Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος ΛΔ΄

Η μελέτη του εθνοφυλετικού προβλήματος από τον Γερμανό συγκριτικό ανατόμο και φυσιολόγο Φρήντριχ Τήντεμαν (1781-1861) συνδέεται στενώς με εκείνες των Μπλούμενμπαχ, Ζέμερινγκ και Κάμπερ. Η πρώτη έκδοση του «Περί της ποικιλίας του ανθρωπίνου γένους» του Μπλούμενμπαχ εξεδόθη πέντε έτη πριν γεννηθεί ο Τήντεμαν, αλλά ο τελευταίος αναφέρεται στον διάσημο συγγραφέα ως φίλο του, ενώ από νεαρός άνδρας ήταν ιδιαιτέρως εξοικειωμένος με τις μελέτες του Ζέμερινγκ και του Κάμπερ. Στο βιβλίον του γύρω από τον εγκέφαλο του Νέγρου, κύριος σκοπός του Τήντεμαν ήταν να αποκαλύψει εάν υπήρχε κάποια ουσιαστική διαφορά μεταξύ του εγκεφάλου αυτού και εκείνου του Ευρωπαίου και εάν ναι, μήπως ο πρώτος επεδείκνυε μεγαλυτέρα ομοιότητα με τον εγκέφαλο του ουρακοτάγκου.

Οι μετρήσεις της κρανιακής χωρητικότητος από τον Τήντεμαν απέδειξαν ότι ο εγκέφαλος του Νέγρου δεν ήταν μικρότερος, κατά μέσον όρον, από αυτόν του Ευρωπαίου. Οι μετρήσεις επί πραγματικών εγκεφάλων έδωσαν, εν ολίγοις, κάπως μικρότερες τιμές για τον Νέγρο και ο Τήντεμαν ανεκάλυψεν ειδικότερον ότι, το πρόσθιον τμήμα του εγκεφάλου του Νέγρου ήταν «κατά τι στενότερο» από αυτό των περισσοτέρων Ευρωπαίων, αλλά δεν είχε αρκετό υλικό για να πιστοποιήσει σαφώς το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα υπήρχε τακτικώς παρατηρουμένη διαφορά. Παρετήρησεν επίσης ότι η γωνία του προσώπου του Κάμπερ δεν αποδίδει ένα μέτρον του μεγέθους του εγκεφάλου, όπως είχαν υποθέσει ορισμένοι συγγραφείς (ο ίδιος ο Κάμπερ δεν το είχε υποστηρίξει). Δεν ημπορούσε να ανεύρει καμιά διαφορά στην δομή του εγκεφάλου στις δύο φυλές, εκτός από το ότι οι έλικες και οι αύλακες των εγκεφαλικών ημισφαιρίων ήσαν πιο κανονικές και τακτικές στην κατανομή τους στον Νέγρο. Αυτό ήταν και το μοναδικό χαρακτηριστικό στο οποίον ο εγκέφαλος του τελευταίου προσήγγιζε εκείνον του ουρακοτάγκου, εγγύτερον του ευρωπαϊκού. Ο Τήντεμαν ήλθε σε αντίθεση με την διαπίστωση του Ζέμερινγκ ότι, τα κρανιακά νεύρα είναι παχύτερα στον Νέγρο παρά στον Ευρωπαίο.

