Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΕ’

Ωστόσον, ενώ μετά τον Α΄ Μεγάλο Πόλεμο (1914-18) ο πάπας Πίος ο ΙΑ΄ (1922-1939) απέρριψε απεριφράστως με παπική Εγκύκλιο («Mortalium animos» / «Οι νόες των θνητών» -1928) οποιανδήποτε πρόταση για ένα διεκκλησιαστικό διάλογο συνεργασίας, αμέσως μετά από τον Β΄ Μεγάλο Πόλεμο (1939-1945) η σοβιετική κυβέρνηση επέβαλε σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες υπό κομμμουνιστικά καθεστώτα την αξίωσή της να καταδικάσουν απεριφράστως στην «Συνάντηση της Μόσχας» (1948) οποιανδήποτε σχετικήν πρωτοβουλία ως «προδοσίαν της Ορθοδοξίας».

Βεβαίως, το Οικουμενικό πατριαρχείο και οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες όχι μόνο αγνόησαν τις άσχετες προς την αποστολήν της Εκκλησίας και προφανώς απαράδεκτες διακηρύξεις της «Συναντήσεως της Μόσχας», αλλά συνέβαλαν συγχρόνως τα μέγιστα στην ίδρυση του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών» (1948) και στην «Οικουμενική Κίνηση για την Ενότητα των Χριστιανών». Αυτές οι επιλογές έτυχαν της ομοθύμου υποστηρίξεως όλων των ρωσικών και λοιπών σλαβοφώνων ορθοδόξων κοινοτήτων της Διασποράς, οι οποίες βεβαίως παρέμεναν πάντοτε πιστές, στην ενδιάθετο λατινοφιλία των Σλαβοφίλων και συνεπώς απετέλουν οικείον θεολογικό τόπο για τον αναγκαιο πλέον διάλογο με την λιαν εμπερίστατο Ορθόδοξο Εκκλησία. Άλλωστε, η επίσημος πλέον υιοθέτηση της θεολογίας του Μέλερ από τον πάπα Πίο ΙΒ΄ (1939-58), στην περίφημο Εγκύκλιο «Mystici corporis Christi» / «Περί του μυστικού σώματος του Χριστού» (1943), κατέστησεν σαφέστερες και ελκυστικότερες τις θεολογικές προτάσεις των Σλαβοφίλων θεολόγων, μέχρις και στις βαθύτερες εσωτερικές θεολογικές ζυμώσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, ιδιαιτέρως δε με την πολύσημο, εν πολλοίς ασαφή ή και αντιφατική «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» του περιφήμου πλέον Σλαβοφίλου θεολόγου, Πατρός Νικολάϊ Νικολάγιεβιτς Αφανάσιεφ.

Την ιδέα της «Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας» την εισηγήθη πρώτος ο Ρώσος θεολόγος, Πρεσβύτερος Αφανάσιεφ, ο οποίος υπεστήριξεν ότι η Εκκλησία είναι «πλήρης και καθολική» οπουδήποτε τελείται το Μυστήριον της Θείας Ευχαριστίας. Μιά τοπική Εκκλησία, όταν συνέρχεται σε ευχαριστιακή σύναξη και έχει αποστολική διαδοχή, είναι αυτομάτως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», διότι ο Χριστός είναι όλος παρών στό Μυστήριον της Ευχαριστίας της. Η Εκκλησία, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, «είναι στην πληρότητά της εκεί όπου τελείται η ευχαριστιακή σύναξη».

Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία αναμφιβόλως έχει πολλά και σημαντικά θετικά στοιχεία, παρουσιάζεται δε ελκυστική, συναρπαστική και ορθόδοξος, έχουσα ως κέντρον της την Θεία Ευχαριστία. Έτσι δεν γίνεται ευκόλως αντιληπτή η αντορθόδοξος επικίνδυνη μονομέρειά της. Μάλιστα, οι υποστηρικτές της απαξιώνουν ασυζητητί κάθε επικριτική προς αυτήν γνώμη, και την αποδίδουν σε επίδραση τάχα του «δυτικού σχολαστικισμού», τον οποίον θεωρούν πρωτεύοντα εχθρό της θεωρίας τους.

Η θεωρία (άνευ υπερβολής) στηρίζεται σε λίαν ασταθή θεµέλια: Κάποιες διάσπαρτες εκφράσεις του αποστόλου Παύλου, ολίγα λόγια από τον άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, ολίγα αντίστοιχα του αγίου Μαξίµου, καθώς και ένα κείµενο του αγίου Νικολάου Καβάσιλα, όλα παρερµηνευόµενα και οδηγούµενα σε έννοιες τις οποίες δεν ενέχουν αυτούσιες καθ’ εαυτά. Οι υποστηρικτές φέρουν όμως και µιαν άλλην «απόδειξη»: λέγουν πως η λαϊκή έκφραση «πάω στην Εκκλησία», ταυτίζει αμέσως και αδόλως την Εκκλησία µε την Ευχαριστία, συνεπώς φανερώνει ότι η θεωρία τους είναι αληθινή!

