Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος Μ΄

Oαμφιλεγόμενος, λεπτολόγος και ευρυμαθής Κόμης Αρθούρος ντε Γκομπινώ, επεξηγεί αναλυτικώς στο  εκτενές και πολύπλευρο «Εγχειρίδιον περί της ανισότητος των φυλών» :

«Τα μεγάλα γεγονότα – οι αιματηροί πόλεμοι, οι επαναστάσεις και η διάλυση των νόμων – που ήσαν διαδεδομένα επί τόσα πολλά χρόνια στα κράτη της Ευρώπης, είναι ικανά να μεταστρέψουν τους νόες των ανθρώπων στην μελέτη των πολιτικών προβλημάτων. Ενώ ο κοινός  άνθρωπος εκτιμά απλώς και μόνον τα άμεσα αποτελέσματα και συσσωρεύει όλο τον έπαινο και την ευθύνη στον μικρόν ηλεκτρικό σπινθήρα  που σηματοδοτεί την επαφή με τα δικά του συμφέροντα, ο σοβαρότερος στοχαστής θα προσπαθήσει να ανακαλύψει τις κρυμμένες αιτίες αυτών των φοβερών αναταραχών. Θα εγκύψει, με τον φανό ανά χείρα, στα σκοτεινά μονοπάτια της φιλοσοφίας και της ιστορίας. Και στην ανάλυση της ανθρωπίνης καρδίας ή της προσεκτικής αναζητήσεως μεταξύ  των χρονικών του παρελθόντος, θα προσπαθήσει να κερδίσει την βασική  κλείδα του αινίγματος που έχει συγχύσει επί μακρόν την φαντασία του ανθρώπου.

Η θανάσιμη ασθένεια των πολιτισμών και των κοινωνιών εξελίσσεται από γενικές αιτίες, οι οποίες είναι κοινές για αυτούς, η πτώση των πολιτισμών είναι η πλέον εντυπωσιακή και, ταυτοχρόνως, η πλέον συγκεχυμένη, εξ όλων των φαινομένων της ιστορίας. Πρόκειται για μια συμφορά που προκαλεί φόβο στην ψυχή και πάντως έχει πάντα σε εφεδρεία κάτι τόσον μυστηριώδες και τόσον τεράστιο, ώστε ο στοχαστής δεν κουράζεται  ποτέ να το κοιτά, να το μελετά, να ψηλαφεί τα μυστικά του. Αναμφισβητήτως η γέννηση και η ανάπτυξη των λαών προσφέρουν ένα πολύ αξιόλογο θέμα για τον παρατηρητή. Οι διαδοχικές εξελίξεις των κοινωνιών, τα κέρδη τους, οι κατακτήσεις τους, οι θρίαμβοι τους, έχουν κάτι το οποίον κυριεύει ζωηρώς την φαντασία και την κρατά αιχμάλωτη.

Ο φανατισμός, η πολυτέλεια, η διαφθορά των ηθών και η ασέβεια δεν οδηγούν αναγκαστικώς στην πτώση των κοινωνιών. Πρέπει πρώτα να εξηγήσω αυτό που κατανοώ ως μια “κοινωνία”. Δεν εννοώ την περισσότερον ή ολιγότερον εκτεταμένη σφαίρα εντός της οποίας ασκείται μια ορισμένη κυριαρχία,  υπό την μίαν ή την άλλη μορφή. Η Αθηναϊκή δημοκρατία δεν είναι διόλου περισσότερον “κοινωνία” υπό την έννοιάν μας, από το Βασίλειον της Μαγκάντα; Την Αυτοκρατορία του Πόντου ή το Χαλιφάτο της Αιγύπτου κατά την εποχή των Φατιμιδών. Αυτά είναι θραύσματα κοινωνιών, τα οποία αναμφισβητήτως αλλάζουν, συνενούνται ή διαλύονται, συμφώνως προς τους φυσικούς νόμους, αλλά η ύπαρξή τους ή ο θάνατός τους δεν συνεπάγονται την ύπαρξη ή το θάνατο μιας κοινωνίας. Η διαμόρφωσή τους είναι συνήθως ένα μεταβατικό φαινόμενο, το οποίον  έχει περιορισμένη ή έμμεσο επίδραση επί του πολιτισμού στον οποίο προκύπτουν. Αυτό που εννοώ ως “κοινωνία” είναι μια ομάς ανθρώπων συγκινουμένων από παρόμοιες ιδέες και από ίδια ένστικτα. Η πολιτική τους ενότης ημπορεί να είναι περισσότερον ή ολιγότερον ατελής, αλλά η κοινωνική τους ενότης πρέπει να είναι πλήρης : Έτσι, η Αίγυπτος, η Ασσυρία, η Ελλάς, η Ινδία και η Κίνα ήσαν -ή ακόμη είναι- το θέατρον όπου διακριτές και χωριστές κοινωνίες έχουν διαδραματίσει τα δικά τους πεπρωμένα, εκτός από την περίπτωση που αυτές συνεδέθησαν επί κάποιο χρονικό διάστημα από πολιτικά προβλήματα».

