Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΒ’

Στην Ανατολική Ορθόδοξο Εκκλησία ο Ησυχασμός είναι μια πολυεπίπεδος μυστικιστική παράδοση προσευχής και κατ΄ επέκταση εσωτερικής Ενθέου Αναζητήσεως. Συνέδεσε βαθύτατα και  ισχυρότατα την θεολογική  στοιχείωση της Ελληνικής Βυζαντινής Εκκλησίας και της αδελφής Ρωσικής Εκκλησίας, ενώ επίσης διεπότισε τον μοναστικό τους ασκητισμό.

Ο Ησυχασμός, ως ζωή «εν αγίω Πνεύματι», συνιστά την ζείδωρο πεμπτουσία της εκκλησιαστικής Παραδόσεως, ταυτιζόμενος ακριβώς με το δραστικό αυτό περιεχόμενο που περικλείει και εκφράζει ο όρος «Ορθοδοξία» [παράγεται – από το ορθός (σωστός) και δόξα (σκέψη, πίστη, διδασκαλία)]. Ορθοδοξία εκτός της Ησυχαστικής παραδόσεως είναι ουσία αδιανόητος και πράξει ανύπαρκτος. Η Ησυχαστική πρακτική αποτελεί την «λυδία λίθο» για την καταδοκιμασία και την ταυτοποιητική αναγνώριση της αυθεντικής χριστιανικότητος. Ο Ησυχασμός, ανταποκρινόμενος στον σκοπό της παρουσίας της Εκκλησίας ως «Σώματος Χριστού» στον κόσμο, ημπορεί να χαρακτηρισθεί και «ασκητική θεραπευτική αγωγή», όπως ανέφερεν ο πρωτοπρεσβύτερος πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης, έγκειται δε στην προσπάθεια αποκαταστάσεως της «νοεράς λειτουργίας», εντός της καρδίας του Χριστιανού. [Ο πατήρ Ρωμανίδης (1927 – 2001) υπήρξεν  ένας από τους μεγαλυτέρους Ορθοδόξους θεολόγους του 20ου  αιώνος και  συνάμα ανακαινιστής της Ορθοδόξου Θεολογίας, με την επιστροφή της στην γνησιότητα της Aγιοπατερικής Παραδόσεως.]

Βεβαίως, απαραίτητος προϋπόθεση της Ησυχαστικής πράξεως είναι η αγιογραφική διάκριση μεταξύ νοός  («πνεύματος» του ανθρώπου) καί λόγου (διανοίας).  Η Πάτριος σοφία δια στόματος του φιλοσόφου Επιχάρμου του Κώου είχε σαφώς  αποφανθεί «νους ορά και νους ακούει !» ήδη από του 5ου π. Χ. αιώνος.

Ο νους, εκκλησιαστικώς θεωρούμενος, είναι ο «οφθαλμός» της ψυχής και συνάμα το όργανον της «θεογνωσίας» (Θεογνωσία, θεοπτία, όραση του Θεού ή θέα του Θεού, αποκαλείται στην Ορθόδοξο θεολογία, η δυνατότης του ανθρώπου να μετέχει στην αλήθεια του θείου όντος). Κατά την Παράδοση, κατά την κανονική του λειτουργία ο νους εδράζεται στην καρδία. Όταν αδρανοποιηθεί η λειτουργία του (πτώση), τότε συγχέεται με την διάνοια και τους εξ αυτής γενομένους λογισμούς. Στην φυσική του λειτουργία, ως «Ναός Θεού», ο νους είναι έμπλεος χάριτος και προσεύχεται αδιαλείπτως. Διαθέτει δηλαδή την «αέναο μνήμη» του Θεού (δραστικώς και αενάως αναδευομένη νοερά ευχή) και προετοιμάζει τον άνθρωπο για την ένωσή του με το Θεό («θέωση»).

