Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΣΤ’

Γενικότερον, για την Ορθόδοξο θεολογία η Αγία Τριάς ημπορεί να εξεταστεί καθ’ εαυτήν -σε αυτό συνίσταται κυρίως η θεολογία- και επίσης μπορεί να εξεταστεί στις σχέσεις της προς τον άνθρωπο -οπότε ομιλούμε περί του πεδίου της «θείας οικονομίας».

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός ο Θεολόγος, κλασικώς εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτην εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Γρηγόριος είχε σημαντικό αντίκτυπο στην διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας τόσον μεταξύ των ελληνόφωνων όσον και λατινοφώνων θεολόγων και έγινε γνωστός ως «Τριαδικός Θεολόγος». Στον «Περί Ειρήνης» («De pace») λόγο του (Patrologia Graeca. 35, 1160C), διερμηνεύει εντελώς το οντολογικό μυστήριον του αριθμού τρία ως εξής: «Μονάδος μεν κινηθείσης δια το πλούσιον, δυάδος δε υπερβαθείσης (υπέρ γαρ την ύλην και το είδος), Τριάδος δε ορισθείσης δια το τέλειον, πρώτη γαρ υπερβαίνει δυάδος σύνθεσιν, ίνα μήτε στενή μένη η θεότης, μήτε εις άπειρον χέηται. To μεν γαρ αφιλότιμον, το δε άτακτον -και το μεν ιουδαϊκόν παντελώς, το δε ελληνικόν και πολύθεον».

Η αιώνια πρόοδος των Προσώπων είναι το αντικείμενον της θεολογίας υπό την στενήν αυτής  έννοιαν, ενώ οι εκδηλώσεις τους στο έργον της δημιουργίας και της προνοίας, δηλαδή η αποστολή του Υιού και του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο, αποκαλύπτουν την περιοχή της «θείας οικονομίας». Οι ενέργειες, ως προς αυτήν την διαίρεση του θεολογικού περιεχομένου, ευρίσκονται σε μιαν ενδιάμεσο θέση. Δηλαδή ανήκουν στην θεολογία υπό την στενήν αυτής έννοια, καθ’ ότι είναι δυνάμεις της Τριάδος αιώνιες και αχώριστες, υπάρχουν δε ανεξαρτήτως της πράξεως της δημιουργίας. Αφ’ ετέρου αποκαλύπτουν την περιοχή της οικονομίας, καθ’ ότι ο Θεός φανερούται στους ανθρώπους δια των ενεργειών Του.

Συνεπώς, η θεότης δεν υφίσταται ούτε ως μοναχική απλότης (ιουδαϊκή εκδοχή του μονοθεϊσμού) ούτε ως πολλαπλότης ( κατά την πολυθεϊστική και πανθεϊστική προσέγγιση του θείου), αλλά η τελειότης της υπερβαίνει την πολλαπλότητα, της οποίας ρίζα είναι η δυάς (ιδέ τα δυιστικά σχήματα του Πλάτωνος και του Νεοπλατωνισμού), και εκφράζεται, κατά κάποιον τρόπο (αφού η θεία τελειότητα είναι άρρητη), στην Τριάδα. «Τριάς, ενούσης της προσηγορίας τα ηνωμένα εκ φύσεως, και ουκ εώσης σκεδασθήναι αριθμώ λυομένω τα μη λυόμενα», συμπληρώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (P.G. 35, 1161C).

Η θεία πληρότης της Τριάδος δηλώνει ότι ο Θεός είναι προσωπικός, υπάρχων ως μια διαρκώς δραστική, αγαπητική κοινωνία των τριών Υποστάσεων και όχι ένα «υπέρτατο άτομο» περίκλειστον εν εαυτώ. Η Αγία Τριάς ημπορεί να γίνει κατανοητή ως  αποτελουμένη από τον Νου του Θεού, από τον Λόγο του Θεού, (δια του οποίου εκφέρεται το περιεχόμενο του θείου Νου και ενεργεί ο θείος Νους), και από το Άγιον Πνεύμα του Θεού, δια του οποίου φανερούται και γίνεται κατανοητός ο θείος Λόγος από τον άνθρωπο (γενικώς ως «πνεύμα», εννοίται η καλλιέργεια εκείνη η οποία εκπορεύεται από τον νου κάποιου και εκπέμπεται δια του λόγου του, παραμένει δε με αυτούς που έχουν ακούσει τον λόγο του και όταν ο λόγος καθ’ εαυτός δεν είναι παρών. Έτσι  συμβαίνει επί παραδείγματι  με την ανάγνωση ενός βιβλίου, δηλαδή με τον  λόγον του συγγραφέως του, οπότε το πνεύμα του συγγραφέως παραμένει στον αναγνώστη του συγγραφικού λόγου, ακόμη και όταν δεν διαβάζει πλέον τον λόγο του συγγραφέα).

