Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΓ’

Για να αποφύγει τα αδιέξοδα του Σχολαστικισμού  και κατόπιν τα αδιέξοδα του  Ρασιοναλισμού, όπου παγιδευθείσα η Καθολική Δύση απώλεσε την δυνατότητα οντολογικώς θεμελιωμένης κοινωνίας, αλλά συνάμα απώλεσε και την οντολογικήν ελευθερία, ο Ησυχασμός, ο οποίος αποτελεί τον βαθύτερο σκληρό πυρήνα της Ορθοδόξου χριστιανικής θεολογίας, διέκρινε την θεία ουσία από τις θείες ενέργειες. [Ο Σχολαστικισμός ήταν φιλοσοφικό ρεύμα και μαθησιακή μέθοδος η οποία αποσκοπούσε στην  συμφιλίωση της φιλοσοφίας των αρχαίων κλασικών φιλοσόφων, όπως ο Αριστοτέλης και ο Πλάτων, με την μεσαιωνική θεολογία και, γενικότερον, στην ερμηνεία των φυσικών φαινομένων με βάση τις χριστιανικές αρχές. Αυτή η φιλοσοφική μέθοδος αντιλήψεως των πραγμάτων εδιδάσκετο  από καθηγητές των μεσαιωνικών πανεπιστημίων από τον 12ον  έως τον 14ον  αιώνα. Ο Ρασιοναλισμός (ή ορθολογισμός) είναι η συνολική φιλοσοφική κατεύθυνση που αποδέχεται ως απόλυτον γνώμονα και αφετηρία της γνώσεως την λογική σκέψη. Σύμφωνα με τους ορθολογιστές φιλοσόφους, η γνώση μας για τον κόσμο προέρχεται κατά το πλείστον από τον ίδιο τον ορθό λόγο, του οποίου τα βασικά στοιχεία ημπορούν να αναζητηθούν στο νου μας].

Ο Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Θεόληπτος (1250-1322) και ο Πατριάρχης Aθανάσιος ο Α’ στα τέλη του 13ου  και στις αρχές του 14ου  αιώνος υπήρξαν οι  γεννήτριες εκκλησιαστικές προσωπικότητες   του βυζαντινού  Ησυχασμού των υστεροβυζαντινών χρόνων.

Ο Θεόληπτος ήταν Μητροπολίτης Φιλαδελφείας (1283-1322), εξόχως ανθενωτικός και φανατικός αντίπαλος των Αρσενιατών, που εγνώρισε στον Άθω την μυστικιστική μοναχική ζωή της οποίας κατέστη υποστηρικτής, και θεωρείται πρόδρομος του Ησυχασμού. Τα συγγράμματά του περιλαμβάνουν θρησκευτική ποίηση, πραγματείες περί μοναχισμού, δοκίμια με ανθενωτικό και αντιαρσενιτικό περιεχόμενο και επιστολές στην Πριγκήπισσα Ειρήνη Χούμναινα Παλαιολογίνα της οποίας ήταν πνευματικός πατήρ.

Ο Αθανάσιος ο Α’ ήταν Οικουμενικός Πατριάρχης (1289-1293 και 1303-1309), μέγας υπέρμαχος της ηθικής ζωής και του μοναχισμού, ο οποίος ενδιεφέρθη ενεργότατα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των πτωχών στην Πόλη. Εξαιτίας της δράσεώς του αυτής ανεκηρύχθη Άγιος της Εκκλησίας ολίγον προ του 1368.

Ο Ησυχασμός εξεκίνησε ως πνευματική κίνηση που εδίδασκε ότι η επικοινωνία με τον Θεό είναι εφικτή  μέσω του προσωπικού διαλογισμού και της προσευχής εν συνδυασμώ με συγκεκριμένες σωματικές ασκήσεις, οι οποίες βοηθούν την αυτοσυγκέντρωση. Σκοπός αυτής της διαδικασίας του ιδιοτύπου ασκητικού «raja yoga» ήταν η «Θέωση», δηλαδή η προσωπική εμβίωση του Θείου Φωτός (του φωτός από το όρος Θαβώρ κατά την Aγία Γραφή) από τον προσευχόμενο, το οποίον απεκαλύπτετο αιφνιδίως εμπρός του. Aυτή η αυστηρά μυσταγωγική πνευματικότης εσυνοδεύετεο από μιαν ασκητική άποψη ζωής, παντελή αδιαφορία για τον υλικό πλούτο, και συνεχή φροντίδα για τους πτωχούς.

