Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΚΘ’

Μετά την αποτυχία της Ρωσίας κατά στον 11ο  κατά σειράν Ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο οποίος ονομάσθηκε «Κριμαϊκός πόλεμος», την περίοδο 1853-56, η Ρωσία ενεφανίσθη ως προστάτης των λαών σλαβικής καταγωγής, δηλαδή των Σέρβων και των Βουλγάρων. Έκτοτε προσέλαβε χαρακτήρα επιθετικό και πολιτικό, επεδίωξε την αφύπνιση του εθνικισμού των σλαβικών φύλων κι κυρίως της Βουλγαρίας, ενώ Βούλγαροι φοιτητές εστέλοντο για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη και επέστρεφαν ώστε να εξαπλώσουν τον σλαβικό εθνοφυλετισμό, ενώ σταδιακώς επεχειρήθη μια ευρυτέρα προσπάθεια των Βουλγάρων να διεισδύσουν νοτιότερον. Στα πλαίσια αυτής της προσπαθείας, ήρχισε η συστηματική οικοδόμηση βουλγάρικων σχολείων, καθώς και ο διορισμός διδασκάλων και ιερέων που υπεστήριζαν τις απόψεις της Εξαρχίας, ακόμη και σε περιοχές όπου το βουλγάρικο στοιχείο ήταν μειοψηφικό, απαιτούσαν τις εκκλησίες των Ελλήνων και διεξαγωγή της Θείας λειτουργίας στην σλαβική, παύσαντες να μνημονεύουν τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Κατόπιν εξαπέλυσαν ανηλεή τρομοκρατία κατά των ελληνικών πληθυσμών. Η βουλγαρική προσπάθεια είχεν ως στόχο, την προσέλκυση των σλαβόφωνων πληθυσμών στην Εξαρχία, την καλλιέργεια βουλγαρικής συνειδήσεως, καθώς και την διείσδυση σε περιοχές με συμπαγή – μη βουλγαρικό- πληθυσμό, ώστε να δημιουργηθούν παντού ισχυροί βουλγαρικοί θύλακες.

Στις 10 Μαρτίου 1870 εκδόθηκε σουλτανικό φιρμάνι για την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, που αποτέλεσε και το πρώτο βήμα για την ίδρυση του Βουλγαρικού κράτους και περιελάμβανε τον όρο ότι: «…Αν τα 2/3 τουλάχιστον των ορθοδόξων κατοίκων μιας περιφερείας εκδηλώσουν την επιθυμία να υπαχθούν στην Εξαρχία, τότε η επαρχία αυτή ημπορεί να αποσπασθεί από την δικαιοδοσία του Πατριάρχου…». Η πρώτη πολιτική πράξη συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και Βουλγαρίας υπήρξεν η διαβόητος συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), που προέβλεπε την δημιουργίαν ενός μεγάλου Βουλγαρικού κράτους, αλλά εματαιώθη με την Βερολίνειο συνθήκη που συνήφθη τον ίδιο χρόνο.

Ανάλογος προσπάθεια εξεδηλώθη και με στόχον την επέκταση των πανσλαβικών συμφερόντων στο Άγιον Όρος και περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, προώθηση της ιδέας της διεθνοποιήσεως του Όρους, με την Ρωσία επικεφαλής της κινήσεως. Αυτή εξεκίνησεν αγώνα καταλήψεως κομβικών σημείων στον Άθω, με σκοπόν την «οργανωτική ανύψωσή» τους σε μονές και την συνακόλουθο  αύξηση των δικαιωμάτων τους, με απώτερο σκοπό τον ολοσχερή εκρωσσισμό του Αγίου Όρους. Η ρωσική πολιτική πρόβλεπε την δημιουργία πυκνού δικτύου σκητών, κελιών και καλυβών, στις οποίες διεβίωνε ρωσικό προσωπικό, αλλά και την κλιμακωτή κατάληψη μονών και σκητών. Η προσπάθεια τους εσυνάντησε την ανοχή της Ελληνικής πλευράς, η οποία αντιμετώπιζε με όλως παθητικόν τρόπο τις συνεχείς παραβιάσεις των διεθνών συνθηκών από ρωσικής πλευράς. Η προσπάθεια εξεκίνησε στην μονή του Αγίου Παντελεήμονος, όπου κατόπιν συμφωνίας, εγκατεστάθησαν τριάντα Ρώσοι μοναχοί, οι οποίοι (κατά παράβαση της αρχικής συμφωνίας), έγιναν ογδόντα το 1852 και περισσότεροι των εκατό το 1856, φθάνοντες στους τριακοσίους το 1873, με σημαντικό ποσοστό τους μάλιστα αποτελούμενο από πρώην αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, αλλά ιδιαιτέρως του ναυτικού. Τότε και εξέλεξαν Ηγούμενο, τον Ρώσο μοναχό Μακάριο.