Επίσης ο Τήντεμαν απεδέχετο ότι σε πολλούς Νέγρους που έζουν σε παράκτιες περιοχές της Αφρικής παρουσιάζοντο σε ορισμένα σωματοδομικά χαρακτηριστικά τους προσεγγίσεις προς εκείνα που υπήρχαν στον πίθηκο. Ανέφερε  σχετικώς το μεγαλύτερον μέγεθος των οστών του προσώπου, την προπέτεια των κοπτήρων οδόντων και των φατνίων τους, τα προέχοντα ζυγωματικά οστά, τον υποπλαστικό πώγωνα, τα πλατέα ρινικά οστά, την ισχυρά και προέχουσα κάτω γνάθο, την θέση του μείζονος ή ινιακού τρήματος, τον μακρό βραχίονα, όπως και το μήκος, το πλάτος, το σχήμα και την θέση του οστού της πτέρνης. Είχεν, ωστόσον, την άποψη ότι, συμφώνως προς τις αναφορές των ταξιδιωτών, υπήρχαν πολλές νεγρικές φυλές οι οποίες ζούσαν στο εσωτερικόν της Αφρικής, στις οποίες τα χαρακτηριστικά αυτά δεν ήσαν εμφανή. Ετόνισεν ότι ήταν άδικο να κρίνουμε τις πνευματικές δυνάμεις των Νέγρων από εκείνους τους ιδικούς τους που είχαν απομακρυνθεί από τις πατρίδες τους και από τις οικογένειές τους, και υφίσταντο την δουλεία. Γράφει : «Οι πνευματικές ικανότητες των Νέγρων γενικώς δεν φαίνονται να είναι κατώτερες από εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων φυλών … Το κύριον αποτέλεσμα των ερευνών μου στον εγκέφαλο του Νέγρου είναι ότι ούτε η ανατομία ούτε η φυσιολογία ημπορεί να δικαιολογήσει την τοποθέτησή τους υπό τους Ευρωπαίους, από ηθική ή πνευματική άποψη». Δεν είναι σαφές γιατί ο Τήντεμαν αναφέρεται εδώ στην φυσιολογία, αφού η εργασία του αφορά στην ανατομία και όχι στην λειτουργία του εγκεφάλου του Νέγρου.

Καθώς η γνώση των ανθρωποειδών πιθήκων εξηπλώθη σταδιακώς κατά την διάρκεια του δεκάτου ογδόου αιώνος, το πρόβλημα της σχέσεώς τους με τον άνθρωπο διήγειρε μεγάλο ενδιαφέρον. Οι εξερευνητές παρείχαν ολοέν και περισσότερες πληροφορίες σχετικώς με διάφορες ανθρώπινες φυλές που διέφεραν σημαντικώς από τους Ευρωπαίους στην εξωτερική εμφάνιση και διεπιστώθη ότι ορισμένοι από αυτούς τους ανθρώπους ζούσαν πολύ απλές ζωές ως τροφοσυλλέκτες, χωρίς καμία γνώση της γεωργίας. Εφαίνετο πιθανόν ότι οι ανθρωποειδείς πίθηκοι ημπορούσαν επίσης να είναι αρχέγονοι άνθρωποι. Αν συνέβαινε αυτό, βεβαίως δεν θα ημπορούσε κάποιος ούτε να σκεφθεί καν την «ισότητα» όλων των ανθρώπινων φυλών.

Ο Έντουαρντ Τάϊσον, ένας ιατρός στο νοσοκομείον Bethlem του Λονδίνου, ήταν το πρώτο άτομο που προέβη σε μια λεπτομερή μελέτη της ανατομίας ενός ανθρωποειδούς πιθήκου. Εδημοσίευσε ένα βιβλίο για το θέμα αυτό («Ουρακοτάγκος – άλλως “Άνθρωπος των Δασών” ή η ανατομία ενός Πυγμαίου συγκριθείσα προς εκείνην μιας μαϊμούς, ενός πιθήκου και ενός ανδρός») στο τελευταίον έτος του δεκάτου εβδόμου αιώνος. Απεκάλεσε το εξετασθέν δείγμα του «ουρακοτάγκο», αλλά στην πραγματικότητα ήταν ένας χιμπατζής. Είχε αιχμαλωτιστεί στο εσωτερικό της Αγκόλας και μετεφέρθη ζων στην χώρα. Ο Τάϊσον περιέγραψε την εξωτερική μορφή, τον σκελετό και τους μύες με μεγάλη λεπτομέρεια, έδωσε δε κάποια στοιχεία για τα σπλάχνα και τον εγκέφαλο του ζώου. Παρετήρησε μάλιστα την ύπαρξη σκωληκοειδούς αποφύσεως, η οποία όπως εγνώριζε ήταν απούσα στους πιθήκους, καθώς επίσης ανέφερε την απουσία παρειακών θυλάκων, τους οποίους εμφανίζουν πολλοί πίθηκοι. Ανέφερε 48 σημεία στα οποία το δείγμα του «ομοιάζει περισσότερον με τον Άνθρωπο απ’ ότι οι μαϊμούδες και οι πίθηκοι» και 34 σημεία στα οποία «διαφέρει από τον Άνθρωπο και ομοιάζει περισσότερον με το είδος των πιθήκων και των μαϊμούδων». (Σε αυτά τα εδάφια χρησιμοποιεί την λέξη «Πίθηκος» εννοών συγκεκριμένα είδη του.)

