Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΑ’

Προφανώς το ιδιαιτέρως βαρύνον ζήτημα της Σλαβοφιλίας και του Πανσλαβισμού με τις πολυδύναμες αποτυπώσεις του στον Ελληνισμό απαιτεί πέραν των ξένων μελετών και μιαν επισκόπηση – τουλάχιστον απανθισματική (κατ’ ανάγκην χώρου) – και στην νεοτέρα ελληνική ιστοριογραφία, αρχής γενομένης από τα τέλη του 19ου  αιώνος.

Ο μείζων ιστορικός του β’ ημίσεως του 19ου αιώνος, νομικός, συγγραφεύς και διάσημος δημοσιογράφος, Κωνσταντινοπολίτης Επαμεινώνδας Κυριακίδης (1861-1939) στο πόνημά του «Ιστορία του σύγχρονου Ελληνισμού. Από της ιδρύσεως του Βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών μας 1832-1892», ανεφέρθη με πάθος και δριμύτητα κατά του Πανσλαβισμού, (αρνούμενος στους Βουλγάρους ακόμη και την ιδιότητα του έθνους και) υποδεικνύων τους Ρώσους ως τον κύριο μοχλό της αναρρήσεώς των Βουλγάρων σε βάθρο εθνότητος, η οποία συνεπώς «ευλόγως και δικαίως» αξιώνει την αυτοδιάθεσή της. Επιπλέον έθεσε ιδιαιτέρως στο στόχαστρο της κριτικής του την πολυεπίπεδο δράση του «εν Κωνσταντινουπόλει» πρεσβευτή της Ρωσίας, του διαβοήτου ανθέλληνος στρατηγού Νικολάϊ Παύλοβιτς Ιγνάτιεφ.

Ο διακεκριμένος νομικός και  υπουργός, γερουσιαστής και εκδότης  του 19ου  αιώνος των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνος, Γεώργιος Φιλάρετος («Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι [1821-1897]», (1897), μολονότι υπερετόνισε τον ανθελληνικό ρόλο της Αγγλίας ακόμα και στις υπέρ της Βουλγαρίας διευθετήσεις της περιόδου, έκρινε με ακραιφνώς γεωστρατηγικούς όρους την πολιτική της Ρωσίας και εμέμφθη όσους παρασυρόμενοι από το «ομόδοξον» ήλπιζαν ανοήτως στη βοήθειά της, παραβλέποντες τον σκληρό ρεαλισμόν των διεθνών σχέσεων, από τον οποίον ευλόγως και βεβαίως εδιέπετο και η πολιτική της Αγίας Πετρουπόλεως έναντι του «καχεκτικού κρατιδίου» μας. Η όποια σλαβοφοβία δεν ήσκησε την παραμικρά επίδραση στην κρίση του.

Σπουδαία κείμενα που αφορούν στο ζήτημα είναι επίσης  τα πονήματα του μεγάλου πατριώτη  ιστορικού, καθηγητού Βυζαντινής και Συγχρόνου Ιστορίας του Αριστοτελείου  Πανεπιστημίου και Ακαδημαϊκού  Ιωάννου Βογιατζίδη (1877-1961): «Τα προς βορράν σύνορα του ελληνισμού: μελέτη αναγνωσθείσα εν τω εν Θεσσαλονίκη συνελθόντι συνεδρίω εθνικών δικαίων την 5ην Ιουνίου 1946», Εκδόσεις Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών,  (1946) και «Το γόητρον της νίκης των Ρώσσων και ο πανσλαβισμός» (1948).

Προφανώς μελετώντες το δρώμενο Σλαφοφιλία – Πανσλαβισμός δεν  ημπορούμε να αγνοήσουμε τον μεγάλο ιστορικό, βυζαντινολόγο και Ακαδημαϊκό Κωνσταντίνο Άμαντο («Ιστορικαί σχέσεις Ελλήνων, Σέρβων και Βουλγάρων», (Αθήνα 1949), ο οποίος μάλιστα συνέγραψε σε μιαν εποχή που ήταν ολοφάνερη η υπέρ των εθνοπροδοτών του ΚΚΕ δράση των Σλάβων γειτόνων μας, και δεν εφείσθη κατηγοριών και  απαξιωτικών χαρακτηρισμών για τους Βουλγάρους και τον εν γένει ρόλο του Πανσλαβισμού στην κομμουνιστική ανταρσία.

