Χωρίς τίτλο.jpg

Μέρος MΖ΄

O Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει, μεταξύ άλλων, στο ενδέκατο κεφάλαιον (με τίτλον «Οι φυλετικές διαφορές είναι μόνιμοι»),  του περιβοήτου  εγχειριδίου του περί της ανισότητος των φυλών:

«…Σε αυτό το σημείον, και μόνον σε αυτό, η παράδοση είναι ομόφωνος. Οι λευκοί λαοί έχουν δημιουργήσει για τους εαυτούς τους έναν Αδάμ και μιαν Εύα, τους οποίους  ο Μπλούμενμπαχ θα έλεγε Καυκασίους. Ενώ στις  “Αραβικές Νύκτες” ένα βιβλίον που αν και φαίνεται προφανώς ασήμαντο, είναι ορυχείον αληθών ρητών και καλώς παρατηρηθέντων γεγονότων, διαβάζουμε ότι μερικοί Νέγροι θεωρούν τον Αδάμ και την σύζυγό του ως μαύρους και επειδή αυτοί εδημιουργήθησαν κατ’ εικόναν του Θεού, ο Θεός πρέπει επίσης να είναι μαύρος όπως και οι άγγελοι, ενώ ο προφήτης του Θεού ήταν βεβαίως στα πρόθυρα της θεότητος, ώστε … επέδειξε ένα λευκό δέρμα στους μαθητές του.

Δυστυχώς, η σύγχρονη επιστήμη δεν ημπόρεσε να παράσχει πόρισμα μέσα στον λαβύρινθο των διαφόρων απόψεων. Καμία πιθανή υπόθεση δεν κατόρθωσε να διαφωτίσει αυτό το σκότος και, κατά πάσαν πιθανότητα, οι ανθρώπινες φυλές είναι διαφορετικές από τον κοινό πρόγονο τους, (εάν έχουν έναν), όπως είναι και μεταξύ τους. Συνεπώς, θα υποθέσω χωρίς συζήτηση την αρχή της ενότητος. Και το μόνο μου καθήκον, στο στενό και περιορισμένο πεδίο στο οποίο αυτοπεριορίζομαι, είναι να εξηγήσω την πραγματική απόκλιση από τον πρωτόγονο τύπο. Είναι πολύ δύσκολο να απεμπλακούν μεταξύ τους οι αιτίες. Η θεωρία των μονογενετιστών αποδίδει την απόκλιση, όπως έχω ήδη ειπεί, στις συνήθειες, στο κλίμα και στην γεωγραφική τοποθεσία. Είναι αδύνατον να συμφωνήσουμε με αυτό. Βεβαίως επήλθαν αλλαγές στην σύσταση των φυλών, από την αυγή της ιστορίας, από τέτοιες εξωτερικές επιρροές. Αλλά δεν φαίνεται να ήσαν αρκετά σημαντικές για να ημπορέσουν να εξηγήσουν πλήρως τις πολλές ζωτικές αποκλίσεις που υπάρχουν. Αυτό θα καταστεί σαφές αυτοστιγμεί.

….Θα υποθέσω ότι υπάρχουν δύο φυλές που εξακολουθούν να έχουν ομοιότητα προς τον πρωτόγονο τύπο και τυγχάνει να ζουν, η μία σε μιαν ορεινή χώρα στο εσωτερικό μιας ηπείρου και η άλλη σε μία νήσο στο μέσον του ωκεανού. Η ατμόσφαιρα και οι συνθήκες διατροφής της καθεμιάς θα είναι αρκούντως διαφορετικές. Θα υποθέσω ότι η μία έχει πολλούς τρόπους για να αποκτήσει φαγητό, η άλλη πολύ ολίγους. Περαιτέρω, θα τοποθετήσω την πρώτη σε ένα κρύο κλίμα, την δευτέρα υπό έναν τροπικό ήλιο. Με αυτόν τον τρόπο η εξωτερική αντίθεση μεταξύ τους θα είναι πλήρης. Η πορεία του χρόνου θα προσθέσει το ιδικόν της βάρος στην δράση των φυσικών δυνάμεων και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, οι δύο ομάδες θα συγκεντρώσουν σταδιακώς μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία θα τις διακρίνουν μεταξύ τους. Αλλά ακόμα και μετά από πολλούς αιώνες δεν θα έχει πραγματοποιηθεί καμία ζωτική ή οργανική αλλαγή στην σύστασή τους.