[Η Μαγκάντα είναι μια περιοχή στο ινδικό ομόσπονδο κράτος του Μπιχάρ και στην αρχαιότητα εσχημάτιζε μίαν  από τις  δεκαέξι Μάχα – Τζαναπάντας («Μεγάλες Χώρες») της αρχαίας Ινδίας. Πυρήν του βασιλείου ήταν η περιοχή του Μπιχάρ νοτίως του Γάγγη ποταμού. Η πρώτη του πρωτεύουσα ήταν η Ρατζαγκρίχα (η σύγχρονη Ρατζγκίρ) και στην συνέχεια η Παταλιπούτρα (η σύγχρονη Πάτνα). Το βασίλειον της Μαγκάντα επεξετάθη και συμπεριέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του Μπιχάρ και της Βεγγάλης μετά την κατάκτηση των βασιλείων Λιτσάβι και Άνγκα, αντιστοίχως, ακολουθουμένη και από την κατάκτηση ενός μεγάλου μέρους του ανατολικού Ουτάρ Πραντές  και της Οντίσα.  Το αρχαίο βασίλειο της Μαγκάντα αναφέρεται ιδιαιτέρως στα κείμενα του Τζάϊνισμού και του Βουδισμού, καθώς ήταν η επικρατούσα πολιτειακή δύναμη στην γεωγραφική περιοχή όπου εγεννήθησαν ο Μαχαβίρα και ο Βούδας, ενώ ο τελευταίος απέκλεισε το βασίλειο ως  κληρονομία του. Αναφέρεται επίσης στην Ραμαγιάνα, στην Μαχαμπαράτα και στις Πουράνας. Ένα κράτος Μαγκάντα καταγράφεται και στα βεδικά κείμενα, σε εποχή πολύ πρωιμοτέρα του 600 π. Χ.

Η παλαιοτέρα αναφορά στον λαό Μαγκάντα εμφανίζεται στην Αθάρβα – Βέδα, όπου ευρίσκονται στον κατάλογο λαών ομού  με τους Άνγγας, Γκαντάρις και Μουτζαβάτ. Η Μαγκάντα διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνον στην ανάπτυξη του τζαϊνισμού και του βουδισμού, αλλά επίσης δύο από τις μεγαλύτερες αυτοκρατορίες της Ινδίας, η αυτοκρατορία των Μωρύα και η αυτοκρατορία Γκούπτα, προήρχοντο από τη Μαγκάντα. Αυτές οι αυτοκρατορίες πρσέφεραν μεγάλες προόδους στην επιστήμη της αρχαίας Ινδίας, στα μαθηματικά, στην αστρονομία, στην θρησκεία και στην φιλοσοφία θεωρούνται δε η Χρυσή Εποχή της Ινδίας.]

Και συνεχίζει : «Η αζτέκικη αυτοκρατορία στην Αμερική φαίνεται ότι απέκτησε οντότητα  κυρίως “προς μεγαλυτέρα δόξα” του φανατισμού. Δεν ημπορώ να φανταστώ τίποτα φανατικότερον από μια κοινωνία όπως αυτή των Αζτέκων, η οποία εστηρίζετο  σε ένα θρησκευτικό θεμέλιο, ποτιζόμεννο συνεχώς από το αίμα της ανθρωποθυσίας. Έχει απορριφθεί, ίσως με κάποιαν αλήθεια, ότι οι αρχαίοι λαοί της Ευρώπης εξασκούσαν κάποτε τελετουργική δολοφονία επί των θυμάτων που εθεωρούντο αθώα, με εξαίρεση τους ναυαγούς ναυτικούς και τους αιχμαλώτους πολέμου. Αλλά για τους αρχαίους Μεξικανούς, το ένα θύμα ήταν τόσο βολικό όσο και το άλλο. Με μιαν αγριότητα επισήμως αναγνωρισμένη από έναν σύγχρονο φυσιολόγο (τον Τζέϊμς Κόουλς Πρίτσαρντ στο έργον του «Φυσική Ιστορία του Ανθρώπου» -1843) ως χαρακτηριστικό των φυλών του Νέου Κόσμου, εσφαγίαζαν επί των βωμών τους συμπολίτες τους, δίχως έλεος, δίχως δισταγμό  και χωρίς διακρίσεις. Αυτό δεν τους εμπόδισε από το να είναι ένας ισχυρός, εργατικός και πλούσιος λαός, ο οποίος βεβαίως θα ήκμαζε, θα κυριαρχούσε και θα έσφαζε επί πολλoύς ακόμη αιώνες, αν δεν επενέβαινε η μεγαλοφυΐα του Χερνάντο Κορτές και το θάρρος των συντρόφων του, ώστε να θέσει τέλος στη τερατώδη ύπαρξη μιας τέτοιας αυτοκρατορίας. Συνεπώς ο φανατισμός δεν προκαλεί την πτώση των κρατών».