Ο κομμουνιστής συγγραφεύς Τάσος Βουρνάς («Ιστορία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, τόμος Α΄: Από την Επανάσταση του 1821 ως το κίνημα στο Γουδί», (Αθήνα 1997), υιοθετεί φανερά και ξεκάθαρα την αντιβρετανική οπτική γωνία του Φιλαρέτου, χωρίς όμως να συνεισφέρει τίποτα στον εμπλουτισμό της σχετικής αντιβρετανικής προβληματικής. Ο αντικειμενικός και …. αριστερός πατριώτης (!), αείμνηστος ιστορικός – με ιδιαιτέρα επιρροή στην σύγχρονη ιστοριογραφία – Νικόλαος Σβορώνος («Επισκόπηση της νεοελληνικής Ιστορίας») εστιάζει επί του ελεεινού ρόλου της Αγγλίας στην ύπουλη ανάδευση των πανσλαβικών φοβιών του Ελληνισμού. Της Αγγλίας η οποία πάντα ελειτούργησε εναντίον των αλυτρωτικών δικαίων του Ελληνισμού.

Στην πλέον πρόσφατη εργογραφία  της ιστοριογραφικής παραγωγής,  που άπτεται ποικιλοτρόπως του σλαβοκεντρικού προβλήματος (Σλαβοφιλία-Πανσλαβισμός), έχουν καταγραφεί ποικίλες διακριτές τάσεις :

Η ιστορικός, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (1944-2009), στο πόνημά της : «Ιδεολογικές διαδρομές. Πολιτική, γλώσσα και κοινωνία 1871-1909», [στον 5ο  τόμο «Τα χρόνια της σταθερότητας, 1871-1909. Η οικονομική ανάπτυξη του Ελληνισμού», (Αθήνα 2003), του νεοεποχίτικου κοσμοπολίτικου και διεθνιστικού μεγάλου συλλογικού έργου : «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000»] κάνει λόγο για «κατασκευή εχθρών από την κυρίαρχη ιδεολογία» και για ….. «εθνικιστικό λόγο» που αρθρώνεται με άξονα την σλαβική απειλή. Μάλιστα με βάση αυτήν την αυθαίρετη,  δαιμονολογικού τύπου επιχειρηματολογία  αναγνωρίζει, (εσφαλμένα), στον «αντισλαβισμό» ρόλο κομβικού χαρακτήρα της ελληνικής Εθνικιστικής Ιδεολογίας (για αυτήν, όπως και του λοιπούς «προοδευτικούς» «δημοκράτες», χρησιμοποιείται απαξιωτικά ο όρος «εθνικιστικός» -προς προληπτικό στιγματισμό οιασδήποτε εκφοράς δημοσίου, απλώς αυτοπροσδιοριστικού λόγου με όρους προστασίας και στοιχειώσεως της ελληνικής ιδιοπροσωπείας- και καταμαρτυρεί την εμμονή της εθνοαποδομητικής μερίδας).

Ο Κώστας Κωστής, καθηγητής οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο βιβλίο του  «Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας – Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους 18ος -21ος αιώνας», (Αθήνα, 2013), εκθέτει περιγραφικά  τα γεγονότα, δίχως να  αναλύει και να ερμηνεύει τα άδηλα, δόλια και «υπόγεια» ρεύματα που τα προξενούν και τα νοηματοδοτούν. Στο κείμενό του αγνοεί παντελώς την εύλογο κατά την οθωνική περίοδο του ελληνικού βασιλείου απόπειρα ελληνοσλαβικής προσεγγίσεως προς συκρότηση αντιοθωμανικής συμμαχίας, ενώ ορθώς στιγματίζει τις εγγενείς αδυναμίες του ξενοδούλου ή ξενοκινήτου νεο-«ελληνικού» κράτους, όπου οι άρχουσες τάξεις  του Βασιλείου απεδείχθησαν ανίκανες να εκμεταλλευθούν τις οιεσδήποτε ευκαιρίες της τότε διεθνούς συγκυρίας.

