είτε με επιβολή ρωσικής «προστασίας» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι ραδιουργίες του και οι συχνότατες επαφές του με τον Σουλτάνο Αμπντούλ Αζίζ και τους Μεγάλους Βεζίρηδες, Μεχμέτ Εμίν Ααλή Πασά και Μαχμούτ Νεντίμ Πασά υπήρξαν τόσον πολύ έντονες και τακτικές, ώστε το σύνολον σχεδόν των πρεσβευτών της Κωνσταντινούπολης να του προσδώσει σκωπτικώς το παρωνύμιον «υποσουλτάνος του Αμπντούλ Αζίζ», αποδίδον και τα ονόματα των Βεζίρηδων με κατάληξη -ωφ.

Παραλλήλως, υπηρετών τον ρωσικό πανσλαβισμό, επέλεξε τους ομόδοξους Βουλγάρους ώστε να δημιουργήσει μιαν έντονο φιλορωσική παρουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ευκαιρία σε αυτό έλαβεν από την Κρητική Επανάσταση (1866-1869, όπου δημιούργησε εθελοντικό σώμα ατάκτων Βουλγάρων, που το διέθεσε στον Σουλτάνο για την καταστολή της επαναστάσεως της Κρήτης. Εκμεταλλευόμενος στν συνέχεια την προσφορά αυτή, κατάφερε τον Σουλτάνο, στα πλαίσια του Χάττ-ι-Χουμαγιούν, να εκχωρήσει με επί τούτου φιρμάνι, κάποιες δυτικές επαρχίες της Θράκης στους Βουλγάρους, για την δημιουργία της «Βουλγαρικής Εξαρχίας», η οποία ουσιαστικώς απετέλεσε και την βάση δημιουργίας της βουλγαρικής εθνικής συνειδήσεως, με συνέπεια το ξέσπασμα αυτονομιστικών κινήσεων σε βάρος άλλων ομόδοξων βαλκανικών λαών.

Μετά τον θάνατον του Αμπντούλ Αζίζ (1876), οπότε ανήλθε στο θρόνο ο Σουλτάνος Μουράτ Ε’ και ήλλαξε η εξωτερική πολιτική υπέρ της Γαλλίας, ο Ιγνάτιεφ ήρχισε να δυναμιτίζει το ρωσικόν υπουργείον εξωτερικών για διενέργεια πολέμου. Έτσι, μετά την καθαίρεση του Μουράτ Ε’ (για λόγους ασθενείας) και την ανάρρηση στον θρόνο του νέου Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Β΄, με ενέργειές του και με την ενεργό σύμπραξη του Ρώσου υπουργού εξωτερικών Αλεξάντρ Μιχαήλοβιτς Γκορτσακόφ εξέσπασεν ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-1878) -που επεξετάθη από τον Καύκασο μέχρις της Βαλκανικής- έχων συνεγείρει τους Βουλγάρους σε επανάσταση. Συνέπεια πολέμου και επανστάσεως ήταν η συνομολόγηση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και η δημιουργία της «Μεγάλης Βουλγαρίας», σε βάρος ημών των Ελλήνων. Μετά όμως την Συνθήκη του Βερολίνου που ηκολούθησε το ίδιον έτος, ο Ιγνάτιεφ περιέπεσε στην δυσμένεια του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Τρία χρόνια αργότερον, το 1881, ο Ιγνάτιεφ ετοποθετήθη υπουργός των Εσωτερικών της Ρωσίας, θέση που διετήρησε μέχρι τον Ιούνιο του επόμενου έτους όταν εξηναγκάσθη σε παραίτηση λόγω διαφωνίας του με τον υπουργό των Εξωτερικών για στρατιωτικά ζητήματα.

Συνεπώς, ο εκρωσισμός όλων των υποτελών Σλαβικών λαών, ήτοι των ορθοδόξων, των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, προεβλήθη ως ο βασικός άξων της επεκτατικής πολιτικής της Ρωσίας, όχι μόνον στην Ανατολικήν Ευρώπη, αλλά και στην Ασία κατά τον ΙΗ΄ αιώνα. Τούτο συνάγεται από την πολιτική της Αικατερίνης Β΄ (1762-1796) για την βιαία επιβολή των τριών διαμελισμών της Πολωνίας (1772,1793,1795), αλλά και της ρωσικής πολιτικής και πνευματικής ιδεολογίας στις Βαλτικές χώρες (Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία), στην Γεωργία, στις παραδουνάβιες Ηγεμονίες (Μολδαβία, Βλαχία) για την μεθοδική αποδυνάμωση της εθνικής τους συνειδήσεως. Οι τάσεις αυτές υπεστηρίχθησαν από την ρωσική κυβέρνηση, με κάθε θεμιτό ή και αθέμιτο τρόπο, για την ιδεολογική εκμετάλλευση όχι μόνο της «ενότητος αίματος» όλων των Σλαβικών λαών της Ευρώπης (Πανσλαβισμός), αλλά και της «ενότητος πνεύματος» όλων των ορθοδόξων λαών (Ορθοδοξία).