Έχει πραγματοποιηθεί στην φυσική οργάνωση των φυλών πριν από την αυγή της ιστορίας, καθώς τουλάχιστον παρατηρούμε ότι αυτή η περίοδος εκτείνεται μόνο στο ήμισυ περίπου της ηλικίας που αποδίδεται στο είδος μας. Εάν για τρεις ή τέσσερεις χιλιάδες χρόνια το σκότος είναι αδιαπέραστο, έχουμε ακόμα μια περίοδο τριών χιλιάδων ετών, από την οποίαν ημπορούμε να πάμε οπίσω στην αρχή, στην καταβολή, τουλάχιστον για την περίπτωση ορισμένων εθνών. Τα πάντα τείνουν να καταδεικνύουν ότι οι φυλές που ήσαν τότε γνωστές και οι οποίες παρέμειναν σχετικώς καθαρές, δεν έχουν αλλάξει από τότε σημαντικώς στην εξωτερική εμφάνισή τους, αν και μερικές από αυτές δεν ζουν πλέον στους ίδιους χώρους και έτσι δεν επηρεάζονται πλέον από τις ίδιες εξωτερικές αιτίες.

…Σκεφθείτε ως παράδειγμα, τους Άραβες, του γένους του Ισμαήλ. Τους ευρίσκουμε ακόμη όπως εκπροσωπούνται στα αιγυπτιακά μνημεία, όχι μόνον στις άγονες ερήμους της γης τους, αλλά και στις εύφορες και συχνάκις υγρές περιοχές του Μαλαμπάρ και της ακτής Κορομαντέλ, στις νήσους των Ινδιών, καθώς και σε πολλά σημεία της βορείου ακτής της Αφρικής, όπου, στην πραγματικότητα, είναι πλέον μεικτοί από οπουδήποτε αλλού. Ίχνη τους εξακολουθούν να υπάρχουν σε ορισμένα μέρη του Ρουσιγιόν (Roussillon), του Λανγκντόκ (Languedoc) και της ισπανικής ακτής, παρόλον που έχουν παρέλθει σχεδόν δύο αιώνες από την εισβολή τους. Αν η απλή επιρροή του περιβάλλοντος είχε την δύναμη, όπως υποτίθεται, για την δημιουργία και την απομάκρυνση των ορίων μεταξύ των οργανικών τύπων, δεν θα επέτρεπε να παραμείνουν τόσο πολύ απαράλλακτοι. Η αλλαγή τόπου θα επέφερε μιαν αντίστοιχη αλλαγή μορφής. Οι ποιητές, στις ιστορίες τους περί έρωτος, ενδιαφέρονται απλώς να δείξουν τις ηρωίδες τους στην άνθηση της ομορφιάς τους, χωρίς να σκεφθούν την ηθική τους ανάπτυξη. Και οι Ανατολικοί ποιητές πάντα δημιουργούσαν τις νεανίδες ερωμένες τους μικρότερες από την ηλικία που ορίζει το Κοράνιο. Η Ζουλέϊκα και η Λεϊλά σίγουρα δεν είναι ακόμη μετά βεβαιότητος δεκατεσσάρων ετών.

