ΜΕΡΟΣ ΚΖ’

Yπενθυμίζεται ότι για την ελληνική άρχουσα τάξη του δευτέρου ημίσεως  του 19ου  αιώνος και την ελληνική κοινή γνώμη της εποχής -εξόχως ευαίσθητο περί το αλυτρωτικό ζήτημα της εθνικής ολοκληρώσεως- ο δρόμος προς την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας δεν εφράσσετο πλέον μόνον από τους Οθωμανούς και τους εκάστοτε υποστηρικτές τους. Ένας νέος και ρωμαλέος αρνητικός παράγων είχεν εμφανισθεί στον αναδιαμορφούμενο γεωπολιτικό ορίζοντα, ως «δυνάμει» υπονομευτικός του μεγαλοϊδεατικού οράματος της εθνικής αποκαταστάσεως: Η ευνοϊκή πολιτική της Αγίας Πετρουπόλεως έναντι των «Σλάβων αδελφών» εφαίνετο στην ελληνική κοινή γνώμη – εν μέρει ορθώς – ότι λειτουργεί καταλυτικώς υπέρ της εθνικής χειραφετήσεως και αναζωογονήσεως των Βουλγάρων, αλλά και υποστηρικτικώς σε σχέση με τις πραξικοπηματικές ενέργειές τους έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου με το «Εξαρχικό ζήτημα». Η υφισταμένη «χρονική απόσταση συμπερασματικής ασφαλείας», η οποία μας χωρίζει από την εν λόγω κρίσιμο περίοδο, μας επιτρέπει βεβαίως την νηφαλιοτέρα και ενδελεχεστέρα κριτική προσώπων, πραγμάτων, δρωμένων και ιδεολογικών ρευμάτων. Η επίσημος πολιτική όσον και η δημοσία – λαϊκή κοινή γνώμη του Ελληνικού Βασιλείου της περιόδου, υπήρξεν ορθώς και ευλόγως εθνικιστική, δίχως συνάμα να είναι αναιτίως και υπερβολικώς σλαβοφοβική. Ηθική τάξη και ορθοτομία της ιστορικής αληθείας  επιβάλλουν την επί τούτω μεθοδική υιοθέτηση μιας λεπτομερούς και «καχυπόπτου» ερμηνευτικής προσεγγίσως.

Ουδέποτε το σύνολον των αρχόντων και διανοητών του τότε Βασιλείου της Ελλάδος «ενετάχθη» τάχα  στην τροχιά ενός εμπαθούς αντισλαβισμού.  Περίτρανη απόδειξη τούτου είναι ότι, σε αντίθεση με τους Επαμεινώνδα Δεληγιώργη και Δημήτριο Βούλγαρη, ο πολιτικός που έδωσε τον κύριο τόνο στην εν λόγω κρίσιμο περίοδο, ο Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, παρέμεινε αμετακινήτως προσηλωμένος στην ιδέαν της παραδοσιακής συμμαχίας με την ομόδοξο αυτοκρατορική Ρωσία, ενώ και ο Χαρίλαος Τρικούπης ως Υπουργός Εξωτερικών την 26η Αυγούστου 1867 συνυπέγραψε με τους Σέρβους την μυστική «Συνθήκην Αμυντικού Πολέμου» στο Φεσλάου  της Αυστρίας. Η συνθήκη προετάθη από τον Έλληνα υπουργό εξωτερικών Χαρίλαο Τρικούπη και υπεγράφη από τον λόγιο και διπλωμάτη Πέτρο Ζάνο και τον πρίγκηπα Μιχαήλο Γ΄ Ομπρένοβιτς της Σερβίας. Ήταν η πρώτη προσπάθεια μιας συμμαχία μεταξύ Βαλκανικών χωρών ενναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι δύο χώρες συνεφώνησαν στα εδάφη που η καθεμία από αυτές θα κατελάμβανε  μετά από έναν επιτυχή πόλεμο κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη δεν ετέθηκε ποτέ σε ισχύ, επειδή ο πρίγκηψ Μιχαήλο εδολοφονήθηκε ολίγον αργότερον.

