Ανάστα το Έθνος!

Γράφεται συχνά τις μέρες αυτές η ευχή «Καλή Ανάσταση στην Πατρίδα μας». Αυτό εύχονταν και οι Αγωνιστές της Παλιγγενεσίας του 1821. Και ο Ευαγγελισμός του Έθνους συνδυάστηκε συμβολικά και θεσπίστηκε εορταστικά με τον Ευαγγελισμό της Παναγίας.

Με μια ειδοποιό διαφορά: Οι Έλληνες εκείνοι, εύχονταν την Ανάσταση με το μπαρούτι, ζωσμένοι τις σπάθες και τα κουμπούρια τους, τα περισσότερα από τα οποία τα είχαν παρμένα από ηττημένους εχθρούς. Και να που εκεί που η Μούσα τραγουδά για τους Κολοκοτρωναίους πως «καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε», οι νεοέλληνες κάνουν την ευχή να ελευθερωθούν από τον τύραννο, και μετά πηδούν από τα μπαλκόνια ή βυθίζονται στην απάθεια. Μια ακόμη έκφραση της δραματικής επί τα χείρω διαφοροποιήσεως του τρόπου αντιλήψεως της ζωής. Ακόμη κι όσοι έχουν δει το φως, και αντιλαμβάνονται τις πραγματικές αιτίες πίσω από την οικονομική κρίση, περιμένουν κι εύχονται η Πατρίδα να αναστηθεί από μόνη της.

Οι αναστάσεις όμως, όπως κάθε δημιουργία, είναι πράξεις πολέμου. «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει», διατάζει το προαιώνιο Παιδίον από την ελληνική Παλαιστίνη, τον παράλυτο, αφού πρωτύτερα τον έχει ρωτήσει: «Θέλεις υγιής γενέσθαι;». Και μόνον αφού το αποφάσισε ο άνθρωπος πως θέλει, με όλη την ψυχή και όλη την διάνοια, ενήργησε πάνω του ο παντοδύναμος Θεός. «Πιστεύεις;»-«Πιστεύω!»-«Πάρε λοιπόν τα πόδια σου!». Πίστεψε, με την φλόγα να σε φλογίζει ως τις άκρες των δαχτύλων, και να ζητά να μεταλαμπαδεύσει την φωτιά της Ζωής.

«Έλα εδώ έξω!», διέταξε τον Λάζαρο, λίγο πριν την δική Του Αγία Ανάσταση. «Βόηθα Αθηνά!», αλλά κούνα και τα χέρια σου. Μα και οι Πόντιοι Πιλάτοι μην νομίσουν πως κάνουν το χρέος τους επειδή νίπτουν τας χείρας τους, μη δεσμευόμενοι γιατί δήθεν δεν ξέρουν. Γιατί, αντί για τους Πιλάτους, αποφασίζει τελικά ο Ιουδαϊκός όχλος και εκτελούν τα στίφη της Δύσεως που, μέσα στο απελέκητο μεγαλείο τους, αδυνατούν να αγγίξουν την λεπτή γραμμή της ιερότητας που ξεχωρίζει έναν εμμονικό προφήτη της θεοκρατικής Ανατολής, από τον ανέσπερο Αυγερινό της Ανθρωπότητας, και τον εμπτύει και τον ραπίζει όπως κάνει και σήμερα με τον Έλληνα.

«Αν έφταιξα, πες μου πού. Αν δεν έφταιξα πες μου γιατί με χτυπάς;». Σήκωσε τα μάτια το Παιδίον από την ελληνική Γαλιλαία στον χοντροκομμένο Ρωμαίο που τον έστειλαν να βάλει μια τάξη στην χάβρα, μα μες στην τετράγωνη λογική του εκτελούντος διαταγές δεν κατάλαβε πως απέναντί του ήταν ο αέναα αναδυόμενος, ενσαρκούμενος και αναστημένος μελλοθάνατος, Αυτός που ανατέλλει Φως και Δικαιοσύνη και φέρνει την Ειρήνη μέσα από τον Πόλεμο. Αυτός που ήρθε να βάλει φουρνέλο στον κάλπικη, την φαρισαϊκή άνομη τάξη, την κοινωνία των δούλων και των αργυραμοιβών: «Ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν».

Ο Γιος του Δημιουργού του Σύμπαντος, έγινε θετός γιος του δημιουργού-ξυλουργού και της παιδίσκης από την Γαλιλαία, αυτής που τόλμησε να πιστέψει και να ανταποκριθεί στον αγγελικό χαιρετισμό, στέκεται απέναντι στους δυνάστες της Χρυσής Αγελάδας.

Τις τελευταίες μέρες, ανασκαλεύτηκε η συζήτηση για το Άγιο Φως, κι αν είναι να το υποδέχεται η Ελλάδα με τιμές αρχηγού κράτους, και πόσο κοστίζει η μεταφορά του σε τούτη την οικονόμο και νοικοκυρεμένη πολιτεία. Προφάσεις, εξυπναδικισμοί και υπερχειλίζουσα υποκρισία. Ένας στοχασμός μίσους που αρνείται ως το τέρμα του συμπλεγματικού εγωισμού του, ώσπου να καρφωθεί στην καρδιά του ο Σταυρός. Γι’ αυτό κι όπου Σταυρός, του προκαλεί επιληπτική κρίση, σε όποια μορφή κι από όποια εποχή κι αν Τον δουν οι σταυρομάχοι.

Γι’ αυτό τα βάζουν με το Φως. Η φωτιά αποκαθαίρει. Αυτόν τον καθαρμό, ο σαίπων, όζων και ζέχνων κόσμος του ψευτοανθρωπισμού, δεν τον θέλει. Γι’ αυτό παλεύει με νύχια και με δόντια να αποκόψει τον άνθρωπο από την Φύση και να τον στείλει στην κόλαση της απουσίας της επικοινωνίας του με τον Θεό. Γι’ αυτό μηχανεύεται πώς να τον οδηγήσει στην λατρεία του χρυσού που καταβαραθρώνει τον άνθρωπο, αντί του πυρός που αναγεννά την ύπαρξη. Το πυρ, γέφυρα του άυλου με το υλικό, ένα κύμα που ξεπροβάλλει από το σκοτεινό Ιερό, πρωτόγονο, ελπιδοφόρο, απλώνεται λίγο πριν το άγγελμα της Ανάστασης στο πλήθος που χαμογελά στο άγγιγμά του, σαν ο πρώτος άνθρωπος, στο πρώτο ξημέρωμα της Πλάσης.

Σήκω λοιπόν και άρον, λαέ, το κρεβάτι σου, άρον και δεύρο, για την Ανάσταση.

«Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια».

Καλή Λαμπρή.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 196)

Advertisements