eer

O Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο δωδέκατο κεφάλαιον  του σπουδαίου  (χρήζοντος μεθοδικής σπουδής) εγχειριδίου του περί της ανισότητος των φυλών (με τίτλον «Πώς εχωρίσθησαν φυσιολογικώς οι φυλές και πώς εσχηματίσθησαν οι διάφορες ποικιλίες από την ανάμειξή τους. Είναι άνισες στην δύναμη και στην ωραιότητά τους»), γράφει:

«Το ζήτημα των κοσμικών επιρροών είναι ένα ζήτημα που πρέπει να αποσαφηνισθεί πλήρως, καθώς περιορίζομαι σε επιχειρήματα που βασίζονται σε αυτό. Το πρώτο πρόβλημα με το οποίον πρέπει να ασχοληθώ είναι το εξής: «Πώς θα ημπορούσαν οι άνδρες, των οποίων η κοινή προέλευση υπονοεί ένα ενιαίο σημείον εκκινήσεως, να έχουν εκτεθεί σε μια τέτοια ποικιλία επιρροών εκ των έξω;» Μετά τον πρώτο διαχωρισμό των φυλών, οι ομάδες ήσαν ήδη αρκετές ώστε να ευρεθούν υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες κλίματος. Πώς λοιπόν, λαμβανομένων υπ’ όψη των τεραστίων δυσκολιών που αντιμετώπιζαν, τα τεράστια δάση και τις ελώδεις πεδιάδες που έπρεπε να διασχίσουν, τις αμμώδεις ή χιονισμένες ερήμους, τα ποτάμια, τις λίμνες και τους ωκεανούς, πώς με όλα αυτά τα εμπόδια κατάφεραν να καλύψουν τις αποστάσεις που ο πολιτισμένος άνθρωπος σήμερα, με όλη του την ανεπτυγμένη ισχύ, ημπορεί να υπερβεί  μόνον με μεγάλο φόβο και πρόβλημα;

Για να απαντήσουμε σε αυτές τις αντιρρήσεις, πρέπει να προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε πού είχε την αρχική του κοιτίδα το ανθρώπινο είδος. Μια πολύ αρχαία ιδέα, η οποία υιοθετήθηκε και από μερικά μεγάλα σύγχρονα μυαλά, όπως ο Κυβιέ, είναι ότι τα διάφορα ορεινά συστήματα πρέπει να εχρησίμευσαν ως σημείον εκκινήσεως  για ορισμένε φυλές. [Ο Ζωρζ Κυβιέ (Georges Lιopold Chrιtien Frιdιric Dagobert Cuvier, 23 Αυγούστου 1769 – 13 Μαΐου 1832) ήταν Γάλλος φυσιοδίφης και ζωολόγος. Υπήρξε κυρίαρχη μορφή στην έρευνα των φυσικών επιστημών στις αρχές του 19ου  αιώνος και έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην καθιέρωση των πεδίων της συγκριτικής ανατομίας και της παλαιοντολογίας δια της συγκρίσεως ζώντων ζώων με απολιθώματα. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για την καθιέρωση της εξαφανίσεως ως γεγονότος, ων ο σημαντικότερος θιασώτης του καταστροφισμού στην γεωλογία των αρχών του 19ου  αιώνος, αντιτιθέμενος στις θεωρίες σταδιακής εξελίξεως του Λαμάρκ και του Ετιέν Ζοφρουά ντε Σεν Ιλέρ.]

Συμφώνως προς αυτήν την θεωρία, οι λευκές φυλές, ακόμα και ορισμένες αφρικανικές ποικιλίες των οποίων το κρανίον είναι διαμορφωμένο ωσάν το ιδικό μας, είχαν την πρώτη εγκατάστασή τους στον Καύκασο. Η κιτρίνη φυλή κατήλθε από τα παγωμένα ύψη των ορέων Αλτάϊ. Και πάλιν, οι φυλές των προγνάθων Νέγρων έκτισαν τις πρώτες καλύβές τους στις νότιες πλαγιές του Άτλαντος και κατέστησαν αυτές σημείον εκκινήσεως των πρώτων μετακινήσεών τους. Έτσι, οι τρομακτικοί τόποι της γης, με δύσκολη πρόσβαση και γεμάτοι χειμάρρους φρίκης, σπηλιές, παγωμένα βουνά, αιώνια χιόνια και αδιαπέραστες αβύσσους, ήσαν στην πραγματικότητα πιο οικείο στις πρωτόγονες εποχές από οποιανδήποτε άλλη περίοδο. Συνάμα,  όλοι οι τρόμοι του αγνώστου καραδοκούσαν για τους πρώτους προγόνους μας, στις ακάλυπτες πεδιάδες, στις όχθες των μεγάλων ποταμών, στις ακτές των λιμνών και των θαλασσών.

