Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ ΚH’

Aναφερόμενοι συνοπτικώς στο λίαν αξιοσημείωτο κίνημα των Σλαβοφίλων και την επίδραση που είχε αυτό στην ρωσική σκέψη και στον ρωσικό πολιτισμό, εμνημονεύσαμε τον σπουδαίο Ρώσο στοχαστή Κωνσταντίν Λεόντιεφ, ο οποίος υπήρξε Σλαβόφιλος, φιλέλλην αλλά και πανσλαβιστής. Στο πρόσωπόν του θα επανέλθουμε, λόγω της εξαιρετικής του δραστηριότητος, τρισυποστάτου λόγω των ιδολογικών του ριζών που ανεφέρθησαν αμέσως ανωτέρω.

Όμως χρήζει υπομνήσεως και διασαφηνίσεως τι εστί  πανσλαβισμός: Είναι πολυσύνθετο και πολυεπίπεδο πνευματικό, πολιτικό και πολιτιστικό δόγμα, το οποίον  ανεπτύχθη κατά τον 19ον  αλλά και στις αρχές του 20ου  αιώνος, αποσκοπούσε δε στην πολιτική συνένωση όλων των σλαβικών λαών σε ένα ενιαίο Ομοσπονδιακό κράτος, υπό ρωσικόν έλεγχο. Στην πραγματικότητα υπήρξεν ένα ιδεολογικό πρόσχημα, ένα πρακτικό προκάλυμμα  και μια ηθικοπνευματική  ιδεολογία της μακροπνόου ρωσικής επεκτατικής πολιτικής.

Η ιδεολογική αφετηρία του πρέπει να αναζητηθεί στους τελευταίους αιώνες του Μεσαίωνος. Ο Κροάτης καθολικός ιερομόναχος Μάουρο Ορμπίνι εδημιούργησεν το 1601 την θεωρία περί Σλάβων, η οποία μετεφράσθη από την ιταλική γλώσσα της αρχικής του δημοσιεύσεως περί του βασιλείου των Σλάβων, και εδημοσιεύθη το 1772 στην ρωσική, με εντολή του Αυτοκράτορος Μεγάλου Πέτρου, ώστε να αποτελέσει κομβικό εφαλτήρτιο  της πανσλαβικής πολιτικής. Ο Πανσλαβισμός υπερτονίζει ευφυώς τα πολυάριθμα κοινά στοιχεία των σλαβικών λαών, επιδιώκει την πολιτικήν ένωσή τους και επομένως την αύξηση της ισχύος τους. Ως ιδεολογία, εκαθοδήγησε και εβοήθησε τα μάλιστα στην ανακήρυξη της «Βουλγαρικής Εξαρχίας» το 1870, κατόπιν στην δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας το 1878, στην συνακόλουθο  προσάρτηση της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία το 1885 και εν τέλει στην εκδίωξη των Ελλήνων της Βορείου Θράκης από τις πανάρχαιες πατρογονικές τους εστίες.

Εξεκίνησεν από την επισήμανση της προδήλου συγγενείας των σλαβικών γλωσσών και εξελίχθη σε ισχυρό ευρύ κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας των σλαβικών λαών από τους Αυστριακούς, τους Ούγγρους και τους Οθωμανούς δυνάστες τους, υποστηρίζων την ένωσή τους σ’ ένα κράτος ή σε μία Συνομοσπονδία ανεξαρτήτων σλαβικών κρατών. Στην αυστροουγγρική επικράτεια υπεβοήθησε στην ανάπτυξη του εθνικισμού μεταξύ των Σλάβων, ενώ στην αυτοκρατορική Ρωσία έλαβε συντηρητικοτέρα χροιά και οι εκεί Σλαβόφιλοι αντιπαρετέθησαν με όσους υπεστήριζαν πολιτικοκοινωνικές  μεταρρυθμίσεις ανάλογες με εκείνες των κρατών της Δυτικής Ευρώπης. Ο όρος προετάθη το 1826 από τον Σλοβάκο νομικό και συγγραφέα Γιάν Χέρκελ (1786-1853) και το περιεχόμενό του δεν ήταν σαφές.

