Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΣΤ’

Το δόγμα της «Συλλογικότητος» και ο όρος που εχρησιμοποιήθη για να αποδώσει την οργανική ενότητα και απαρτίωση της λαϊκης κοινότητος, επενοήθη από τους Ιβάν Βασίλιεβιτς Κιρέεφσκυ (1806-1856), και  Αλεξέϊ Στεπάνοβιτς Χομιακώφ (1804-1860).  Σκοπό τους ήταν να περιγραφεί η «κοινότης πλήθους συζώντων ανθρώπων» και να τονισθεί η  επιτακτική ανάγκη της χριστιανικής διανθρωπίνης συνεργασίας εις βάρος του ατομισμού. Η αντίληψη αυτή εστηρίχθη στην προτεινομένη εύλογο λύση της οίας  αντιθέσεως μεταξύ ομάδων διά της «οιονεί ειρήνης» μεταξύ τους, αφού εστιάσουν ενεργώς στα κοινά τους χαρακτηριστικά, τα κατανοήσουν και τα καλλιεργήσουν συνεργικώς.

Οι Χομιακώφ και Κιρέεφσκυ εχρησιμοποίησαν αρχικώς τον όρο «Σύναξη» (Ρξαξ΄π – «Σομπόρ») για να ορίσουν την συνεργασία εντός της ρωσικής «Κοινότητος» (Ξαωθνΰ – «Ομπτσίνα») ανθρώπων ηνωμένων με εθνική καταβολή, με ευρεία σειρά κοινών πεποιθήσεων και με τις Χριστιανικές Ορθόδοξες αξίες, σε αντίθεση με την λατρεία του διασπαστικού εγωκεντρικού ατομικισμού στην Δύση. Συμφώνως προς τον Χομιακώφ, η Ορθόδοξος Εκκλησία συνδυάζει οργανικώς στους κόλπους της τις αρχές της ελευθερίας και της ενότητος, ενώ η Καθολική Εκκλησία αξιώνει μεν την  ενότητα χωρίς όμως ελευθερία. Αντιθέτως, ο Προτεσταντισμός / η «Διαμαρτύρηση», εμπεριέχει την ελευθερία, αλλά δίχως ενότητα.

Όμως η εν  λόγω σαγηνευτική περί «Συλλογικότητος» προσέγγιση είχεν ήδη καταδικασθεί ως εκκλησιολογική αίρεση από την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως» (1872) με αφορμή τα δρώμενα και γεγονότα που απέρευσαν από την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας  συσταθείσης [στις 28 Φεβρουαρίου (γρηγοριανό ημερολόγιο) / 12 Μαρτίου 1870], ως αυτονόμου Ορθοδόξου Εκκλησίας της βουλγαρικής «κοινοτητος», με σουλτανικό φιρμάνι, κατά παράβαση των χριστιανικών διατάξεων και δίχως την σύμφωνο γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου, έχουσα ως έδρα την Κωνσταντινούπολη.

Το φιρμάνι αυτό ανεγνώριζε ουσιαστικώς την διαμορφωθείσα κατάσταση στην περιοχή της μετέπειτα Βουλγαρίας, μετά την βαθμιαία αφύπνιση του βουλγαρικού εθνικισμού, που είχεν αρχίσει να εμφανίζεται περί το 1840 και την εκδίωξη αργότερον των Ελλήνων κληρικών από την περιοχή, μετά την επάνδρωσή της με Βούλγαρους ιεράρχες. (Βεβαίως η σύσταση της Εξαρχίας απετέλεσε τον «δούρειον ίππο» του ρωσικού πανσλαβισμού στην Βαλκανική, εμείωσε δε την ισχύν του Πατριαρχείου και έδρασεν ως το κύριο εργαλείο και μέσον της βουλγαρικής ανεξαρτησίας όσον και της εκδηλώσεως του άκρατου βουλγαρικού μίσους κατά των Σέρβων, Ρουμάνων και ιδιαιτέρως κατά  των Ελλήνων.)