Το κύριο κίνητρο που παροτρύνει τους αρχαίους φιλοσόφους να προωθήσουν αυτήν την θεωρία και τους συγχρόνους  να την αναβιώσουν φαίνεται να ήταν η ιδέα ότι για να περάσει επιτυχώς μέσα από τις μεγάλες φυσικές κρίσεις του κόσμου, η ανθρωπότης πρέπει να είχε συγκεντρωθεί στα ορεινά ύψη, όπου οι πλημμύρες και οι κατακλυσμοί δεν ημπορούσαν να φθάσουν σε αυτές. Αυτή η μεγάλη και γενική ερμηνεία της παραδόσεως του Αραράτ ημπορεί να ταιριάξει ίσως στις μεταγενέστερες εποχές, όταν τα παιδιά των ανθρώπων είχαν καλύψει πλέον το πρόσωπο της γης. Αλλά είναι εντελώς ανεφάρμοστη στον χρόνο της σχετικής ηρεμίας, ο οποίος εσηματοδότησε την πρώτη εμφάνισή τους. Είναι επίσης αντίθετο σε όλες τις θεωρίες ως προς την ενότητα του είδους. Και πάλιν τα όρη, ήδη από τους πλέον απομεμακρυσμένους χρόνους έχουν αποτελέσει αντικείμενο βαθέος τρόμου και θρησκευτικού δέους. Σε αυτά έχει τεθεί, σε όλες τις μυθολογίες, η κατοικία των θεών. Ήταν στην χιονισμένη κορυφή του Ολύμπου, ήταν στο Όρος Μερού όπου οι Έλληνες και οι Βραχμάνοι εφαντάζοντο τις θεϊκές τους συνόδους. Ήταν στην κορυφή του Καυκάσου όπου ο Προμηθεύς υπέστη την μυστηριώδη τιμωρία  του, λόγω του ακόμα πιο μυστηριώδους εγκλήματος του. Εάν οι άνδρες είχαν αρχίσει να κατασκευάζουν τον οίκο τους στα απομεμακρυσμένα ύψη, δεν είναι απίθανον  ότι η φαντασία τους θα τους είχε προκαλέσει να τον ανορθώσουν έως το ύψος του ίδιου του ουρανού. Έχουμε ένα ελάχιστο σεβασμό για αυτό που είδαμε και γνωρίσαμε και πατήσαμε κάτω από τα πόδια μας. Δεν θα υπήρχαν θεότητες άλλες παρά εκείνες των υδάτων και των πεδιάδων. Ως εκ τούτου, κλίνω στην αντίθετη πεποίθηση, ότι οι επίπεδες και ακάλυπτες περιοχές μαρτυρούν τα πρώτα βήματα του ανθρώπου. Αυτό είναι, παρεμπιπτόντως, η βιβλική έννοια. [ Γένεσις Β’, 8, 10, 15]

Αφού έγιναν οι πρώτοι οικισμοί σε αυτά τα μέρη, οι δυσκολίες υπολογισμού των μεταναστεύσεων μειώνονται αισθητώς. Διότι οι επίπεδες περιοχές γενικώς διακόπτονται από ποταμούς και φθάνουν έως την θάλασσα, οπότε έτσι δεν θα εχρειάζετο να αναλάβουν το δυσχερές έργον της διελεύσεως των δασών, των ερήμων και των μεγάλων ελών.

Υπάρχουν δύο είδη μεταναστεύσεων, η εκουσία και η απροσδόκητη. Η πρώτη τίθεται εκτός προβληματισμού σε ό,τι αφορά τις λίαν πρώιμες περιόδους. Η τελευταία είναι πιθανοτέρα, και έτι πιθανοτέρα μεταξύ ανικάνων και απροετοιμάστων αγρίων, απ’ ό,τι μεταξύ των πολιτισμένων εθνών. Μια οικογένεια συνωστισμένη μαζί επάνω σε μια παρασυρόμενη σχεδία, ολίγοι ατυχείς άνθρωποι, έκπληκτοι από την εισόρμηση της θαλάσσης, προσκολλημένοι σε κορμούς δέντρων και παγιδευμένοι από τα ρεύματα, είναι αρκετή εικών ώστε να υπολογίσουμε  μια μεταφορά ανθρώπων σε μεγάλες αποστάσεις.

