Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ Λ’

Oι απαρχές του εν πολλοίς ρωσικοκινήτου επεκτατικού Πανσλαβισμού πρέπει να αναζητηθούν σε ένα δραστικό και πολυεπίπεδο σύνολο αντιλήψεων που εκαλλιεργήθη ήδη από την 3η  δεκαετία του 19ου  αιώνος. Αντιλήψεων οι οποίες  παρέμειναν δραστήριες και ιδιαιτέρως δημοφιλείς κατά τις τρεις επόμενες δεκαετίες στους επαλλήλους κύκλους των Σλαβοφίλων.

Επρόκειτο μάλλον για ένα σύνολο αλληλεπικαλυπτομένων και εν μέρει ομογενοποιημένων ιδεών – και όχι για ένα συστηματικώς διαρθρωμένο φιλοσοφικό οικοδόμημα –, ιδεών σχετικών με τον ειδικό κοσμοϊστορικό, οιονεί σωτηριακό – μεσσιανικό ρόλο τον οποίον επρόκειτο να αναλάβει στην διεθνή σκηνή η Ρωσία, αντλούσα έμπνευση και δύναμη προς τούτο από την Ορθόδοξο χριστιανική πίστη και από τις ρωμαλέες  παραδόσεις του σλαβικού παρελθόντος της. (Χoμιακόφ, Κυριέφκσυ, Αξάκοφ και πολλοί διανοούμενοι υπήρξαν  οι πρωτεργάτες και πομποί των ιδεών αυτών).

Είναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι από τους Σλαβοφίλους, με την αξιοπρόσεκτο εξαίρεση του Αξάκοφ, δεν αντελαμβάνοντο την πλανητική και κοσμοϊστορική αποστολή της Ρωσίας με όρους «ιμπεριαλιστικής» επεκτάσεως, εφόσον ο κεντρικός άξων της σκέψεώς τους δεν ήταν πολιτικός, αλλά κατά το πλέιστον πολιτισμικός και δη ιστορικοφιλοσοφικός. [Ενδελεχής ανάλυση από τον Πωλονοεβραίο ιστορικό Ρίτσαρντ Πάϊπς στο σπουδαίο έργο του «Russian Conservatism and ιts Critics. A Study in Political Culture», (Λονδίνο, 2007)].

Μολονότι η σκέψη των Σλαβοφίλων διεποτίζετο, μεταξύ άλλων, από τις πηγές όπου αντλούσαν ταυτοχρόνως οι σύγχρονοι και αντίπαλοί τους «Δυτικίζοντες», δηλαδή από  την ευρυτάτη ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ και του Σέλινγκ, οι Σλαβόφιλοι επέμεναν κατά κόρον στην ανάδειξη του «αντιθετικού – ανταγωνιστικού διπόλου» Ευρώπη – Ρωσία, μάλιστα δε με πάθος, ένταση και έμφαση ποικίλουσα από στοχαστή σε στοχαστή, καθώς το μυθικο-ιστορικό ρωσικό παρελθόν δεν προσελάμβανε τοτεμικό χαρακτήρα, αλλά μάλλον λειτουργούσε ως ισχυρότατο έναυσμα στοχαστικής συνθέσως  διαφορετικών «ομοτρόπων» επιρροών. Η Ρωσία, ως πλατωνικόν «τρίτον τι», ως «Γ’ Ρώμη», μη  ανήκουσα  στην Ευρώπη μηδέ στην Ασία, εκλήθη να ανασυνθέσει και να καταστήσει παγκόσμιο τον βαθύτατα εμβαπτισμένο στην ορθοδοξία σλαβικό πολιτισμό της. Και αυτή η δραστηριότης εξεδηλώθη σε μια περίοδο κατά την οποίαν η κρίση του δυτικού πολιτισμικού προτύπου, ορθολογιστικού, μηχανιστικού, «φιλελευθέρου» και απροσώπου, εσφράγιζε την καλπάζουσα και μη ανασχέσιμο παρακμή της υλόφρονος Ευρώπης.

Η κατά το δυνατόν απροκατάληπτη εκ μέρους μας μελέτη του πολυδυνάμου και πολυεπιπέδου σλαβοκεντρικού ζητήματος, εκτενεστάτη και ενίοτε αντιφατική, πράγματι είναι σε θέση να κλονίσει τις οποιεσδήποτε αβαθείς βεβαιότητές μας, αλλά συνάμα και να επισφραγίσει  το αίτημα της «παγκοσμίου εποπτείας – τοπικής ενεργείας», το οποίον αποτελεί πολιτισμικό και πολιτικό πρόταγμα των Ελλήνων Εθνικιστών.

Το «οικείον» απαρτιώνεται μόνον προσλαμβανόμενο κατοπτρικώς μέσω της εμβριθούς σπουδής του «αλλοτρίου», χαλυβδώνεται και αποτελεί πυλώνα ειλικρινούς και δημιουργικής αυτογνωσίας

Άξια μελέτης είναι η συνοπτική και πλήρης αφήγηση του Ρώσου («εμικγκρέ») ιστορικού και σοβιετολόγου, καθηγητού της Ρωσικής Ιστορίας στο Pennsylvania State University, Σεργκέϊ Βασίλιεβιτς Ουτέτσιν (1921-2004)  στο έργον του: «Russian Political Thought. A Concise History» (Νέα Υόρκη -Λονδίνο 1964), ο οποίος υποδεικνύει ομού με τον Πανσλαβισμό και την κίνηση της «εδαφικότητος» ως ισχυρές προεκτάσεις της σλαβοφιλικής θεωρίας.

Επίσης σημαντική αξία έχει και η  μελέτη της Γελένα Μιλόϊκοβιτς – Ντιούριτς : «Panslavism and the National Identity in Russia and the Balkan, 1830-1880: Images of the Self and Others», (Νέα Υόρκη 1994), η οποία θεωρεί τον Πανσλαβισμό από μιαν εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, του αναγνωρίζει λειτουργία ενός ενοποιητικού «σχεσιακού» γεγονότος και όχι μιας προεσχηματισμένης απειλής προς την τότε καθεστηκυία ισορροπία μεγάλων και περιφερικών δυνάμεων, όπως συνήθως αυτή ερμηνεύεται.

Προφανώς το  ιδιαιτέρως βαρύνον ζήτημα της Σλαβοφιλίας και του Πανσλαβισμού με τις πολυδύναμες αποτυπώσεις του στον Ελληνισμό απαιτεί πέραν των ξένων μελετών και μιαν επισκόπηση – τουλάχιστον απανθισματική (κατ’ ανάγκην χώρου) – και στην νεοτέρα ελληνική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τα τέλη του 19ου  αιώνος.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 203)

Advertisements