Ο ιστορικός και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, στο έργο του «Ελληνική εξωτερική πολιτική 1830-1981», επανεξετάζει ενδελεχώς την παραδοσιακή αφήγηση για τον ρωσικό  ρόλο στην περίοδο του βουλγαρικού Σχίσματος και υπογραμμίζει σαφώς την εμμονική αδιαλλαξία του βουλγαρικού εθνικισμού ως παράγοντος διεθνικής και ενδοχριστιανικής ρήξεως ενώ απαλύνει κατά τι την επικριτική εκτίμηση της προσωπικότητος  του δαιμόνιου Ιγνάτιεφ, αποδίδων καλύτερο περίγραμμά του απ΄ ότι μας έχει συνηθίσει η ελληνική ιστοριογραφία, γιά το ζήτημα της εξαρχικής διανέξεως  των Βουλγάρων με το Φανάρι.

Οι περισσότερον «ψυχρές» και μη δαιμονολογικές εκτιμήσεις περί του ανθέλληνος   Ιγνάτιεφ και του πανσλαβιστικού δρωμένου είχαν επισημανθεί επίσης στο βιβλίο «Ελλάς. Η σύγχρονη συνέχεια – Από το 1821 μέχρι σήμερα» των πανεπιστημιακών ιστορικών Αθανασίου Βερέμη και Ιωάννη Κολλιόπουλου, Αθήνα, 2006, καθώς και στο  «The Unification of Greece (1770-1923)», Λονδίνο 1972, του  Άγγλου ιστορικού και πανεπιστημιακού, Ντάγκλας Ντέϊκιν (1935-1974), ομοτίμου καθηγητή της Iστορίας στο Κολέγιο Μπίρκμπεκ του Πανεπιστημίου του  Λονδίνου ιδιαιτέρως γνωστού στον χώρο των Νεοελληνικών σπουδών.

Υπενθυμίζεται πάντως ότι εν πολλοίς η «μήτρα» του Πανσλαβισμού, η Σλαβοφιλία, υπήρξε μια ρωσική προσαρμογή μεταφυσικών τάσεων της γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας και, εν γένει, ρευμάτων δυτικής προελεύσεως γύρω από την αποστολή και το πρωτείο του ρωσικού λαού, συνάμα όμως και περί την εξαγγελία παγκοσμίων αξιών. Συμφώνως προς τους σλαβοφίλους, ο λατινικός και ο γερμανικός πολιτισμός βρίσκονταν πλέον σε παρακμή και μοιραίως οι νέες ηθικές αξίες θα προέρχονταν από τους «ιστορικώς νεαρούς» σλαβικούς λαούς, μάλιστα δε από τον ρωσικό, ο οποίος διατηρούσε καθαρές τις ψυχικές δυνάμεις και τις αρχέγονες αρετές του. Η ρωσική «εν Χριστώ ταπεινοφροσύνη» εφέρετο ως  διαμετρικώς αντίθετη προς την ρωμαϊκή παράδοση της ισχύος,(αλλά η Ρωσία επιζητούσε να καταστεί η «Νέα Ρώμη»), όπως  και στο ιπποτικό πνεύμα του ευρωπαϊκού Μεσαίωνος (ενώ ιχνηλατούσε την αφιερωματική τροχιά της στην πορεία των μυθικών πλανοδίων «Μπογκατύρ», των ενθέων πλανοδίων Ρώσων θαυματουργών ιπποτών). Η «Εκκλησία» της Ρώμης δεν αποτελεί παρά την τροποιημένη και φενακίζουσα συνέχεια της αρχαίας παγανιστικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως ήταν καρπός της λατινικής σχολαστικής μονομερείας, πού ανεκήρυξε το «Filioque» σε απαρέγκλιτο δόγμα πίστεως, αποσπώσα εαυτήν από την εκκλησιαστική ενότητα και εκπίπτουσα στον υλόφρονα ορθολογισμό, (του οποίου αργότερον υπήρξαν αναπόφευκτες συνέπειες ο προτεσταντισμός και η αθεΐα). Μόνον η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αποσυνετέθη από τον ορθολογισμό και μόνον αυτή έχει, σε πλήρη, αρμονική και ορθή σύνθεση την ενότητα και την ελευθερία. Ο προτεσταντισμός έχει την ελευθερία χωρίς την ενότητα, ενώ ο παπισμός διαθέτει την ενότητα χωρίς την ελευθερία. Πάντως, παρά την έμμονο φιλορθόδοξο και βυζαντινολατρική στάση τους οι Σλαβόφιλοι εδέχθησαν πολλές προτεσταντικές επιδράσεις.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 204)

Advertisements