Η ταπεινωτική ήττα της Ρωσίας στον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-56) απεδυνάμωσε ή και ακύρωσε τα οικουμενικά ουτοπικά οράματα των Σλαβοφίλων, οι οποίοι διεσπάσθησαν σε ευρωπαϊστές και αντιευρωπαϊστές, καθώς μετά την απρόβλεπτο αυτήν ήττα της η Ρωσία ήταν υποχρεωμένη πλέον να φοβείται τις Μεγάλες Δυνάμεις της Δύσεως (Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Αυστρία) για την τυχόν αντίδρασή τους στην εφαρμογή των νέων επιλογών της ρωσοκεντρικής πολιτικής της στην Ευρώπη και στην Ασία. Υπό την έννοιαν αυτήν, ο ανακαθορισμός της ρωσικής πολιτικής στην Ευρώπη ενίσχυσε τις τάσεις αμέσου επιβολής της ιδεολογίας των Σλαβοφίλων, ήτοι των μεν ευρωπαϊστών στον κόσμο των Σλάβων ή και στην Ορθόδοξο Εκκλησία γενικότερον, των δε αντιευρωπαϊστών Σλαβοφίλων και στους λαούς της πρόσω και κεντρικής Ασίας (Ευρασίας), με τις καταπιεστικές μεθόδους του εκρωσισμού όλων των υποτελών στην Ρωσία Ορθοδόξων, ετεροδόξων ή και αλλοθρήσκων λαών («Πανρωσισμός»), ήδη εμπράκτως καθιερωμένες από τον ΙΗ΄ αιώνα.

Η πίεση αυτή εξεδηλώθη, και δη με ιδιαιτέρως προκλητικό τρόπο, στην συστηματική προσπάθεια της ρωσικής κυβερνήσεως να εξουδετερώσει την παραδοσιακή επιρροή στην Ορθόδοξο Εκκλησία όχι μόνον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και των άλλων ελληνοφώνων «πρεσβυγενών» Πατριαρχείων της Ανατολής, η καθιερωμένη ακτινοβολία των οποίων περιόριζε ή απεδυνάμωνε ευχερώς και κατά πολύ την δυνατότητα της μονομερούς και αξιοπίστου χρησιμοποιήσεως της Ορθοδοξίας στο όραμα των Σλαβοφίλων περί οικουμενικής ακτινοβολίας της Ρωσίας. Άλλωστε, οι θεολογικές τους προτάσεις, (οι οποίες βεβαίως είχαν καταδικασθεί ήδη από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας), διετήρησαν μεν την δυναμική τους στους διανοουμένους και στις λαϊκές μάζες, έχασαν όμως την αρχική ενθουσιαστική υποστήριξη της ρωσικής κυβερνήσεως, όπως αυτό συνάγεται τόσον από την επαμφοτερίζουσα και αντιφατική ρωσική πολιτική κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνος, όσον και από τις γνωστές, ποικιλοτρόπως επαχθείς για την Ρωσία προεκτάσεις της κατά τον 20ον αιώνα.

Συνεπώς οι νεότερες σλαβοφιλικές τάσεις ανεκαθόρισαν τον ιδεολογικό τους προσανατολισμό, ο οποίος προσέλαβεν πλέον έναν έντονο ή και προκλητικό ανθελληνικό χαρακτήρα και εξεφράσθη επισήμως τόσον στους απαραδέκτους όρους της ρωσοτουρκικής Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878), όσο και στις βίαιες αντιδράσεις των Ρώσων Σλαβοφίλων της Ρωσίας με την άμεσο και ταπεινωτική για την Ρωσία ακύρωσή της από τις Μεγάλες Δυνάμεις (με την διορθωτική Βερολίνειο Συνθήκη το 1878). Ως γνωστόν, οι συνέπειες των ανθελληνικών προκαταλήψεών τους στην άσκηση της επισήμου εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας υπήρξαν ιδιαιτέρως επαχθείς όχι μόνον για όλα τα ελληνόφωνα πρεσβυγενή Πατριαρχεία της Ανατολής, αλλά και για την παραδοσιακώς αρμονική λειτουργία των συνόλων διορθοδόξων σχέσεων. Προφανώς δε όπως τεκμαίρεται από το ιστορικό δρώμενο, οι προκαταλήψεις αυτές δεν εξαλείφθησαν πλήρως ούτε μετά την επιβολή στη Ρωσία του διεθνιστικού σοβιετικού καθεστώτος (1918), καθώς είχαν ήδη διαποτίσει την κοινή γνώμη και είχαν πλέον παγιωθεί βαθύτατα στην διαχρονική εθνική συνείδηση του ρωσικού λαού.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 196)

 

Advertisements