Η Λευτεριά είναι κάστρο

Aλλοι τέσσερις νεκροί Αξιωματικοί, κι άλλες μαύρες κορδέλλες, κι άλλα «μας κάνετε υπερήφανους». Ρεπορτάζ με ανούσιες λεπτομέρειες για την πτώση του ελικοπτέρου, και κραυγές περηφάνιας για τους ανθρώπους των Ενόπλων Δυνάμεων που εκτελούν το καθήκον τους σε αντίξοες συνθήκες. Τα ίδια ακούμε και όταν πέφτει στο καθήκον ένας Αστυνομικός ή ένας Πυροσβέστης. Μετά, όχι πριν.

Γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται να κυνηγήσει διεξοδικά και να δώσει λύσεις στο «γιατί» και το πώς, παρά το πάρτυ των εξοπλιστικών και τα αστρονομικά ποσά που δίνονται για εξοπλισμούς αγορασμένους από τις συμμάχους ΗΠΑ και Γερμανία, οι άνδρες και οι γυναίκες των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας εξακολουθούν να πετάνε με ελικόπτερα του Βιετνάμ, να αγοράζουν οι ίδιοι τον εξοπλισμό για την προστασία τους, ενώ ως κοινωνία έχουμε την απαίτηση να ενεργούν και πέραν του καθήκοντος, με ακατάλληλα μέσα.

Σαν να μην ήταν μόλις χθες που από τους ίδιους τηλεοπτικούς σταθμούς οι υποτιμητικώς αποκαλούμενοι «ένστολοι» λες και είναι κρουπιέρηδες σε καζίνο ή πορτιέρηδες σε ξενοδοχείο πολυτελείας, καθυβρίζονταν ως προνομιούχοι από τους χρυσοπληρωμένους προπαγανδιστές των μνημονιακών πολιτικών. Λοιπόν, δεν χρειαζόμαστε άλλη «ανατριχίλα» από την μαρτυρία πονεμένου συγγενούς, ούτε άλλη συγκίνηση από τον οδυρμό των κηδειών. Το ριάλιτυ των δελτίων ειδήσεων καλλιεργεί τον εθισμό και την αναισθησία. Με νεκρωμένα τα αντανακλαστικά από την υπερπροσφορά τηλεαισθημάτων, σε δυο μέρες τα περιστατικά έχουν ξεχαστεί, οι νεκροί θα λείπουν μόνον από τους συναδέλφους τους που θα κληθούν να συμπληρώσουν το κενό που αφήνουν, και οι οικείοι θα κοιτάζουν αποσβολωμένοι την άδεια καρέκλα τους στο τραπέζι, περιμένοντας το αν θα λάβουν την σύνταξη για να επιβιώσουν οι οικογένειες αυτών που το κράτος έστειλε γυμνούς στα αγκάθια. Κανείς δεν θα οργιστεί αρκετά, δεν θα ενεργήσει αρκετά, δεν θα απαιτήσει αρκετά.

Όπως οι 8 όμηροι της ένοπλης ληστείας στην τράπεζα στον Πειραιά, δεν θα απαιτήσουν οι ίδιοι και οι οικογένειές τους την παραίτηση του κ. Τόσκα που τους άφησε έρμαια των ληστοσυμμοριών προστατευόμενων «καλόπαιδων» που «απαλλοτριώνουν» τράπεζες, και εισαγόμενων εγκληματιών που έχουν βρει στην Ελλάδα την γη της ατιμωρησίας. Όσο για τις ιαχές «καλύτερα να είχαμε πόλεμο», μάλλον περιφρόνησης χρήζει η έλλειψη φρόνησης και η υπερχειλίζουσα υποκρισία. Πόλεμο έχουμε, αλλά την λύτρωση που δεν τολμούμε να δώσουμε μόνοι μας, δεν θα μας την δώσει άλλος. Οι διαρρηγνύοντες τα ιμάτιά τους, αυτοί που βρίζουν σκαιώς τους πολιτικούς και καταριόνται τον γείτονά τους, μετά την πρώτη έξαψη κοιτάζουν την δουλίτσα τους, ανακουφισμένοι που το χέρι του Χάρου δεν έκοψε την κλωστή της δικής τους ζωής.