Ως προϋπόθεση για να συμβούν όλα αυτά θεωρούσαν το να πιστεύει ο προσευχόμενος σε δύο βασικές αρχές: πρώτον ότι η προσωπική ολοκλήρωση και επικοινωνία με το Θεό είναι δυνατή μόνο μέσα στο χώρο της Εκκλησίας και δεύτερον ότι κανένα άλλο μη χριστιανικό σύστημα σκέψης δεν μπορεί να ανταγωνιστεί στο μυαλό των χριστιανών την αποκάλυψη του Xριστού.

Oι Πατριάρχες της Βασιλευούσης των αρχών του 14ου αιώνος με βάση αυτήν τους την πίστη στην μοναχική αυστηρότητα, στην χριστιανική ηθική και στο κοινωνικόν ενδιαφέρον για τους πτωχούς εγκαινίασαν την ρωμαλέα Ησυχαστική κίνηση. Aπ’ αυτήν το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέκτησε δύναμη η οποία συχνά  του επέτρεψε να ακολουθεί πολιτική διαφορετική ακόμη και από τον Αυτοκράτορα, ειδικώς στο θέμα των σχέσεων με την παπική Δύση, αλλά και να διατηρεί άρρηκτο την επιρροή του επί των σλαβικών χωρών.

Κατά τους Ησυχαστές, ο Θεός υπάρχει και «εντός της ουσίας Του» (στο επίπεδο δε αυτό είναι παντελώς απρόσιτος) και «εκτός της ουσίας Του», δηλαδή ο Θεός δεν παραμένει έγκλειστος και προκαθορισμένος στην ουσία Του, αλλά υπάρχει «υποστατικώς» (προσωπικώς) και αυτοαποκαλύπτεται στον άνθρωπο, καλών τον άνθρωπο σε κοινωνία μαζί Του, στο επίπεδον των θείων ενεργειών Του, δια των οποίων ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, με το να γίνεται «κατά χάριν» και ο ίδιος Θεός και να βιώνει την Θέωση.

Αντικειμενικός σκοπός του Ησυχασμού είναι η κάθαρση της καρδίας καί του νοός, από τα πάθη (μεταβολή των διαβλητών παθών σε αδιάβλητα) και από τους λογισμούς (όλους, καλούς και κακούς), αντιστοίχως. Η διαδικασία αυτή, πατερικώς καλείται θεραπεία, διότι μέσω αυτής θεραπεύεται ο νους και ανακτά την πράγματι ανωτέρα φυσική λειτουργία του. Τότε το Άγιον Πνεύμα προσεύχεται («εντυγχάνει», – Προς Ρωμαίους 8, 27 -«ο δε εραυνών τας καρδίας οίδεν τι το φρόνημα του πνεύματος ότι κατά θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων») σε αυτόν «αδιαλείπτως» (Προς Θεσσαλινικείς Α΄ 5, 17), ενώ η διάνοια συνεχίζει την ιδικήν της φυσική – λογική / λογιστική  λειτουργία.

Συναφώς, πρέπει τέλος να λεχθεί, ότι και ο Ινδουισμός αποδέχεται και γνωρίζει την ύπαρξη του νοός (manas) και με τις ιδικές του μεθόδους τον κενώνει από τους λογισμούς. Λόγω όμως της αγνοίας του Χριστού και ως εκ του πλασματολατρικού του προσανατολισμού, αδυνατεί να τον «πληρώσει» με την (άκτιστο) χάρη Θεού. Έτσι, η για πολλούς χριστιανούς αναιτίως σκανδαλιστική «σύμπτωση» Ορθοδοξίας και Ινδουισμού, περιορίζεται στα φαινόμενα και στα επιφαινόμενα των δρωμένων.