Στην επεξηγητική του υποσημείωση ο Κόμης ντε Γκομπινώ αναφέρει ότι (πέραν του Άγγλου ιατρού, ανθρωπολόγου και γεωγράφου Πρίτσαρντ), ο βιολόγος και  φυσιοδίφης δόκτωρ Καρλ Φρήντριχ Φίλιππ φον Μάρτιους  και ο βιολόγος Ιωάννης Βαπτιστής Ιππότης φον Στιξ, είναι σαφείς και κατηγορηματικοί  επί του ζητήματος της ψυχοβιολογίας και του χαρακτήρος των ιθαγενών της Νοτίου Αμερικής,  στο τρίτομο, 1388 σελίδων βιβλίον τους «Ταξίδια στην Βραζιλία κατά διαταγήν της Αυτού Μεγαλειότητος του Μαξιμιλιανού Ιωσήφ του Α’ Βασιλέως της Βαυαρίας, πραγματωθέντα και περιγραφέντα κατά τα έτη 1817-1820. Εκεί (1ος  τόμος – σελίδες 379-380),  γράφουν μεταξύ άλλων :

«Η ιδιοσυγκρασία των Ινδιάνων της Αμερικής είναι σχεδόν ανεξέλικτος και παρουσιάζεται ως φλέγμα. Όλες οι δυνάμεις της ψυχής, ακόμα και η υψηλοτέρα ευαισθησία, φαίνεται ότι ευρίσκονται σε κατάσταση νάρκης. Ζουν δίχως προβληματισμό για το σύνολον της δημιουργίας ή σχετικώς με τα αίτια και την εσωτερική σύνδεση των πραγμάτων. Η αίσθησή τους κατευθύνεται μόνον στην αυτοσυντήρηση. Παρελθόν και μέλλον σχεδόν δεν διαφέρουν γι’ αυτούς, έτσι ώστε δεν χρειάζεται να ανησυχούν για την επομένη ημέρα. Ξένοι προς την καλοσύνη, την ευγνωμοσύνη, την φιλία, την ταπεινοφροσύνη, την φιλοδοξία και γενικώς γιά όλα τα ευαίσθητα και ευγενή ερεθίσματα που κοσμούν την ανθρώπινη κοινωνία, απαθείς, κλειστοί, βυθισμένοι σε μιαν αδιαφορία για τα πάντα.

Τίποτε δεν είναι χρήσιμο στον  Ινδιάνο όσον οι οξείες εκ φύσεως αισθήσεις του, η πονηριά του και η αξιοσημείωτη μνήμη του, και μόνον όταν πρόκειται για πόλεμο ή κυνήγι, εκδηλώνεται η ανησυχία του. Ψυχρός και υποτονικός, ακόμη και στις οικογενειακές του σχέσεις, ακολουθεί από αγαπητή προτίμηση περισσότερον τα ζωώδη ένστικτα, ενώ ο έρωτάς του προς την γυναίκα είναι το μόνο πάθος που ημπορεί να σχίσει την  θαμπή αδιαφορία του. Πάθος το οποίον εκδηλώνεται στην καχεκτική του ψυχή, μόνον ως σκληρή ζήλια σε συνδυασμό με την επιθυμία για εκδίκηση.

Η σεμνότης δεν είναι ίδιον των ανδρών. Μόνον οι γυμνές γυναίκες, όταν παρακολουθούνται από ξένους, φαίνεται ότι ταράσσονται καθώς προδίδονται από τον τρόπο του βαδίσματός τους. Αναίσθητος περί την τέρψη του ουρανίσκου, ιδιαιτέρως στην τάση γιά κρεοφαγία, ο Ινδιάνος σε γενικές γραμμές είναι συγκρατημένος και ακολουθεί, δίχως καμία ιδιαιτέρα χρονική τάξη, μόνον τις ανάγκες, ενώ πεινά συχνά για να φροντίσει την καλοπέρασή του.  Αντιθέτως είναι δυστυχώς παθιασμένος  με την πόση του οίνου του ή έτοιμος να  παραδοθεί στο κονιάκ-όταν είναι σε αυτόν προσβάσιμο-. Ακόμη, υπηρετεί υπάκουος τους Λευκούς, με πεισματική επιμονή στην διατεταγμένη εργασία, οξύθυμος δίχως καμία θεραπεία του θυμού του, μάλλον δε πρόσφορος σε λίαν χρονοβόρο επιδίωξη εκδικήσεως, γεννημένος (όπως συνηθίζουν να λένε οι άποικοι) μόνον για να διατάζεται.  Ούτε απατηλός, ούτε κλέπτης, δεν αποδίδει επιθυμία σε τίποτα που δεν ανήκει στις «ανάγκες του στομάχου», τις οποίες αντιμετωπίζει πάντοτε ο ίδιος πάντοτε ξεχωριστά και εκτός της οικογενείας του. Κατά την ασθένεια,  ακόμη και φροντισμένος από τους αποίκους με την δέουσα προσοχή ή ακόμα και ευνοημένος με αγαθοεργίες, παραλλήλως με την ανάνηψή του αισθάνεται ζωηρώς μόνον το νομαδικόν ένστικτό του και φεύγει, ακόμη και δίχως άλλο  κίνητρο επιστρέφει στα σκοτεινά δάση του, σχεδόν ανίκανος γιά κάθε ευγνωμοσύνη,».

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 200)

Advertisements