Το πρώτο κτύπημα στη Ρωσική προσπάθεια, στα σχέδια της για επεκτατισμό στο Άγιο Όρος, επέφερεν η εμφάνιση της αιρέσεως των Ονοματολατρών ή Ιησουϊτών, η οποία προεκάλεσε ικανή μείωση του αριθμού των Ρώσων μοναχών. Ιδρυτής της αιρέσεως ήταν ο μοναχός Ιλαρίων, που ζούσε στο μετόχιο «Σίμων ο Χαναναίος» της Μονής Παντελεήμονος, ο οποίος εδίδασκεν ότι η συνεχής απαγγελία του ονόματος του Θεού σώζει τον άνθρωπο. Η αίρεση ξεκίνησε το 1907 με την έκδοση του βιβλίου του με τίτλο «Επί των ορέων του Καυκάσου», το οποίον και δεν εθεωρήθη ορθόδοξο. Το τελειωτικό κτύπημα στην Ρωσική προσπάθεια επέφερε η επικράτηση των μπολσεβίκων, τον Οκτώβριον του 1917. Έκτοτε η θρησκεία ετέθη υπό διωγμόν και ετερματίσθη κάθε υποστήριξη προς τους Ρώσους πανσλαβιστές μοναχούς, ενώ οι συνθήκες του Νεϊγύ, των Σεβρών και της Λωζάννης, ανεγνώρισαν την de jure κυριαρχία του Ελληνικού κράτους επί του Αγίου Όρους. Ολίγον αργότερον, ρωσικά αποσπάσματα  απέσυραν βιαίως τους Ρώσους μοναχούς από το Όρος και εξεκένωσαν τα ρωσικά μοναστήρια από όλα τα αφιερώματα και τιμαλφή.

Αντίστοιχα αθέμιτα μέσα εχρησιμοποίησεν επίσης η Βουλγαρία και εκτός από την μονή Ζωγράφου, βουλγαρικόν χαρακτήρα έλαβαν και η σκήτη της Κοιμήσεως Θεοτόκου (ή του Ξυλουργού), που ήταν η πρώτη κοινόβιος σκήτη. Η Βουλγαρία εξεμεταλλεύθη την δυσκολία της Ελληνικής πλευράς, κυρίως την περίοδο 1941-1944, στην διάρκεια της κατοχής της Ελλάδος, όταν προσεπάθησε να καταλάβει την Μονή Ζωγράφου, χρησιμοποιούσα γι’ αυτόν τον σκοπό, τον βουλγαρικό στρατό, ενέργεια που ήλθε σε συνέχεια αναλόγων επιδιώξεων της περιόδου 1912-13. Την περίοδο εκείνη, ένας λόχος του Βουλγαρικού στρατού που είχε μεταβεί για προσκύνημα στη μονή Ζωγράφου, ηρνήθη να την εγκαταλείψει και ύψωσε την βουλγαρική σημαία. Οι στρατιώτες συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, ύστερα από πολιορκία, από 100 Έλληνες εθελοντές, κελιώτες και άλλους εργαζομένους σε μονές. Ο λόχος μετεφέρθη στον Πειραιά στις 21 Ιουνίου 1913.