Δεν υπάρχει όμως ούτε ένα πατερικό κείµενο που να ομιλεί για τέτοια θεωρία. Άλλωστε απουσιάζουν από την επιχειρηµατολογία τους όλοι οι µεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας: Δεν υπάρχουν οι Κύριλλος Αλεξανδρείας, Κύριλλος Ιεροσολύµων, Αθανάσιος, Βασίλειος, Γρηγόριος, Χρυσόστοµος, Γρηγόριος Νύσσης, Δαµασκηνός, Συµεών ο Νέος Θεολόγος και  Γρηγόριος Παλαµας.

Μάλιστα ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαµάς αποβάλλεται εν ψυχρώ, διότι µετά τον σχολαστικισµο, δεύτερος µεγάλος εχθρός της θεωρίας είναι ο Μοναχισµός, µε την µονοσήµαντο τάχα ερµηνεία του Ησυχασµού και της θεολογίας του Γρηγορίου Παλαµά. Έτσι η αδίστακτος και προκρούστεια Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία αποπειράται να εξοστρακίσει διαρρήδην τον Μοναχισµό από την ζωή της Εκκλησίας, και συνάμα αρνείται την θεολογική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαµα, (η οποία ανέκαθεν υπήρξε διαρκές ράπισμα  για τους Παπικούς).

Ωστόσον είναι σηµαντικότατον ότι, εν αντιθέσει προς την Ορθόδοξο θεολογία, η οποία αρνείται να δεχθεί την θεωρία αυτήν, ο Παπισµός την έχει αποδεχθεί πλήρως! Διότι βεβαίως ο λόγος για τον οποίο την επινόησε ο Αφανάσιεφ είναι η διευκόλυνση της επανενώσεως των Εκκλησιών.

Κατ΄αυτόν, επειδή µε τους θεολογικούς διαλόγους,  ουδέποτε θα παραχθεί κάποιο θετικό αποτέλεσµα, αλλά αναξέονται απλώς οι παλαιές πληγές, προς τούτο η κάθε Εκκλησία πρέπει να αναγνωρίσει στις άλλες την καθολικότητα, µόνον όμως µε την προϋπόθεση ότι τελούν µε αποστολική διαδοχή την θεία Ευχαριστία. Έτσι, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, οι κεχωρισµένες Εκκλησίες «ηµπορούν να ενωθούν διά της Αγάπης», δίχως απαραιτήτως να συµφωνήσουν στα θέµατα της Πίστεως. Η κάθε Εκκλησία θα κρατήσει τα δογµατά της µόνον για τον εαυτόν της!

Μετά την περίφημο Εγκύκλιο «Mystici corporis Christi» / «Περί του μυστικού σώματος του Χριστού» (1943), από τον πάπα Πίο ΙΒ΄ (1939-58), οι θεολογικές προτάσεις των Σλαβοφίλων θεολόγων κατέστησαν ελκυστικότερες μέχρις και στις βαθύτερες εσωτερικές θεολογικές ζυμώσεις της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Κυρίαρχο επ΄αυτού επίδραση είχε  η πολύσημος «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» του Σλαβοφίλου θεολόγου, Πατρός Νικολάϊ Νικολάγιεβιτς Αφανάσιεφ, ο οποίος υπεστήριξεν ότι, η Εκκλησία είναι «πλήρης και καθολική» οπουδήποτε τελείται το Μυστήριον της θείας Ευχαριστίας ! Η Εκκλησία, κατά τον Πρεσβύτερον Αφανάσιεφ, «είναι στήν πληρότητά της εκεί όπου τελείται η ευχαριστιακή σύναξη». Μιά τοπική Εκκλησία, όταν συνέρχεται σε ευχαριστιακή σύναξη και έχει αποστολική διαδοχή, είναι αυτομάτως η «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», διότι ο Χριστός είναι όλος παρών στό Μυστήριον τής Ευχαριστίας της.

Υπό την έννοια αυτή, ο θαυμαστής του και διαπρεπής Γάλλος ρωμαιοκαθολικός θεολόγος Υβ Μαρί Ζοζέφ Κονγκάρ, (1904 –1995 / Δομηνικανός μοναχός και καθολικός ιερεύς, διάσημος γιά την ισχυρά του επιρροή στην Δευτέρα Οικουμενική Σύνοδο του Βατικανού και για την αναζωπύρωση του θεολογικού ενδιαφέροντος περί της επιδράσεως του Αγίου  Πνεύματος στην ζωή των πιστών και στην Εκκλησία. Εχρίσθη Καρδινάλιος το 1994) διεκήρυσσε, αφ’ ενός μεν ότι, αν ζούσε το 1943 ο Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ, θα προσυπέγραφεν αβιάστωςς την παπική Εγκύκλιο, αφ’ ετέρου δε ότι ο Πρεσβύτερος Αφανάσιεφ θα ημπορούσε να προσφέρει το «θεάρεστον ορθόδοξον άρωμα» της Ευχαριστιακής Εκκλησιολογίας του στο «Δογματικόν Σύνταγμα περί Εκκλησίας» (με τίτλον «Lumen gentium» / «Φως των Εθνών») της Β΄ Βατικανής Συνόδου (1962-65), γι’ αυτό ο Κονγκάρ προέτεινε και επέτυχε την επίσημο πρόσκληση του Αφανάσιεφ στην Σύνοδο, μάλιστα με θετική εκ μέρους του συνεισφορά στην προβληματική των εκεί αναζητήσεων.

