russia

Για τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, στυλοβάτη της Ησυχαστικής ιεράς παραδόσεως, που διεπότισεν το Βυζάντιον και την Ρωσία, αλλά  και γενικότερον για την Ορθόδοξο θεολογία, η θεία απλότης δεν δύναται να θεμελιωθεί επί της θεωρίας της απλής «ουσίας». To σημείον από το οποίον εκκινεί η Ορθόδοξος θεολογία, δεν είναι η ουσία αλλά η Τριάς των θείων Προσώπων, η οποία είναι εξόχως απλή παρά την διάκριση μεταξύ φύσεως και προσώπων, αλλά και των προσώπων μεταξύ τους.

Η απλότης αυτή δεν αποκλείει την διάκριση, αλλά αποκλείει τον μερισμόν, την διαίρεση του θείου. Γράφει σχετικώς ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Αυτή η λαμπρότης και η θεοποιός ενέργεια του Θεού, στην οποίαν όσοι μετέχουν θεώνονται, είναι μια θεία χάρις, αλλ’ όχι η φύση του Θεού. Όχι επειδή απουσιάζει από όσους έχουν την χάρη, όπως φλυαρούν συκοφαντικώς οι αντίθετοι – διότι η φύση του Θεού είναι παντού – αλλά επειδή δεν μετέχεται, καθώς, όπως προείπαμε, ουδέν κτίσμα υπάρχει που θα ημπορούσε να γίνει μέτοχον Αυτής. Και η θεία ενέργεια και χάρη του Πνεύματος, ενώ είναι παντού παρούσα και αχώριστη από Αυτό, για εκείνους οι οποίοι λόγω ακαθαρσίας δεν είναι δεκτικοί είναι αμέθεκτος ωσάν να ήταν απούσα. Όπως δηλαδή οι απεικονίσεις προσώπων δεν γίνονται επάνω σε όλες τις ύλες, αλλά επάνω σ’ εκείνες που έχουν κάποια λειότητα και διαφάνεια, έτσι και η ενέργεια του Πνεύματος δεν επέρχεται σε όλες τις ψυχές, αλλά σ’ εκείνες που δεν έχουν καμιά δολιότητα ή διαστροφή».

Και  συνεχίζει : «Όπως το φως του ηλίου είναι αχώριστον από τις ακτίνες του και από την θερμότητα που μεταδίδεται με αυτές, αλλά για όσους απ’ αυτούς που το δέχονται είναι τυφλοί, το φως είναι αμέθεκτο και μόνον η μέσω των ακτίνων θερμότης γίνεται αντιληπτή, αφού είναι παντελώς αδύνατον να αντιληφθούν το φως όσοι στερούνται των οφθαλμών τους, έτσι και πολύ περισσότερον, απ’ όσους δέχονται την θεία λαμπρότητα ουδείς ημπορεί να μεθέξει της θείας ουσίας. Διότι δεν υπάρχει απολύτως κανένα κτίσμα το οποίον να έχει δύναμη δεκτική της φύσεως του Δημιουργού. Ο  ίδιος ο Θεός είναι “μέσα στον εαυτόν Του”, αφού οι τρεις θείες υποστάσεις συμφύονται και αλληλοσυνέχονται αϊδίως και περιχωρούνται ασυγχύτως η μια εντός της άλλης. Επιπλέον ο Θεός είναι εντός του παντός, και το παν είναι εντός του Θεού, ο Θεός ως Αυτός που συνέχει, και το παν ως αυτό που συνέχεται από τον Θεόν. Επομένως, τα πάντα μετέχουν στην συνεκτική ενέργεια του Θεού, αλλ’ όχι στην ουσίαν Του. Γι’ αυτό και οι θεολόγοι λέγουν πως είναι ενέργεια του Θεού το ότι Αυτός είναι πανταχού παρών».

Η διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και θείων ενεργειών δεν αποτελεί μιαν αφηρημένη σύλληψη, αλλά μια ουσιώδη και  καθοριστική θρησκευτική πραγματικότητα.  Επ’ αυτής εδράζεται η δυνατότης του ανθρώπου να σχετισθεί προσωπικώς με τον Θεό και κυριολεκτικώς να «Θεωθεί». Οι άκτιστες ενέργειες του Θεού, δια της εκλύσεως και προόδου τους, δηλώνουν μια άρρητο διάκριση: ότι «ο Θεός δεν υπόκειται στην ουσίαν Του» και συγχρόνως, επειδή οι ενέργειες είναι αχώριστες αυτής του της ουσίας (είναι δηλαδή «φυσικές ενέργειες» του Θεού), μαρτυρούν περί της ενότητος του απολύτως απλού Είναι του Θεού.