Η Νοερά προσευχή, συνεπώς, είναι η φυσική λειτουργία του νου μέσα στη καρδία, (η οποία συνεπώς πέραν από την βιολογική της λειτουργία, έχει και πνευματική). Η προσευχητική λειτουργία του νου εντός της καρδίας είναι ένα σύστημα ασύλληπτο -και γι΄αυτό άγνωστο- στην επιστήμη. Αυτή κατά την Ορθόδοξο χριστιανική θεολογία είναι η τελεία προσευχή, που κατορθώνεται όταν ο νους ελευθερωθεί από την υποδούλωσή του στην λογική, στα πάθη και στον περιβάλλοντα κόσμο, οπότε και επιστρέφει στην καρδία. Έτσι, η νοερά προσευχή γίνεται με τον νου μέσα στην καρδιά, ενώ η λογική προσευχή γίνεται με την λογική. [Στα πλαίσια της Ορθοδοξίας ο όρος «νοερά προσευχή» αναφέρεται συνήθως στην μονολόγιστη ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Αυτή είναι μια προσευχή που ημπορεί κανείς να λέγει κάθε στιγμή, αλλά και σε δύσκολες στιγμές της ζωής του νοερώς, ιδιαιτέρως δε όταν ευρίσκεται εκτός ναού].

Με βάση την εντολή του Κυρίου ημών Χριστού στο κατά Ματθαίον ευαγγέλιο 6:6 [«Συ όμως, όταν θέλης να προσευχηθής, προτίμα το ιδιαίτερον δωμάτιόν σου, κλείσε την θύραν και κάμε την προσευχήν σου στον Πατέρα σου, που είναι αόρατος και σαν κρυμμένος. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα πλέον απόκρυφα, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου».]  η Ησυχαστική παράδοση είναι μια διαδικασία αποσύρσεως «επί τα έσω», στροφής  προς την ενδοτέρα ύπαρξη, με ταυτόχρονο παύση των αισθήσεων, προκειμένου να επιτευχθεί η  βιωματική γνώση του Θεού.

Από ιστορικής απόψεως η «ησυχία» ως όρος ανευρίσκεται στα πατερικά κείμενα του 4ου  και 5ου  αιώνος και φέρεται ότι διεδόθη από κέντρα του Ορθοδόξου Μοναχισμού όπως η μονή της Aγίας Aικατερίνης στο Σινά. Πρόκειται για έναν όρο συμβατικό, ο οποίος περιγράφει την μέθοδο προσευχής και του δυναμικού διαλογισμού των μοναχών μέσω της ηρεμίας του εσωτερικού εαυτού.

Μεταγενέστερον, στην βυζαντινή κοινωνία, ο όρος διευρύνθη ώστε να περιλάβει όχι μόνον την συγκεκριμένη μέθοδο προσευχής αλλά και το σχετικό πνευματικό ρεύμα, που υπεστήριζε ότι ο Θεός ημπορεί να αποκαλυφθεί στον άνθρωπο όταν εκείνος τον αναζητά αδιαλείπτως με την προσευχή του νοός ή με την προσευχή της καρδίας. Στην υστεροβυζαντινή περίοδο ο Ησυχασμός υπήρξεν σημείον τριβής μεταξύ διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, όπως επίσης και πεδίον εκδηλώσεως πολιτικών και κοινωνικών ερίδων, με αποτέλεσμα ο όρος να χρησιμοποιείται εν τέλει για την περιγραφή ενός λίαν ευρέος συνόλου θρησκευτικοπολιτικών και κοινωνικών κινημάτων του 14ου  και 15ου  αιώνος στο Βυζάντιον. Επισημαίνεται ότι τα πολιτικοκοινωνικά πράγματα και η θεολογία συνεπορεύθησαν  και συνεπλάκησαν σε μιαν παρατεταμένη και αυξομειουμένη κρίση, ως δύο όψεις της αυτής πραγματικότητος : της «βυζαντινής» κοινωνίας.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 205)

Advertisements