Συνεπώς, μετά το πόρισμα της Συνόδου εκρίθη ότι, η απόκλιση προς μιαν οποιανδήποτε εθνική προσέγγιση, δυνητικώς θα ημπορούσε να οδηγήσει σε σοβαρές εκκλησιολογικές παρεκκλίσεις, αλλά και σε επικίνδυνες για την ενότητα της Εκκλησίας εθνικούς εμμονικούς εγωισμούς. αν μάλιστα υιοθετηθεί επισήμως ή υποστηριχθεί ακρίτως από μία ή περισσότερες σλαβόφωνες αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, για να προβληθεί ή να επιβληθεί ο ιδιαίτερος ρόλος τους στην όλη οργάνωση και λειτουργία όχι μόνον των διορθοδόξων, αλλά και των διεκκλησιαστικών σχέσεων.

Σημειωτέον ότι η εν λόγω Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως του 1872, δεν κατέστη «Πανορθόδοξος» αλλά «Αγία και Μεγάλη Σύνοδος» λόγω αρνήσεως συμμετοχής της Εκκλησίας της Ρωσίας, συνήλθε δε στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου των Πατριαρχείων, σε τρεις συνεδρίες, (η πρώτη στις 29 Αυγούστου, η δευτέρα στις 12 Σεπτεμβρίου και η τρίτη στις 16 Σεπτεμβρίου) όπου και επραγματοποιήθη η επικύρωση του Όρου της Συνόδου. Μεταξύ των προσελθόντων ήταν και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Κύριλλος, ο οποίος  παρασυρόμενος από τον δαιμόνιο και ραδιούργο Ρώσο πρέσβη Ιγνάτιεφ, ανεχώρησε εκτάκτως προφασιζόμενος ότι θα επεσκέπτετο  το Πατριαρχείον Ιεροσολύμων  ο Ρώσος Μέγας Δούκας Νικόλαος, δίχως να ορίσει κάποιον αντιπρόσωπόν του για να υπογράψει.

Ο όρος της Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως ανεγνώσθη επισήμως σε όλους του ιερούς ναούς και ανεκοινώθη σε όλες τις τότε Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Όλες ανεγνώρισαν την ορθότητα και κανονικότητα της πράξεως του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως εκτός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας, η οποία παρότι ήταν η πρώτη που είχε χαρακτηρίσει τους Βουλγάρους ιεράρχες ως «σχισματικούς», εν συνεχεία υπό την πίεση των πανσλαβιστών, δεν ηκολούθησεν την Πράξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Ο Ρώσος στοχαστής Κονσταντίν Νικολάγεβιτς Λεόντιεφ εγεννήθη το 1831 στο χωριό Κουντίνοβο της επαρχίας Καλούγκα και απεβίωσεν ως μοναχός Κλήμης το 1893 στην μονή της Αγίας Τριάδος του Σεργκέγιεφ Ποσσάντ. Υπήρξε μια πολυτάλαντη προσωπικότης με εξόχως πολυσχιδή δράση: Πολυγράφος λογοτέχνης, πολιτικός αναλυτής, διπλωμάτης και φιλόσοφος (με έκδηλες και σαφείς αισθητιστικές και φυσιοκρατικές / νατουραλιστικές τάσεις, οι οποίες εξώθησαν τον θρησκειοφιλόσοφο Νικολάϊ Αλεξάντροβιτς Μπερντιάεφ να του αποδώσει το προσωνύμιον «ο Ρώσος Νίτσε»). Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιον της Μόσχας και υπηρέτησε ως στρατιωτικός ιατρός στον Κριμαϊκό πόλεμο. Από το 1863-1873, δηλαδή επί μία δεκαετία, διετέλεσε διπλωματικός υπάλληλος του «Τμήματος Ασιατικών Υποθέσεων» του ρωσικού Υπουργείου των Εξωτερικών, θέση με προοπτική εξελίξεως, από την οποία και αποχώρησε οικιοθελώς καθώς διεφώνησε επί της ακολουθητέας πολιτικής στο βουλγαρικό ζήτημα με τους πολιτικούς προϊστάμενους του, με τον διάσημο (ή διαβόητο) Νικολάι Πάβλοβιτς Ιγνάτιεφ (τον «μεντέρ πασά» ή «αναπληρωτή σουλτάνο», όπως τον αποκαλούσαν οι εχθροί του), πρεσβευτή της Ρωσίας στην Πύλη (1864-1877), και τον κόμη Αλεξάντρ Μιχαΐλοβιτς Γκόρτσακοφ, υπουργό των Εξωτερικών και καγκελάριο του τσάρου Αλεξάνδρου Β΄. Με την διπλωματικήν ιδιότητά του ευρέθη να υπηρετεί σε μια σειρά ελληνικών περιοχών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το δεύτερον ήμισυ του 19ου  αιώνος, όπως η Κρήτη, η Αδριανούπολη, τα Ιωάννινα, η Άρτα, η Θεσσαλονίκη και η Κωνσταντινούπολη, όπου και επωφελούμενος της εκ του σύνεγγυς μελέτης του ελληνικού τρόπου ζωής, απετύπωσε το πενταπόσταγμα των εμπειριών του σε διηγήματα, όπως τα «Χαμίντ και Μανώλης», «Χρήστος» (αφήγημα από την κρητική ζωή), «Παλληκάρ Κωστάκη», «Ασπασία Λαμπρίδη», «Καπιτάν Ηλία» και το μυθιστόρημα «Οι αναμνήσεις του Οδυσσέως Πολυχρονιάδου».