Από την «άλλην πλευρά» (altera pars), οι θεολόγοι αντίπαλοι του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, οι οποίοι ηκολούθησαν αυστηρώς την σχολαστική παράδοση της Δύσεως, θεωρούσαν μυχίως και ακλονήτως ότι τουναντίον η πραγματική διάκριση μεταξύ θείας ουσίας και θείων ενεργειών, προσβάλλει πυρηνικώς την ίδια την απλότητα του Θεού και κατηγορούσαν εμπαθώς τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά για διθεϊσμό ή και πολυθεϊσμό. Οι εν λόγω θεολόγοι – λίαν απομεμακρυσμένοι από την Ανατολική Ορθόδοξο αποφατική θεολογία και βαθέως επηρεασμένοι από την σκέψη του Θωμά Ακινάτη – αντέτειναν στην Παλαμική θεολογία μιαν αντίληψη περί Θεού η οποία σχημάτιζε περί Αυτού κατ’ αρχάς μια ουσία απλή, εντός της οποίας οι υποστάσεις λάμβαναν τον χαρακτήρα των σχέσεων της ουσίας. [Ο Θωμάς Ακινάτης, (Thomas Aquinas, 1225 –1274), γνωστός και ως Αγγελικός Διδάσκαλος (Doctor Angelicus) ή Παγκόσμιος Διδάσκαλος (Doctor Universalis) ήταν Ιταλός ιερέας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στο Τάγμα των Δομινικανών, καθώς και σημαντικός φιλόσοφος και θεολόγος, εκπρόσωπος της σχολής του σχολαστικισμού. Υπήρξεν ο σημαντικότερος υποστηρικτής της φυσικής θεολογίας και ο «πατήρ» της Θωμιστικής σχολής φιλοσοφίας και θεολογίας, η οποία αποτέλεσε επί μακρόν την κύρια φιλοσοφική προσέγγιση της Καθολικής Εκκλησίας. Η επιρροή του στην Δυτική σκέψη είναι σημαντική, καθώς είναι ένας εκ των βοηθούντων στην πρόσληψη του Αριστοτελισμού από την Χριστιανική Ευρώπη, συγχωνεύων την χριστιανική θεολογία με την αριστοτελική φιλοσοφία σε αυτό που ονομάζουμε «χριστιανικό αριστοτελισμό». Η σπουδαιοτέρα συνέπεια της διδασκαλίας του είναι, ότι προσεπάθησε να συγκεράσει την Πίστη με τον Λόγο και έστρεψε τους θεολόγους στην μελέτη των έργων του Αριστοτέλους, ώστε να μάθουν να χρησιμοποιούν αυστηρές επιστημονικές μεθόδους, απορρέουσες από την μελέτη του φυσικού κόσμου, προκειμένου να εξηγήσουν τα μυστήρια της Αποκάλυψης. Ο Ακινάτης θεωρείται στην Καθολική Εκκλησία ως «αρχετυπικός διδάσκαλος» για εκείνους που μελετούν για το χρίσμα της ιεροσύνης.]

Η σχολαστική αντίληψη περί Θεού δεν ημπορεί να παραδεχθεί ένα ον ως Θεό αν αυτό το ον δεν είναι η ουσία του Θεού καθαυτήν. Ήτοι στο πλαίσιον της σχολαστικής σκέψεως, «ο Θεός προσδιορίζεται από την ουσία Του». Συνεπώς, απολύτως επηρεασμένοι από τον Σχολαστικισμό, οι αντίπαλοι του Παλαμά θεολόγοι, όπως ο Καλαβρός μοναχός Βαρλαάμ και ο Ακίνδυνος (ο μεταφραστής της Θωμιστικής θεολογίας στα ελληνικά), υπεστήριζαν ότι οι θείες ενέργειες ήσαν ή αυτή ταύτη η ίδια η θεία ουσία – ή αποτέλεσμα των εξωτερικών εκδηλώσεων της ουσίας, δηλαδή ήσαν «κτιστά αποτελέσματα», τα οποία έχουν ως αιτία τους την ουσία.

Απαντών ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς έθεσε τους Θωμιστές εμπρός στο ακόλουθο δίλημμα: Μια θέση θα ήταν να παραδεχθούν την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών, αλλά επειδή η φιλοσοφική τους προσέγγιση προς τον Θεό εβασίζετο στην αρχή ότι «άκτιστη είναι μόνον η θεία ουσία», οι θείες ενέργειες, ως διακεκριμένες από την ουσία, θα απέβαιναν κτιστές. Οπότε το φως της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού και γενικώς η «Θεία Χάρις» ως ενέργειες έπρεπε να θεωρηθούν ως κτίσματα. Η εναλλακτική θέση θα ήταν να αρνηθούν την διάκριση ουσίας και ενεργειών, συνεπώς, αφού ο άνθρωπος ημπορεί να μετέχει στις θείες ενέργειες, θα ηναγκάζοντο να ταυτίσουν το «άκτιστον» με το «κτιστόν», το «αμέθεκτον» με το «μεθεκτόν», την ουσία με τη χάρη.

Όμως αμφότερες οι προαναφερθείσες εναλλακτικές θέσεις, τελικώς αναιρούν την δυνατότητα της κυριολεκτικής «Θεώσεως του ανθρώπου», περιορίζουσες την Εκκλησιαστική Εμπειρία και την εν γένει θρησκευτικότητα σ’ έναν πεπερασμένο και εκκοσμικευτικό τύπο ηθικής καλλιεργείας του ανθρώπου. Επίσης διαχωρίζουν ριζικώς τον Θεόν από τον Κόσμο, περιορίζουσες τον Θεόν εντός ενός ιερού «επουρανίου»  κόσμου και θεωρούσες τον «ενθάδε κόσμον», την Κτίση, ως a priori βέβηλο και προσφυώς διαθέσιμον για χρησιμοθηρική εκμετάλλευση.

Για την Ορθόδοξο θεολογία, οι ενέργειες δηλώνουν μιαν «εξωτερική φανέρωση» της Τριάδος, φανέρωση η οποία δεν ημπορεί να εσωτερικευθεί, δηλαδή να εισαχθεί στο εσωτερικό του θείου Όντος ως φυσικός Αυτού προσδιορισμός. Συνεπώς όταν λέγεται ότι ο Θεός είναι Αγάπη, Δικαιοσύνη, Σοφία, Ζωή, κ.ο.κ., εννοούνται οι  ενέργειες, οι οποίες είναι μεν «φυσικές εκδηλώσεις», αχώριστες της θείας ουσίας, αλλά εκτός αυτού τούτου του «Είναι» της Τριάδος.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(φ.208)

Advertisements