Ως «Αντικειμενικός Σκοπός» της συμφωνίας είχεν ορισθεί  η απελευθέρωση όλων των χριστιανικών πληθυσμών της Ευρωπαϊκής Τουρκίας και του Αιγαίου ή κατ’ ελάχιστον η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου στην Ελλάδα και της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης στην Σερβία. Προεβλέφθη ότι η προσάρτηση της Κρήτης από την Ελλάδα δεν θα έδιδε δικαιώματα στην Σερβία. Μετά την απελευθέρωση, οι πληθυσμοί θα απεφάσιζαν με δημοψήφισμα την ένωση με την Ελλάδα ή την Σερβία ή την ανεξάρτητη ένταξή τους σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία.

Ούτε βεβαίως ο συναγερμός της ελληνικής κοινής γνώμης απέναντι στο φάσμα μιας βουλγαρικής καθόδου στο Αιγαίον (ποδηγετουμένης μάλιστα από την Ρωσία) εστερείτο νοήματος, όπως αποδεικνύει η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, (εν μέρει βεβαίως εξουδετερωθείσα από τις Δυτικές δυνάμεις). Ενωρίτερον, η επιτυχής παρέμβαση του εθνικού μας ιστορικού Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου στον Γερμανό χαρτογράφο Χάϊνριχ Κίπερτ για το πρόβλημα της εθνολογικής χαρτογραφήσεως της Βαλκανικής πιστοποιεί το εφικτόν της σζεύξεως επιστημονικής εγκυρότητος και πατριωτικής εγρηγόρσεως.

Με τον μέγα Παπαρρηγόπουλο – που συνεχίζει να συκοφαντείται και να βάλλεται από Δεξιά και Αριστερά υποκείμενα της εθνοαποδομήσως-  εγκαινιάζεται μια παράδοση συμμετοχικής παρουσίας των επαγγελματιών ιστορικών και πανεπιστημιακών καθηγητών ιστορίας στα εθνικά πολιτικά πράγματα. Αυτή η παράδοση που εσυνεχίσθη κυρίως με τους αειμνήστους  Σπυρίδωνα Λάμπρο και Παύλο Καρολίδη. Ο Παπαρρηγόπουλος ησχολήθη ενεργώς με την πολιτική δημοσιογραφία σε δύο περιπτώσεις : το 1847 εξέδωσε την «Εθνική» και το 1858 εξέδωσε τον «Έλληνα». Επρόκειτο για βραχύβια μεν εγχειρήματα που επέτυχαν όμως την στήριξη πολιτικών φίλων του ευρισκομένων σε δεινή πολιτική θέση: του Ιωάννη Κωλέττη στην πρώτη περίπτωση και του βασιλέως Όθωνος στην δευτέρα.

Ο ιστορικός ήταν ιδιαιτέρως ευαίσθητος στο θέμα της εικόνος της Ελλάδος στη διεθνή κοινή γνώμη, συμμετείχε δε στην συντακτική επιτροπή του περίφημου «Spectateur de l’Orient», του περιοδικού που ήταν βήμα των ελληνικών θέσεων γιά το Ανατολικόν Ζήτημα, κατά την εποχήν του Κριμαϊκού πολέμου. Επισημαίνεται επίσης η συμμετοχή του ως Προέδρου τόσον στην παραστρατιωτική οργάνωση «Εθνική Άμυνα», όσον και στο ημιεπίσημο όργανο της ελληνικής πολιτιστικής προπαγάνδας, τον «Σύλλογον προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», καθώς και ο ενεργός ρόλος του στην ίδρυση και λειτουργία του περιφήμου Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Ο ίδιος θα επισήμαινε πάντως ότι εξεπλήρωσε «το προς την πατρίδα καθήκον» κυρίως με δύο ενέργειες:

