Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΔ’

H ισχυρά ιδεολογική φόρτιση και η ενίοτε εμμονοϊδεακή και αλαζονική εθνοφυλετική «εσωστρέφεια» των παραδοσιακών Σλαβοφίλων εδοκιμάσθησαν τα μέγιστα μετά την επιβολή του υλιστικού αθεϊστικού σοβιετικού καθεστώτος και την συστηματικώς απαξιωτική και εχθρική στάση του έναντι της πανισχύρου Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία εσυνοδεύθη τόσον από απανθρώπους και απηνείς διωγμούς εναντίον των αντιφρονούντων, όσον και από μαζικήν ομαδική μετανάστευση πολλών αντιφρονούντων στις πλησιόχωρες σλαβόφωνες ή και στις φιλόξενες χώρες της Δύσεως (Γαλλία, Γερμανία, Βρεταννία, Φινλανδία, ΗΠΑ, Καναδά), κυρίως μετά την ήττα του ηρωϊκού Λευκού Στρατού από την πλημμυρίδα του Ερυθρού Στρατού των Μπολσεβίκων κατά τον ρωσικό εμφύλιο πόλεμο (1918-1921). Συνήθως, οι πρόσφυγες ή μετανάστες προήρχοντο από ευκατάστατες και αριστοκρατικές οικογένειες Σλαβοφίλων, οι οποίες οργάνωσαν την σωτήριο φυγή τους στην Δύση και εκεί οργανώθησαν σε αξιόλογες ορθόδοξες κοινότητες, με πυρήνα τον εκάστοτε ενοριακό ναό, [με σκοπόν αφ’ ενός μεν να προσαρμοσθούν στα πλαίσια του νέου ετεροδόξου περιβάλλοντος, (ρωμαιοκαθολικού ή προτεσταντικού), αφ’ ετέρου δε να προβάλουν στον δυτικό χριστιανικό κόσμο την ήδη γνωστή (ενίοτε δε και ελκυστική προς αυτόν) ορθόδοξο ταυτότητά τους, μάλιστα σε μιαν επικοδομητική διαδραστική – διαλεκτική σχέση με τις νέες ιδεολογικές τάσεις της Δύσεως].

Συνεπώς, οι ρωσικές κοινότητες της Δυτικής Ευρώπης και της Βορείου Αμερικής συνεκροτήθησαν σε δύο μεγάλες μητροπόλεις (Παρίσι – Νέα Υόρκη) για τον συντονισμόν της εσωτερικής λειτουργικής και της ποιμαντικής οργανώσεώς τους με βασικόν άξονα δράσεως την διαφύλαξη τόσον της ρωσικής πνευματικής κληρονομίας, όσον και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της «Λειτουργικής Τάξεως» της Εκκλησίας της Ρωσίας. Υπό το πνεύμα αυτό, οι πρώτοι Μητροπολίτες των δύο μητροπόλεων, Ευλόγιος Παρισίων (Βασίλι Σεμιόνοβιτς Γκεοργκιγιέφσκυ) και Πλάτων Νέας Υόρκης (Πορφύρι Φιοντόροβιτς Ροζντενζβένσκυ), υπήγοντο μεν στο εμπερίστατο πλέον Πατριαρχείον Μόσχας, αλλ’ όμως απέρριπταν αδιαλλάκτως οποιανδήποτε σχέση με το εχθρικό για την Εκκλησία αθεϊστικό σοβιετικό καθεστώς. Υπό την έννοιαν αυτήν, οι μετά τον θάνατο (1925) του Πατριάρχου Τύχωνος (Βασίλι Ιβάνοβιτς Μπελλάβιν) συμβιβαστικές πρωτοβουλίες του Μητροπολίτου του Νίζνι-Νόβγκοροντ Σεργίου (Ιβάν Νικολάγιεβιτς Στραγκορόντσκυ), φύλακος και τοποτηρητού του Πατριαρχείου, μετέπειτα δε και Πατριάρχου Μόσχας (1943-1944), προεκάλεσαν οξυτάτην αντίδραση όχι μόνον πολλών εξορίστων ή φυλακισμένων Ρώσων αρχιερέων της Ρωσίας, αλλά συνάμα και των ρωσικών κοινοτήτων της Διασποράς.

