Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ ΛΔ’

Hδιάκριση η υφισταμένη μεταξύ θείων ενεργειών και θείας ουσίας – κατά την Ησυχαστικήν αντίληψη και γενικότερον κατά την Ορθόδοξο Χριστιανική θεολογία-, δεν αποτελεί μιαν αφηρημένη και ψυχρά θεωρητική σύλληψη, αλλά μια βιωτή και ανυπέρβλητο θρησκευτική πραγματικότητα. Επ’ αυτής εδράζεται η δυνατότης του ανθρωπίνου όντος να σχετισθεί «προσωπικώς» με τον Θεόν και κυριολεκτικώς να «θεωθεί». Οι άκτιστες ενέργειες του Θεού, δια της εκφάνσεως και προόδου τους, δηλώνουν μια άρρητο διάκριση –ότι, «ο Θεός δεν υπόκειται στην ουσία Του»- και συγχρόνως, επειδή οι ενέργειες είναι αχώριστες της ουσίας (καθώς είναι οι «φυσικές ενέργειες», οι δραστικές εκδηλώσεις  του Θεού), μαρτυρούν προδήλως περί της ακαταλύτου ενότητος του απλουστάτου και συνάμα απερινοήτου θεϊκού Είναι.

Από την άλλην πλευρά, οι θεολόγοι οι αντίπαλοι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, οι οποίοι ηκολούθησαν την καλώς δομημένη, ορθολογική  σχολαστική παράδοση της Δύσεως, θεωρούσαν ότι, η πραγματική διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών προσβάλλει καιρίως την απλότητα του Παντοδυνάμου Θεού και κατηγορούσαν τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά για διθεϊσμό ή και πολυθεϊσμό. Οι εν λόγω θεολόγοι, όντες «ελλόγως και σαφώς» απομεμακρυσμένοι από την ανατολική ορθόδοξο αποφατική θεολογία και επηρεασμένοι από τη σκέψη του Θωμά Ακινάτη- αντέτειναν στην Παλαμική θεολογία μιαν αντίληψη περί Θεού η οποία σχημάτιζε περί Αυτού κατ’ αρχάς μια ουσία απλή, εντός της οποίας οι υποστάσεις λάμβαναν τον χαρακτήρα των σχέσεων της ουσίας.

(Δύο είναι οι τρόποι ή οι μέθοδοι με τις οποίες ο άνθρωπος ημπορεί να προσεγγίσει την γνώση του Θεού, η αποφατική και η καταφατική. Η αποφατική μέθοδος προσεγγίζει την έννοιαν του Θεού, προϊούσα με αφαιρέσεις και αποφάσκουσα – τοποθετουμένη αρνητικώς – (εξ ου και αποφατική) από την έννοιαν του Θεού ό,τι ατελές, σχετικό και πεπερασμένο παρατηρείται στην φυσική τάξη των πραγμάτων. Συνεπώς αποφάσκει το θάνατον καλούσα το Θεόν Αθάνατο, την φθορά καλούσα αυτόν Άφθαρτο κ.ο.κ.. Ο νους, αφαιρών από τον Θεόν ό,τι είναι σχετικό και περιορισμένο, φθάνει κλιμακηδόν στον εσώτερον πυρήνα του θείου όντος, ο οποίος είναι αδιάγνωστος και εισδύει στην θείαν αγνωσία, όπου εκεί λαμπρύνεται και θεοποιείται.

Αντιθέτως η καταφατική μέθοδος, εκκινούσα και αυτή από τον φυσικόν κόσμο, καταφάσκει (εξ ου και καταφατική) στον υπέρτατον βαθμό όλες τις τελειότητες και κάθε ιδέαν αγαθού, που παρατηρούνται στα λογικά κτίσματα. Αν ο άνθρωπος είναι αγαθός, ο Θεός νοείται Πανάγαθος. Αν ο άνθρωπος είναι δυνατός, ο Θεός είναι Παντοδύναμος. Τόσον οι αποφατικές όσον και οι καταφατικές προσηγορίες του Θεού είναι μεν ανθρώπινες, βασιζόμενες όμως στον λόγον της θείας αποκαλύψεως, όπως αυτός φανερούται στις Γραφές, οι οποίες εκφράζουν την ζώσα σχέση του Θεού με την εξωτερική δημιουργία, όπως αυτή αντανακλάται στις ενέργειες του Θεού εντός του κόσμου.)