Βεβαίως, η θεολογία των Σλαβοφίλων Ρώσων θεολόγων,  έχουσα ως πυρήνα της την ευχαριστιακή εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος, ενέχει σοβαρές θεολογικές και εκκλησιολογικές αδυναμίες. Οι αδυναμίες αυτές ήσαν προφανώς συμβατές προς τις αντίστοιχες αδυναμίες της ρωμαιοκαθολικής θεολογίας, ενώ αντιθέτως, δεν ήσαν συμβατές προς την κοινή πατερική παράδοση της περιόδου των Οικουμενικών συνόδων, οπότε ευλόγως στην Δύση (τόσον στην ρωμαιοκαθολική, όσον και στην προτεσταντική θεολογία) η θεολογία των Σλαβοφίλων υπήρξεν προτιμοτέρα της ορθοδόξου πατερικής Παραδόσεως.

Συνεπώς,  η αναντίρρητη βαθυτέρα σχέση της θεολογίας των Ρώσων Σλαβοφίλων θεολόγων και  διανοητών με την φιλελευθέρα ρωμαιοκαθολική θεολογία του Μέλερ, υπήρξεν ιδιαιτέρως σημαντική για την ευρυτέρα προβολή της ακτινοβολίας της ορθοδόξου παραδόσεως στους εγγύς και τους μακράν (ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε θετικής ή αρνητικής αξιολογήσεως των κοινών θεολογικών προτάσεων Σλαβοφίλων – Μέλερ). Άλλωστε, η θεολογία των Σλαβοφίλων κατέστη ακρίτως ανεκτή και στην ορθόδοξο θεολογία, παρά τις όποιες επί μέρους (ευνόητες) αρνητικές κρίσεις ή επιφυλάξεις περί των εκκλησιολογικών της συγχύσεων (αφ’ ενός μεν επειδή  δεν μετεξελίχθη σε μιαν αυτοτελή – συστηματική πρόταση συνιστώσα αίρεση, αφ’ ετέρου δε διότι ενετάχθη ως μία απλή θεολογική πρόταση εντός της πολυεπίπέδου ποικιλίας των τρόπων ερμηνείας της δυναμικής αλληλεξαρτήσεως μυστηριακής εμπειρίας και πνευματικής ζωής των μελών του εκκλησιαστικού σώματος).

Εν τούτοις, η Σλαβόφιλος θεολογία τονίζει με την ιδική της ερμηνεία μιαν ιδιάζουσα και εν μέρει  αντιφατική εκκλησιολογική πρόταση,  ειδικότερον σε ό,τι αφορά στην σχέση τους με το Μυστήριον, τόσον της θείας Ευχαριστίας, όσον  και της Εκκλησίας.

Είναι λοιπόν ευνόητον, ότι αμέσως μετά την διάλυση της κομμουνιστικής Σοβιετικής Ενώσεως (1991) και την αποσάθρωση – κατάρρευση των τυραννικών καθεστώτων του ανυπάρκτου «υπαρκτού σοσιαλισμού», ανερριπίσθη ο ζηλωτικός ενθουσιασμός της έκαπαλαι σχέσεως της Σλαβοφιλίας με την εθνοφυλετική αναζήτηση, έτυχε δε της προθύμου και ποικιλοτρόπου υποστηρίξεως της ρωσικής κυβερνήσεως, όσο και πολλών ευπόρων ευεργετών και των λοιπών ομοϊδεατών τους.

Ωστόσον, η απ΄ αρχής ενδιάθετος τάση αυτονομήσεως της σλαβοφίλου θεολογίας από την ορθόδοξο Πατερική παράδοση, αλλά και από την χριστοκεντρική οντολογία της Εκκλησίας, ώστε να προβληθεί τα μάλιστα η ιδιαιτερότης της σχετικής ρωσικής θεολογικής προτάσεως της «Συλλογικότητος» («Σομπόρνοστ») στις ποικίλες εκφάνσεις της, θα ημπορούσε να εξελιχθεί μεταλλασσομένη σε μίαν ενεργό κοσμοθεώρηση, μια δραστική μορφή ενθέου εθνοφυλετικής ιδεολογίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 198)

Advertisements