Έτσι στοιβάζονται ξεχασμένα τα κόκκαλα των νεκρών, έτσι οι τούρκοι συνεχίζουν «απτόητοι» την δράση τους στο Αιγαίο. Από τι άραγε να πτοηθούν; Από τα αεροπλάνα δίχως καύσιμα, ή την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία του «Αι Σιχτίρ»; Λοιπόν, η Πατρίδα δεν χρειάζεται άλλους να «ξεσπούν». Δεν χρειάζεται άλλα συλλυπητήρια των ηθικών αυτουργών για αυτούς που έστειλαν να πέσουν άσκοπα και άδοξα. Γιατί οι χήρες μπορεί να «πάρουν τον πισινό τους να δουλέψουν», όπως του είπαν να λέει ο δημοσιογράφος των Ιμίων. Γιατί μπορεί κάποιοι να φίλησαν ποδιές για να αποκτήσουν τα γαλόνια τους, αλλά να που ο Χάρος γαλόνια δεν κοιτά, κι αρπάζει καμιά φορά όχι μόνο την «μαρίδα» αλλά και όσους την στέλνουν στην κρεατομηχανή, με ληγμένα αλεξίσφαιρα, χωρίς πυρομαχικά, με ελλείψεις στις στολές και κακοσυντηρημένα λόγω μνημονίων αεροπλάνα, οχήματα με ληγμένα λάστιχα και άλλα τέτοια, ενώ συνωστίζονται οι υπάλληλοι των Βρυξελλών να στεγάσουν
τους «ευπαθείς» που μας προτιμούν κατά χιλιάδες, και που, σύντομα θα αλλάξουν την πληθυσμιακή και θρησκευτική σύνθεση του εκλογικού σώματος. Έρμο τουφέκι, έγινες βαρύ, κι ο Αγαρηνός το ξέρει!

Πάντως, ο αποθανών Υποδιοικητής της Α’ Στρατιάς, την είχε δει την κατάσταση και την είχε πει την μαύρη αλήθεια: «Η ασφάλεια του προσωπικού και ο μηδενισμός των κάθε μορφής και φύσεως ατυχημάτων θα πρέπει να αποτελέσει στόχο πρώτης προτεραιότητας. Είμαστε λίγοι. Ας μη γινόμαστε, χωρίς λόγο, λιγότεροι!». Και να που γίναμε. Γιατί μπορεί κανείς να «κοιτάζει την δουλειά του», αλλά η ζωή (ή ο θάνατος) ανοίγει το βήμα και τον προλαβαίνει. Απέναντι στις προκλήσεις αυτού του ακήρυχτου πολέμου, χρειάζεται και οι στρατιωτικοί και οι οικογένειές τους να αντιδράσουν. Χρειάζεται να απαγκιστρωθούν από τα μαντριά που τους μοιράζουν υποσχέσεις με αντάλλαγμα την ψήφο τους. Χρειάζεται Λαός και Στρατός, να δράσουμε ενωμένοι γύρω από μιαν Ιδέα με σάρκα και οστά που λέγεται Ελληνική φυλή, μια Ιδέα με μαρμαρένιες κολώνες αλλά και μαρμαρένια αλώνια, μια πολιτική Ιδέα που λέγεται Εθνικισμός.

Καθώς τα Βαλκάνια βράζουν, οι μέρες της τουρκίας όπως την ξέραμε είναι μετρημένες, με έναν εσμό πολιτικάντηδων που βγάζουν ο ένας τις λαμογιές του άλλου στην φόρα, νομίζοντας ότι ξεφορτώνονται έτσι την καυτή πατάτα της κάθαρσης που έρχεται αμείλικτη, εμείς οι Εθνικιστές παραμένουμε νηφάλιοι, χωρίς κενές εξάρσεις και ανόητες μεγαλοστομίες, ενωμένοι και συμπαγείς γύρω από την μοναδική σταθερά στην οποίαν μπορούμε να προσβλέπουμε, και η οποία δεν είναι οι ξένοι, όποιοι και όποιες καλές προθέσεις κι αν έχουν, αλλά η ίδια την ύπαρξή μας, υπόσχεση της συνέχειας του Έθνους και της Πατρίδας μας.

Γιατί καταπώς γράφει ο Καζαντζάκης στον Καπετάν Μιχάλη του «Δεν είναι η λευτεριά πέσε πίτα να σε φάω. Είναι κάστρο, και το παίρνεις με το σπαθί σου».

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 197)

Advertisements