Όσον ασθενέστερος είναι ο άνθρωπος, τόσον περισσότερο είναι παίγνιον των ανοργάνων δυνάμεων. Όσον ολιγοτέρα εμπειρία έχει, τόσον δουλοπρεπέστερον ανταποκρίνεται σε ατυχήματα τα οποία δεν ημπορεί ούτε να προβλέψει ούτε να αποφύγει. Υπάρχουν εντυπωσιακά παραδείγματα της ευκολίας με την οποίαν οι άνδρες ημπορούν να μεταφερθούν, παρά την θέλησή τους, σε μεγάλες αποστάσεις. Έτσι, ακούμε ότι το 1696 δύο μεγάλα μονόξυλα από το Ανκόρσο, που περιείχαν περίπου τριάντα αγρίους, άνδρες και γυναίκες, ενεπλάκησαν σε μια καταιγίδα και αφού περιεπλανήθησαν κάποιο διάστημα παρασυρόμενοι ασκόπως  έφθασαν τελικώς στην Σαμάλ, μία εκ των Φιλιππίνων νήσων,  τριακόσιες λεύγες (1450 χιλιόμετρα) από το σημείον εκκινήσεώς τους.

Επίσης, τέσσαρες ιθαγενείς της Ουλέα μετεφέρθησαν στην θάλασσα με ένα μονόξυλο, με μία αιφνοδία θύελλα. Παρεσύρθησαν επί οκτώ μήνες και έφθασαν επιτέλους σε μίαν από τις Νήσους Ράντακ, στο ανατολικόν άκρο του Αρχιπελάγους της Καρολίνας, μετά από ακούσιο ταξίδι 550  λευγών (2655 χιλιομέτρων). Αυτοί οι άτυχοι άνδρες ζούσαν αποκλειστικώς με ιχθυοφαγία και συλλέγοντες προσεκτικώς κάθε σταγόνα βροχής που ημπορούσαν. Όταν η βροχή δεν τους έφθανε, εβυθίζοντο στα βάθη της θαλάσσης και έπιναν νερό από εκεί, όπου, όπως λέγεται, είναι ολιγότερον αλμυρό. Βεβαίως, όταν έφθασαν στις Ράντακ, οι ταξιδιώτες ήσαν σε αξιοθρήνητο κατάσταση. Αλλά σύντομα συνήλθαν και τελικώς απεκαταστάθησαν σε πλήρη υγεία [Καρόλου Λάϊελ «Αρχές Γεωλογίας, τόμος 2, σελίς 119.]

Αυτά τα δύο παραδείγματα αποτελούν επαρκή μαρτυρία για την ταχεία διάχυση των ανθρωπίνων ομάδων σε πολύ διαφορετικές περιοχές και υπό τις πλέον ποικίλες τοπικές συνθήκες. Εάν απαιτούνται περαιτέρω αποδείξεις, θα ημπορούσαμε να αναφέρουμε την ευκολία με την οποία μεταφέρονται έντομα, φυτά και ριζόποδα σε όλο τον κόσμο. Βεβαίως είναι περιττό να επιδείξουμε ότι αυτό που συμβαίνει σε τέτοια πράγματα, ημπορεί, κατά μείζονα λόγο, να συμβεί ευκολότερον στον άνθρωπο. [Ο (Γερμανός φυσιοδίφης και εξερευνητής Φρίντριχ Βίλχελμ Χάϊνριχ) Αλεξάντερ Φράιχερ φον Χούμπολτ δεν πιστεύει ότι αυτή η υπόθεση μπορεί να εφαρμοστεί στη μετανάστευση φυτών. “Αυτό που γνωρίζουμε”, λέγει, “για την καταστροφική δράση που ασκεί το θαλασσινό νερό, κατά την διάρκεια ενός ταξειδίου 500 ή 600 λευγών, επί της  αναπαραγωγικής δυνάμεως των περισσότερων σπόρων, δεν ευνοεί τη θεωρίαν της μεταναστεύσεως των λαχανικών μέσω των ωκεανίων ρευμάτων Μια τέτοια θεωρία είναι πολύ γενική και περιεκτική” ( “Κριτική εξέταση της ιστορίας της γεωγραφίας της νέας ηπείρου” / “Examen critique de l’ histoire de la geographic du nouveau continent” – τόμος 2, σελίς. 78).»]

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(φ.208)

Advertisements