Με την «επίσκεψη» του Αγίου Πνεύματος, ο άνθρωπος καθίσταται μέλος του σώματος του Χριστού και ο νους γίνεται «ναός» του. Αυτό το στάδιο ονομάζεται «Φωτισμός» και είναι η προϋπόθεση της Θεώσεως, του δοξασμού μέσα στην «άκτιστο» φυσική Χάρη (ήτοι «άνωθεν» ενέργεια) της Αγίας Τριάδος. Συνεπώς ο Χριστιανισμός, ως Ορθοδοξία, αποδεικνύεται ως η αληθής υπέρβαση της τυπικής ιεροπρακτικής θρησκείας (του «ριτουαλισμού» και της μηχανιστικής θρησκευτικής καθηκοντολογίας). Η μηχανιστική θρησκειοποίηση του Χριστιανισμού είναι η ριζική αλλοτρίωσή του.

«Ο κεντρικός άξων της Ορθοδοξίας δεν είναι μόνον η Αγία Γραφή, τα συγγράμματα των Πατέρων και αι Τοπικαί και Οικουμενικαί Σύνοδοι, αλλά κυρίως η παράδοσις της εμπειρίας της θεωρίας από την μίαν γενεάν εις την άλλην», έγραφεν ο αείμνηστος Καθηγητής -Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Ρωμανίδης που είχε σαφώς επισημάνει την ουσιώδη μεθοδολογική συγγένεια του Ησυχασμού με τις θετικές επιστήμες, (στις οποίες κατατάσσει και την Θεολογία, την οποίαν χωρίζει από τις Θεωρητικές και Ανθρωπιστικές επιστήμες!). Η Φιλοκαλία καταδεικνύει και προβάλλει αυτήν την αληθή συγγένεια, παραπέμπουσα στις ποικίλες φανερώσεις της Θεώσεως (άφθαρτα και θαυματουργά λείψανα των Αγίων). Αυτής της παραδόσεως υπεραμύνοντο οι Αγιορείτες Πατέρες με αρχηγό τους τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά.

Αληθής θεολόγος στην Ορθοδοξία είναι ο «Θεόπτη», ο δε «λόγος περί Θεού» (Θεολογία) είναι καρπός τής εμπειρίας της θεώσεως και μόνον. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς την θεολογική έριδα του 14ου αιώνα. Επίσης, γιά την Ορθοδοξία, αυθεντία δεν είναι τα κείμενα, αλλά  οι έχοντες την εμπειρία της θεώσεως Πιστοί. Η προτεραιοποίηση  των κειμένων οδηγεί σε ιδεολογικοποίηση της Παραδόσεως. Από τα τέλη του 13ου  αιώνος παρατηρείται εμφανής τόνωση της ησυχαστικής παραδόσεως, (ως συνέχεια της σημειωθείσης πνευματικής αναγεννήσεως με κέντρο το Άγιον Όρος, μέσω του Αγίου Συμεών, του «Νέου Θεολόγου»). Ο Μοναχισμός της Ορθοδοξίας ουδέποτε απώλεσε τον Ησυχαστικό του προσανατολισμό, εν αντιθέσει προς την Δύση, όπου η εκχυλίζουσα γενικοτέρα αλλοτρίωση συνδέεται αμέσως και με την αλλοτρίωση του «εκκοσμικευομένου» μοναχισμού της.

Αυτήν την νοσηρά αλλοτρίωση ενεσάρκωνε και ο πολύς Μοναχός Βαρλαάμ ο Καλαβρός, μολονότι προείρχετο από περιοχήν, όπου έως την Νορμανδική Κατάκτηση της Κάτω Ιταλίας (1071), είχε ανθήσει ο αυθεντικός μοναχισμός, αλλά και είχαν αναδειχθεί μεγάλες οσιακές μορφές. Ο Βαρλαάμ απέδειξε με την αντιησυχαστική του στάση,  ότι ήταν πράγματι ξένος προς την ησυχαστική παράδοση, δηλαδή την ασκητική-εμπειρική θεμελίωση της θεολογήσεως. Μάλιστα ο ‘Αγιος Γρηγόριος Παλαμάς τον αποκαλούσε απαξιωτικώς «Λατινέλληνα», διότι από πλευράς ψυχοσυνθέσεως ήταν σαφώς «φραγκολατίνος».

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 206)

Advertisements