Στην Ινδία, η διαφορά είναι ακόμα πιο έντονη. Η Σακούνταλα θα ήταν απλώς παιδί στην Ευρώπη. Η καλυτέρα εποχή έρωτος για ένα κορίτσι της Ινδίας είναι από τα εννέα έως τα δώδεκα έτη. Είναι μια πολύ γενική άποψη, από μακρού δεκτή και καθιερωμένη μεταξύ των ινδικών, περσικών και αραβικών φυλών, ότι η άνοιξη της ζωής, για μια γυναίκα, ανθίζει σε μιαν εποχή που θα πρέπει να αποκαλούμε ολίγον πρόωρο. Οι δικοί μας συγγραφείς έχουν εδώ και καιρό ακολουθήσει την κατεύθυνση σε αυτό το θέμα, των ρωμαϊκών προτύπων τους. Αυτοί, όπως και οι Έλληνες διδάσκαλοί τους, θεωρούσαν τα δεκαπέντε ως την καλυτέρα ηλικία του θηλυκού έρωτος. Δεδομένου ότι, η λογοτεχνία μας έχει επηρεαστεί από τις βόρειες ιδέες, δεν είδαμε στα μυθιστορήματά μας τίποτα άλλο παρά κορίτσια δεκαοκτώ ετών, ή ακόμη και μεγαλύτερα. Επιστρέφοντες τώρα σε σοβαρότερα επιχειρήματα, τα ευρίσκουμε εξίσου άφθονα. Εκτός από αυτά που έχω ειπεί για τους Γερμανούς Εβραίους, ημπορεί να αναφερθεί ότι σε πολλά μέρη της Ελβετίας η σεξουαλική ανάπτυξη του λαού είναι τόσον αργή που, στην περίπτωση των ανδρών, δεν είναι πάντα πλήρης στα είκοσι έτη. Οι Βοημοί ή οι Τσιγγάνοι, δίδουν ένα άλλο σύνολο αποτελεσμάτων, τα οποία ημπορούν ευκόλως να επαληθευθούν. Δείχνουν την ίδια πρώιμο εξέλιξη με τους Ινδούς, οι οποίοι είναι συγγενείς με αυτούς. Και κάτω από τον πλέον άσχημο ουρανό, στην Ρωσία και στην Μολδαβία, εξακολουθούν να κρατούν την έκφραση και το σχήμα του προσώπου και τις φυσικές αναλογίες, καθώς και τις ιδέες και τα έθιμα των Παριών των Ινδιών.

…Από την εποχή που οι πρώτες τουρανικές ορδές κατήλθαν από τα βορειοανατολικά μέχρις εκείνην την εποχή οπότε έγιναν κύριοι της πόλεως του Κωνσταντίνου, μια περίοδος που περιλάμβανε πολλούς αιώνες, επήλθαν μεγάλες αλλαγές στον κόσμο. Και οι δυτικοί Τούρκοι υπέφεραν πολλές περιπέτειες της τύχης. Ήσαν με την σειρά τους νικητές και κατακτητές, δούλοι και κύριοι, και πολύ διαφορετικοί ήσαν οι λαοί μεταξύ των οποίων εγκατεστάθησαν. Συμφώνως με του χρονικογράφους, «οι Ογούζοι, οι πρόγονοί τους, κατέβηκαν από τα όρη Αλτάϋ και κατά την εποχή του Αβραάμ έζησαν στις τεράστιες στέπες της Άνω Ασίας που εκτείνεται από το Κατάϊ (Κίνα)  έως την λίμνη Αράλη, από την Σιβηρία μέχρι το Θιβέτ”. Αυτό είναι το αρχαίο και μυστηριώδες πεδίο που εξακολουθούσε να κατοικείται και από πολλούς Γερμανικούς λαούς. Είναι περίεργον το γεγονός ότι, μόλις οι Ανατολικοί συγγραφείς αρχίσουν να μιλούν για τους λαούς του Τουρκεστάν, επαινούν την ομορφιά τους, του προσώπου και του παραστήματός τους.

Οι υπερβολικές εκφράσεις αποτελούν τον κανόνα, σε αυτό το πλαίσιον. Και καθώς αυτοί οι συγγραφείς είχαν προ οφθαλμών τα όμορφα είδη του αρχαίου κόσμου, ως πρότυπο, δεν είναι πολύ πιθανόν ο ενθουσιασμός τους να είχε προκληθεί από τη θέα πλασμάτων τόσον αναμφισβητήτως ασχήμων και απωθητικών όπως τα συνηθισμένα δείγματα της μογγολικής φυλής. Έτσι, παρά το γλωσσικόν επιχείρημα, το οποίον ημπορεί να χρησιμοποιηθεί εσφαλμένως, θα ημπορούσαμε ακόμη να διατυπώσουμε μια καλή υπόθεση για την άποψή μας. Αλλά θα παραδεχθούμε το σημείον και θα αποδεχθούμε ότι οι Ογούζοι των Αλτάϋ ήσαν πράγματι ένας Φινλανδικός λαός. Και θα μεταβούμε στην μωαμεθανική περίοδο, όταν οι Τουρκικές φυλές εγκατεστάθησαν, με διαφορετικά ονόματα και υπό ποικίλες περιστάσεις, στην Περσία και στην Μικρά Ασία ».

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 207)

 

Advertisements