Βεβαίως, ο Σέργιος, υπό την αφόρητο πίεση της σοβιετικής κυβερνήσεως, η οποία ανέλαβε την «εξουδετέρωση» των εσωτερικών αντιδράσεων, (μάλιστα με απερίγραπτη κτηνώδη βιαιότητα όπως καταγράφει η «Μαύρη Βίβλος»), εξηναγκάσθη τελικώς να καθαιρέσει τόσον τον Ευλόγιο, όσον και τον Πλάτωνα (1930), οι οποίοι εζήτησαν και έγιναν δεκτοί στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, υπό τον Πατριάρχη Φώτιον τον Β’, αφού έγινε δεκτόν και το αίτημά τους να διατηρήσουν τα ιδιαίτερα στοιχεία της ρωσικής λειτουργικής και πνευματικής παραδόσεως.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι η ίδρυση του φημισμένου ρωσικού «Θεολογικού Ινστιτούτου του Αγίου Σεργίου» το 1925 στο Παρίσι ανέδειξε κατά την περίοδον του μεσοπολέμου (1918-1939) ένα ρωμαλέο επιτελικό όργανο για την συστηματική προβολή της ρωσικής παραδόσεως στον χριστιανικό κόσμο της Δύσεως, (υπό διωγμόν πλέον, άρα και ελκυστικοτέρας). Ήταν όμως ελκυστικοτέρα όχι μόνον για την αδιάλλακτη αντίθεσή της προς το υλόφρον σοβιετικό καθεστώς, το οποίον ελειτούργει πλέον ως άμεσος απειλή για την Δύση, αλλά και για την ήδη διαπιστωμένη λατινοφιλία και «συνδιαλλακτική» προδιάθεση της θεολογίας κορυφαίων Σλαβοφίλων θεολόγων και διανοητών της ρωσικής Διασποράς, κληρικών ή λαϊκών (Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ, Βλαδίμηρος Σεργκιέγιεβιτς Σολοβιόφ, Σεργκέϊ Νικολάγιεβιτς Μπουλγκάκωφ, Νικολάϊ Αλεξάντροβιτς Μπερντιάγεφ, Πάβελ Νικολάγιεβιτς Ευδοκίμωφ) τόσον έναντι της ρωμαιοκαθολικής, όσον και έναντι της προτεσταντικής θεολογίας των νεωτέρων χρόνων.

Κοινός τόπος της ιδιαζούσης και αντιφατικής λατινοφιλίας στην ιδεολογία των Σλαβοφίλων θεολόγων ήταν η προφανής εξάρτησή τους από την φιλελευθέρα ρωμαιοκαθολική θεολογία του Μέλερ και της Σχολής της Τυβίγγης, η οποία εχρησιμοποίησεν τόσον την τριαδική διαλεκτική μεθολογία (θέση, αντίθεση, σύνθεση) της «φαινομενολογίας του πνεύματος» του κορυφαίου λουθηρανού εκπροσώπου του γερμανικού ιδεαλισμού Χέγκελ, όσον και την διδασκαλία του διαπρεπούς λουθηρανού φιλοσόφου Σλαγιερμάχερ για την μοναδικήν αξία του θρησκευτικού συναισθήματος στην πνευματική ζωή των χριστιανών.

Συνεπώς, η πρόδηλος αυτή ιδεολογική εξάρτηση όλων σχεδόν των Σλαβοφίλων θεολόγων και διανοητών από τις κύριες τάσεις της δυτικής θεολογίας και διανοήσεως, εξηγεί σαφέστατα την άμεσο και εντυπωσιακή απήχηση των θεολογικών τους προτάσεων στην θεολογία του δυτικού χριστιανικού κόσμου, αλλά συγχρόνως και την άμεσο καταδίκη τους από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας, λόγω αποδοχής θεολογικών αρχών ξένων προς την ορθόδοξο παράδοση, μάλιστα με την απαγόρευση δημοσιεύσεως των έργων του σπουδαίου Χομιακώφ στην Ρωσία μέχρις τον θάνατόν του (1860).

Οι τραγικές συνέπειες του Β΄ Μεγάλου Πολέμου (1939-1945) μετά την επέκταση του απανθρώπου σοβιετικού καθεστώτος σε όλους σχεδόν τους ορθοδόξους λαούς της Ανατολικής Ευρώπης προεκάλεσαν ένα νέο ομαδικό προσφυγικό – μεταναστευτικό ρεύμα. Η συνακόλουθος αύξηση του αριθμού όχι μόνο των μελών των παλαιών ρωσικών ή ουκρανικών κοινοτήτων, αλλά και των άλλων σλαβοφώνων κοινοτήτων (Σέρβων, Βουλγάρων, Ρουθηνών) κατέστησαν πλέον αισθητή την παρουσία τους, μάλιστα και με την υποστήριξή τους από τις ήδη ακμάζουσες ελληνικές και αραβόφωνες κοινότητες της Δυτικής Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας.

Οι απρόβλεπτες αυτές δυσμενείς εξελίξεις αιφνιδίασαν μεν ολόκληρο τον δυτικό χριστιανικό κόσμο, κατέστησαν δε σαφώς επιτακτική την ανάγκη αμέσου και εποικοδομητικής συνεργασίας όλων των χριστιανικών Εκκλησιών ή χριστιανικών Ομολογιών για την κοινή αντιμετώπιση της προφανούς αθέου υλιστικής απειλής.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 197)

Advertisements