Πρώτος κήρυξ της ιδέας θεωρείται ο Όσιος Νέστωρ ο Χρονογράφος της Λαύρας των Σπηλαίων, ο Ρώσος. Το 1113 έγραψε το περίφημο Χρονικόν του, που περιλαμβάνει την ρωσική Ιστορία από το 850 ως το 1110. Ο όσιος, χωρίς να σταματήσει ποτέ την συγγραφή, εκοιμήθη ειρηνικώς το 1114. Ο Κύριος τον εδόξασε με την αφθαρσία του τιμίου λειψάνου του. Ισχυρίσθηκε ότι οι Σλάβοι ήσαν μία από τις 70 φυλές απογόνους του Ιάφεθ, οι οποίες αργότερα έλαβαν διάφορα ονόματα.

Στα μέσα του 15ου αιώνος ενεφανίσθη ο Κροάτης φιλόσοφος και ιστορικός Βίνκο Πριμπόγεβιτς με το διάσημο κείμενό του «Περί της προελεύσεως και της δόξης των Σλάβων». Τον ηκολούθησαν ο Κροάτης καθολικός ιερεύς Γεώργιος Κριζάνιτς τον 17ον  αιώνα και ο Σλοβάκος ιδρυτής της συγχρόνου εθνολογίας νομικός, αυτοκρατορικός αρχι- βιβλιοθηκάριος των Αψβούργων και λυρικός ποιητής Άνταμ Φράντιζεκ Κόλαρ ντε Κερεστέν τον 18ον αιώνα (ο αποκαλούμενος και «Σλοβένος Σωκράτης»). Σκοπός τους ήταν να αντιμετωπίσουν την απειλή των ισχυρών γειτόνων τους Τούρκων, Ούγγρων και Γερμανών, οι οποίοι επανειλημμένα είχαν κατακτήσει τα μικρά σλαβικά κράτη της Ευρώπης. Επίσης σημαίνων πανσλαβιστής τον 19ον αιώνα υπήρξεν ο Σλοβάκος φιλόσοφος, γλωσσολόγος και ποιητής Λούντοβιτ Βέλισλαβ Στουρ συγγραφεύς του βιβλίου «Ο σλαβισμός και ο κόσμος του μέλλοντος». Σε αυτόν οφείλεται η διάσημη φράση: « Κάθε έθνος έχει τον χρόνο του υπό  τον ήλιο του Θεού. Και η φιλύρα (σύμβολο των Σλάβων) ανθίζει όταν η δρυς (σύμβολο των γερμανικών λαών) έχει από μακρού πεθάνει !»

Το πρώτο Κεντρικό Σλαβικό Κομιτάτο, ιδρύθηκε στη Ρωσία το 1845, κι είχε ως στόχο να προσηλυτίσει τους Βουλγάρους στην ιδέα του Ρωσικού Πανσλαβισμού, που θα έκανε πραγματικότητα τα οράματα του Τσάρου Μεγάλου Πέτρου για κάθοδο των Ρώσων στη «ζεστή θάλασσα» όπως ονόμαζαν το Αιγαίο πέλαγος. Κύρια προσπάθειά του, που υπηρετούσε τον πολιτικό στόχο της Ρωσίας, ήταν να πείθει τους Ουνίτες, (δηλαδή τους Ορθόδοξους Χριστιανούς που είχαν ασπασθεί τον Καθολικισμό), στα Βαλκάνια να αναγνωρίσουν την Βουλγαρική Εξαρχία, χρησιμοποιών, κυρίως, ποικίλες ικανές υλικές και χρηματικές απολαβές.

Ο Έλληνας πρέσβης στο Βελιγράδι, σε γραπτή του αναφορά το 1887 αναφέρεται στο ιλιγγιώδες χρηματικό ποσό 4.000.000 φράγκων, το οποίο είχε δοθεί για την εξυπηρέτηση των εθνικών αναγκών της Σερβίας στην Μακεδονία από πλευράς των Ρώσων. [«….Προς εξαγοράν υπέρ των σερβικών υποθέσεων κυρίως Οθωμανών υπαλλήλων, οίτινες υπό των Βουλγάρων επίσης δωροδοκούμενοι, κατεδίωκον τους Σέρβους διδασκάλους…»] Νικόλαος Βλάχος, καθηγητής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, «Το Μακεδονικόν Ζήτημα ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος : 1878-1908», σελίδες 177-178.] Προκειμένου να επιτύχει  τον σκοπόν της η Ρωσική πολιτική, εβοήθησεν άλλοτε τους Βουλγάρους και άλλοτε τους Σέρβους, αρκετές φορές και τους δύο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 201)

Advertisements