Η σχολαστική αντίληψη περί Θεού δεν ημπορεί να παραδεχθεί ως Θεό κάτι εάν αυτό δεν είναι η ίδια η ουσία του Θεού. Δηλαδή, στην σχολαστική σκέψη ο Θεός προσδιορίζεται από την ουσίαν Του. Συνεπώς, επηρεασμένοι από τον Σχολαστικισμό οι θεολόγοι που ήσαν αντίπαλοι του Παλαμά-και οι οποίοι αφορίσθηκαν-, όπως π.χ. ο σπουδαίος Βαρλαάμ ο Καλαβρός και ο πολυμαθής Γρηγόριος Ακίνδυνος (ο οποίος μάλιστα υπήρξε μεταφραστής της Θωμιστικής θεολογίας στην Ελληνική), υπεστήριζαν ότι οι θείες ενέργειες ήσαν ή αυτή η ίδια η θεία ουσία ή το αποτέλεσμα των εξωτερικών εκδηλώσεων της ουσίας, δηλαδή ήσαν κτιστά αποτελέσματα, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τους την ουσία. Απαντών στην κριτική αυτήν, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έθεσε τους Θωμιστές εμπρός στο ακόλουθο δίλημμα : Εάν υπήρχε διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών, ενώ κατ’ αυτούς άκτιστος είναι μόνον η θεία ουσία, οι θείες ενέργειες θα απέβαιναν «κτιστές» ως διακεκριμένες από την ουσία, άρα  και το φως της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος και γενικώς η θεία χάρις, ως «ενέργειες», έπρεπε αναγκαστικώς να θεωρηθούν ως κτίσματα.

Η παρουσία του Θεού στις ενέργειές Του πρέπει να νοηθεί αρτία και ουσιαστική. Δεν πρόκειται περί απλής ενεργού παρουσίας της αιτίας στα αποτελέσματά της. Οι θείες ενέργειες δεν είναι αποτελέσματα της θείας Αιτίας, δεν είναι «ενεργήματα» όπως τα κτίσματα. Δεν εδημιουργήθησαν εκ του μηδενός, αλλά αιωνίως απορρέουν από την μια θεία ουσία της Τριάδας. Άρα, όσον θεία είναι η θεία ουσία (ούσα «αμέθεκτος» από τον άνθρωπο) τόσον θεία είναι και η θεία ενέργεια, ήτοι η «ικανότης» της θείας ουσίας να παράγει έργο (ικανότης όμως η οποία είναι μεθεκτή από τον άνθρωπο).

Οι θείες ενέργειες καταδεικνύουν έναν τρόπον υπάρξεως της Ομοουσίου Τριάδος «εκτός» της παντελώς απροσίτου θείας ουσίας Αυτής. Όπως γράφει αξιοθαυμάστως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής : «Μεθεκτός μεν ο Θεός κατά τας μεταδόσεις Αυτού, αμέθεκτος δε κατά το μηδέν μετέχον αυτής της ουσίας Αυτού» (καταγεγραμμένο στο πόνημα του θεολόγου συγγραφέως Ευθυμίου Ζιγαβηνού ή Ζιγαδηνού  «Εισήγησις εις την δογματικήν πανοπλίαν» («Patrologiae Graecae Cursus Completus», του Ζακ Πολ Μιν 130. 132 Α’.).

Με λαμπρά διασαφηνιστική ερμηνεία, στα «150 φυσικά, θεολογικά, ηθικά και πρακτικά κεφάλαιά» του ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διακηρύττει ότι το «ποιείν» (να δημιουργεί) αναφέρεται στην θεία ενέργεια, ενώ το «γεννάν» (να γεννά) αναφέρεται στην θεία ουσία. Αρνούμενοι την διάκριση μεταξύ Θείας ουσίας και ενεργείας, δεν ημπορούμε να διακρίνουμε σαφώς αφ’ ενός μεταξύ της «προόδου» των τριών θείων Προσώπων (δηλαδή της γεννήσεως του Υιού από τον Πατέρα και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα) και αφ’ ετέρου της δημιουργίας του κόσμου, καθώς τόσον η μια, όσον και η άλλη θα είναι εξίσου «πράξεις» της θείας φύσεως.

Γράφει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στο 140° και στο 141° από τα προαναφερθέντα 150 κεφάλαιά του: «Κτίσματα είναι τα αποτελέσματα της θείας ενέργειας. Γιατί, αν τα κτίσματα ήσαν η θεία ενέργεια, ή θα ήσαν άκτιστα (σκέψη παντελώς παρανοϊκή, αφού τότε θα υπήρχαν και προ της δημιουργίας τους), ή ο Θεός δεν θα είχε ενέργεια πριν από τα κτίσματα (σκέψη επιεικώς δυσεβεστάτη και ιερόσυλος ύβρις). Βεβαίως όμως, ο Παντοδύναμος Θεός είναι προαιωνίως, αδιαλείπτως και αμειώτως ενεργός. Επομένως, δεν είναι κτίσμα η Ενέργεια του Θεού, αλλά κτίσματα είναι όσα ενηργήθησαν και απετελέσθησαν, όπως και εάν αυτά καλούνται. Η ενέργεια του Θεού είναι άκτιστος και “συναιωνία” με τον Θεόν. Δεν γνωρίζεται από την ουσία, αλλά από αυτήν, (την ενέργειαν), πληροφορούμεθα ότι, η ουσία υπάρχει, αλλ’ όμως όχι και τι είναι η ουσία.»

Ένεκα τούτου καθίσταται σ’ εμάς γνωστόν ότι υπάρχει ο Θεός, όχι από την ουσίαν Του, αλλά από την πρόνοιά Του». Συνεπώς, όταν αναφερόμεθα στην αγαθότητα του Θεού, προφανώς αναφερόμεθα στην ενέργειάν Του (η ουσία Του κείται πέραν οιουδήποτε χαρακτηρισμού, δεν είναι «δεκτική ονομάτων»).

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 207)

Advertisements