Σημειωτέον ότι, ο όρος «πανσλαβισμός» εχρησιμοποιήθη για πρώτην φορά στην ελληνική δημοσία ζωή το 1855 και έκτοτε ενεγράφη εξάπαντος σε μια διαδικασία εμπλουτισμού του δημοσίου λόγου, με διασαφηνιστικούς νεολογισμούς που αντανακλούν την φόρτιση την οποίαν προκαλεί αναποτρέπτως μια ανθελληνική ανάληψη πρωτοβουλιών εκ μέρους μεγάλων δυνάμεων, απειλητικών για τον Ελληνισμό ή η κατευθυνομένη αφύπνιση εθνοτικών ομάδων, δυνάμει εθνοαποδομητικών του Ελληνισμού.

Έχει ήδη αναφερθεί προτέρως ότι, τον ρόλον του δευτέρου εθνικού κέντρου του Ελληνισμού κατά τον 19ο και τον πρώιμο 20ο αιώνα, (ήτοι της πατριαρχικής Κωνσταντινουπόλεως) στην πάλη έναντι της πανσλαβιστικής «συνωμοσίας» αγνοεί και διαστρέφει η νεοτέρα ιστοριογραφία (εν πολλοίς αντεθνιστικής και αντιχριστιανικής «προδιαθέσεως»). Ουδόλως όμως αγνοεί την μείζονα βαρύτητα της επιρροής της Βασιλευούσης και του Πατριαρχείου, ο πολύς Ρώσος φιλόσοφος, συγγραφεύς, ιστορικός και πολιτικός επιστήμων Κωνσταντίν Νικολάγεβιτς Λεόντιεφ, ο οποίος εμφατικώς και εμμόνως ετόνισεν ότι ο Ελληνισμός διέθετε δύο εθνικά κέντρα, γεγονός που κατά την εκτίμησή του δεν ήταν πάντοτε επωφελές για τους Έλληνες.

Στο σύνολον των συλλογισμών του μεγάλου Ρώσου  ανήκει και η (όχι ανυπόστατος) σκέψη ότι, ειδικώς όσον αφορά στο εκκλησιαστικό πρόβλημα, το οποίον προεκλήθη την περίοδον 1870-2 μετά  την «κατόπιν σουλτανικής αδείας» ανακήρυξη της βουλγαρικής Εξαρχίας, οι Έλληνες δεν ήσαν άμοιροι ευθυνών. Ανταποδίδει την συλλογιστική περί του «εθνοφυλετικού» αντιχριστιανικού συστατικού της Σλαβοφίλου μερίδος γράφων σαφώς στο «Σλαβοφιλία και επερχόμενο πεπρωμένο της Ρωσίας» («Славянофильство и грядущие судбы России», επανέκδοση 2010 Μόσχα, σελίς 496) : «…Το φυλετικό κριτήριο εβάρυνε και στις σχέσεις των ίδιων των Ελλήνων με την Εκκλησία, αφού και αυτοί εχρησιμοποίησαν την θρησκεία ως πολιτικό εργαλείο». Εδώ υπονοεί σαφώς την αιφνιδίως και «πραξικοπηματικώς» πραγματοποιηθείσα ανακήρυξη του αυτοκεφάλου της ελλαδικής Εκκλησίας.

Βεβαίως η άποψή του αυτή διόλου δεν ημπόδισε τελικώς τον ελληνολάτρη και βυζαντινόφιλο Λεόντιεφ από το να λάβει ισχυρώς θέση υπέρ του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την εξελισσομένη διένεξή του με τους Βουλγάρους εθνικιστές, η οποία ως γνωστόν κατέληξε εν τέλει στο διαβόητον βουλγαρικό Σχίσμα, το οποίον μάλιστα επισημοποιήθηκε με την «καταδίκη του εθνοφυλετισμού» των Σλάβων, από την μεγάλη σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου (1872).

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 202)

Advertisements