Το σπουδαιότερον έργο του είναι ο τόμος δοκιμίων «Ανατολή, Ρωσία και ο Σλαβισμός (σλαβικός κόσμος)» (1885). Η σκέψη του ανεπτύχθη στην βάση μιας θρησκευτικής εμπειρίας υπερβολικής αυστηρότητος, η οποία υπερέβαινε τις αρχικές, ιδιαζόντως αισθησιοκρατικές και αμοραλιστικές, νιτσεϊκού τύπου θέσεις του. Έχων την τάση να παρατηρεί τα πάντα από την σκοπιά του υπερβατικού και της λυτρώσεως, ο Λεόντιεφ απέκρουσε κάθε «προοδευτικό» ιδανικό της κοινωνίας και της Ιστορίας. Μάλιστα δε θεωρούσε την εξέλιξή τους ως μια διεργασία η οποία από την αρχική της απλότητα μετέρχεται μια φάση διαφοροποιήσεως και καταλήγει στην ελεεινή φάση της «εξισωτικής ισοπεδώσεως», η οποία είναι προεξάρχουσα ένδειξη παρακμής. Θεωρείται εκπρόσωπος του Πανσλαβισμού, της τάσεως δηλαδή των λοιπών Σλάβων και ιδιαιτέρως των Ρώσων διανοουμένων η οποία επρέσβευε την εθνική αφύπνιση των σλαβικών λαών, αφύπνιση όπου ο ρόλος του ρωσικού πολιτισμού και της μεγαλειώδους ρωσικής θρησκευτικής και πολιτικής εμπειρίας θα ήταν καθοριστικός. Ιδιαιτέρα θέση στις αναλύσεις του κατέχουν η ρωσική ορθοδοξία και το Βυζάντιον, και βαρύνουσα σημασία έχει το βιβλίον του «Βυζάντιον και Σλαβισμός» (1875).

Ως πολιτικός αναλυτής ο Λεόντιεφ εγκαινίασε την δράση του εγκύπτων ακριβώς στο ζήτημα του Πανσλαβισμού και δη της ελληνοβουλγαρικής εκκλησιαστικής διενέξεως. Τον Ιανουάριον του 1873 απέστειλε από την Κωνσταντινούπολη (συγκεκριμένως από την Χάλκη, όπου διέμενε) στην Μόσχα  στο περιοδικόν του υπερσυντηρητικού δημοσιογράφου – και φίλου τοτ Τσάρου Αλεξάνδρου του Γ’ – Μιχάλι Νικηφόροβιτς Κατκόφ («Ρώσσος Αγγελιοφόρος») δύο άρθρα του για δημοσίευση, το πρώτον εκ των οποίων είχε τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Πανσλαβισμός και οι Έλληνες», ενώ το δεύτερο «Ο πανσλαβισμός στον Άθω».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 199)

Advertisements