Οι πληροφορίες που είχε στην διάθεσή του ο μέγας Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος τον οδήγησαν να υποθέσει ότι, δομικώς, οι ανθρωποειδείς πίθηκοι δεν διέφεραν κατά πολύ από τον άνθρωπο. Αρκούντως περίεργον είναι, ότι ανέφερε αρχικά το θέμα στο βιβλίο του για την πανίδα της Σουηδίας. Γράφει : «Θα ομολογήσω ότι, ως φυσικός ιστορικός δεν κατόρθωσα μέχρι στιγμής να αποκαλύψω κανένα χαρακτηριστικό με το οποίον, μέσω επιστημονικών αρχών, να προβώ σε διάκριση μεταξύ Ανθρώπου και Πιθήκου» και αναφέρει την ύπαρξη ζώων τα οποία είναι «ολιγότερον πίθηκοι, παρά τριχωτοί άνθρωποι». Στο «Systema naturae» του, ο Λινναίος αποδίδει δύο είδη στο γένος Homo: «Homo sapiens» (Έμφρων άνθρωπος) και «Homo troglodytes» (Τρωγλοδύτης άνθρωπος- ήτοι ανθρωποειδείς πίθηκοι). Δίδει ως παράδειγμα του «Homo troglodytes» τον ουρακοτάγκο, αλλά επειδή λέγει ότι αυτό το είδος εμφανίζεται και στην Αφρική, είναι σαφές ότι ορισμένες από τις πληροφορίες του αναφέρονται στον χιμπατζή. (Ο γορίλας ήταν άγνωστος στην επιστήμη κατά την εποχήν εκείνη.)

«Παρόλον που έφερα όλη μου την προσοχή στο θέμα, δεν θα ημπορούσα να διατηρήσω ένα γένος «Troglodytes» διακριτό από τον «Homo» … εκτός αν υιοθετούσα ένα χαρακτήρα αμφιβόλου αξίας, όχι σταθερόν σε άλλα γένη. Ούτε οι κυνόδοντες, οι οποίοι κατ’ ελάχιστον διαχωρίζονται από τους λοιπούς, ούτε οι νύμφες των Κάφρων, τις οποίες δεν διαθέτουν οι πίθηκοι, επέτρεψαν σε αυτό το ζώο να αποσυρθεί στους πιθήκους …. δεν αμφισβητείται ότι το είδος  Troglodytes διαφέρει από τον Homo Sapiens, οσονδήποτε παρομοία ημπορεί να είναι η ορθία στάση του και ομοίως κάποιος δεν ημπορεί να το φαντασθεί [μόνον] ως μια ποικιλία. Παραδείγματος χάριν, εκτός από οτιδήποτε άλλο, η ύπαρξη μιας νηκτικής μεμβράνης στους τρωγλοδύτες, αρνείται τελείως αυτό το ενδεχόμενο». Είναι πιθανόν ότι ο Λινναίος έλαβε πληροφορίες από ταξιδιώτες σχετικώς με την ορθία στάση των γιββώνων, διότι ούτε ο χιμπατζής ούτε ο ουρακοτάγκος είναι όρθιοι σε αγρία κατάσταση.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 197)

Advertisements