Με την έκδοση της Histoire de la civilisation hellenique (Παρίσι 1878) –της γαλλικής μεταφράσεως της συνοπτικής εκδοχής της πεντατόμου «Ιστορίας» του, γνωστής ως «Επίλογος»–και

Με  την προσπάθεια επηρεασμού του περιφήμου χαρτογράφο Κίπερτ στο πλαίσιο του συνεδρίου του Βερολίνου, προκειμένου η χαρτογράφηση της Μακεδονίας να εξυπηρετήσει τις δίκαιες ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις.

Παρά ταύτα οι παράμετροι του ιδεολογικοπολιτικού φαινομένου που απεκλήθη Πανσλαβισμός  μάλλον δεν εξετιμήθησαν δεόντως από τις ελληνικές άρχουσες και την κοινή γνώμη της Ελάδος, η οποία ευρίσκετο σε αλληλοδιαδραστική σχέση με το «Κέντρον» του αλυτρώτου – υπόδουλου Ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη. Η νεοτέρα μαρξιστική / διεθνιστική και νεοφιλελεύθερη / οικουμενιστική ιστοριογραφία λησμονεί ή υποτιμά τον ακριβή ρόλο του δεύτερου αυτού εθνικού κέντρου στην καλλιέργεια της συνεγέρσεως έναντι της πανσλαβιστικής «συνωμοσίας».

Βεβαίως το πλέγμα των ιδεών οι οποίες συμπεριελήφθησαν υπό τον γενικόν όρο «Πανσλαβισμός» δεν έχει ρωσικήν προέλευση. Οι ρίζες του πρέπει να αναζητηθούν ανάμεσα στους δυτικούς και νότιους Σλάβους των αρχών του 17ου αιώνος, που τελούσαν σαφώς υπό την κυρίαρχο πνευματική επιρροή του Ρωμαιοκαθολικισμού. Διόλου τυχαίως ο συγγραφεύς του πρώτου πανσλαβιστικού έργου, «Το Βασίλειον των Σλάβων» («Il regno degli Slavi», Πεζάρο, 1601), ήταν ο Δαλματός καθολικός ιερέας Μάβρο Ορμπίνι, ενώ και ο Γιούρι Κρίζανιτς, συγγραφεύς του εκδοθέντος ολίγες δεκαετίες αργότερον πονήματος «Ιστορία του σλαβισμού» (1661, Μόσχα), ο οποίος κατεγράφη στην Ιστορία των πολιτικών ιδεών ως εισηγητής του Πανσλαβισμού, ήταν Κροάτης και, όπως ο Ορμπίνι, Ρωμαιοκαθολικός ιερεύς.

Στην Ρωσία, η πρώτη πολιτική ομάς με σαφές πανσλαβιστικό πρόγραμμα υπήρξεν η «Εταιρεία των Ενωμένων Σλάβων», την οποία συνεκρότησαν μέλη της φιλελευθέρας συνωμοτικής ομάδος των περιβοήτων «Δεκεμβριστών». Μετά την αποτυχία της εξεγέρσεως των Δεκεμβριστών, την διάπυρο σκυτάλη του Πανσλαβισμού παρέλαβεν ο υπεσυντηρητικός καθηγητής του Πανεπιστημίου της Μόσχας Μιχαήλ Πετρόβιτς Πογκόντιν, ο οποίος θα διατελέσει πρόεδρος της κύριας πανσλαβιστικής οργάνωσης στην Ρωσία  «Μοσχοβίτικο Σλαβικό Φιλανθρωπικό Κομιτάτο». Αυτό ιδρύθη το 1858 με επισήμως δηλούμενο στόχο την συνδρομή σχολείων, βιβλιοθηκών και Εκκλησιών στις σλαβικές χώρες αλλά, κατ’ ουσίαν, την προώθηση πολιτικών στόχων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 200)

Advertisements