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία η διδασκαλία περί των θείων ενεργειών, «αρρήτως» διακεκριμένων από την θεία ουσία, αποτελεί το δογματικό υπόβαθρον της μυστηριακής εμπειρίας. Εν προκειμένω, ο Θεός είναι απρόσιτος μεν ως προς την φύση Του, παρών δε στις ενέργειές Του. Όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον λόγο του «Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου», εμφανίζει ως μέσω εσόπτρου στον νου που είναι καθαρός «το καθ’ εαυτόν αόρατος υπάρχων».

Η διδασκαλία αυτή επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς η Αγία Τριάς ημπορεί να υπάρχει στην ουσία Αυτής (αμέθεκτο από τα κτίσματα) και συγχρόνως δύναται να κατοικεί στους ανθρώπους, ερχομένη στμφώνως με την υπόσχεση του Κυρίου μας Χριστού («Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεν» – Κατά Ιωάννην Ιερόν Ευαγγέλιον, 14:23).

Η ανθρωπίνη θέωση σημαίνει ένωσή του ανθρώπου με τον Θεό, όχι «υποστατική» (καθώς υποστατική ένωση της θείας φύσης με την ανθρώπινη έλαβε χώρα μόνον στην περίπτωση του Θεανθρώπου Χριστού) ούτε «ουσιώδη» (όπως στην περίπτωση των τριών Προσώπων της Τριάδος), αλλά σημαίνει την ένωση με τον Θεό στις άκτιστες ενέργειες Αυτού. Συνεπώς και ο θεωθείς άνθρωπος παραμένει μένει άνθρωπος, παρά το ότι κατέστη «κατά χάρη» Θεός, όπως ο Χριστός παρέμεινε Θεός αν και έγινε άνθρωπος δια της σαρκώσεώς του.

Κατά το παρ΄ημίν Σύμβολον της Πίστεως : Ο Θεός Πατήρ – Θείος Νους, αρχή και αιτία όλων, εξ ουδενός γεννηθείς, μόνος αναίτιος και αγέννητος, δημιουργός όλων, αλλά φυσικός πατήρ μόνον του Θεού Λόγου και φυσικός προβολεύς – εκπομπός μόνον του Αγίου Πνεύματος. Ο Θεός Λόγος εγεννήθη από τον Θεό Νου πριν από όλους τους αιώνες. Ο Θεός Λόγος εγεννήθη και δεν εδημιουργήθη, ομοούσιος με τον Θεό Νου, δια μέσου του οποίου έγιναν τα πάντα. Η γέννηση του είναι άχρονη και άναρχη, γιατί ο Λόγος και Υιός του Θεού δεν ήλθε στην ύπαρξη από το «μη – ον», αυτός ο ενυπόστατος θείος Λόγος, αλλά ήταν πάντοτε μαζί με τον Θεό Νου και μέσα στον Θεό Νου, γεννημένος από Αυτόν με τρόπο άναρχο και  αΐδιο.

Η απλότης της δογματικής αληθείας είναι συνάμα και μέτρον της δυσχερείας της αφομοιώσεώς της (τα απλούστατα πράγματα είναι τα πλεόν δυσνόητα): Εάν εξ αρχής δεν αποδεχθούμε ότι ο Υιός- Λόγος συνυπάρχει με τον Πατέρα – Νου, γεννημένος εξ Αυτού, προβαίνουμε σε ακουσία ή δολία παρεισαγωγή μιας τροπής της υποστάσεως του Πατρός, επειδή, ενώ δεν ήταν Πατέρας κατέστη κατόπιν.

Ενώ ο Νους φυσικώς γεννά τον Λόγον και φυσικώς προβάλλει το Πνεύμα, ο Θεός δεν είναι φυσικός πατήρ της Δημιουργίας, διότι η θεία φύση είναι άκτιστος, ενώ η φύση της Δημιουργίας είναι κτιστή.  Η κτίση δεν προέκυψε  από την ουσία του Θεού, αλλά επλάσθη από το μη ον στο είναι με την βούληση και την ισχύ της Αγίας Τριάδος άρα δεν ημπορεί να εγγίσει την θεία φύση οιαδήποτε τροπή. Επειδή γέννηση είναι η προέλευση αυτού που γεννάται από την ουσία του γεννήτορος με ομοιότητα προς αυτόν κατά την ουσία, ενώ κτίση και δημιουργία είναι αυτό που γίνεται έξωθεν την ουσίας του κτίστου και δημιουργού και όχι εξ αυτής. Δηλαδή γίνεται ως κτίσμα και δημιούργημα, εντελώς ανόμοιον προς την ουσία.

Αφ’ ενός, ο φυσικός δεσμός μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι άναρχος και αΐδιος, συνεπώς, ενώ ο Νους γεννά τον Λόγο και προβάλλει το Πνεύμα, ούτε ο γεννήτωρ υφίσταται τροπή, ούτε υπάρχει… πρώτος και δεύτερος Θεός. Αφ’ ετέρου  η κτίση στον Θεό, ως έργο της θείας θέλησης, δεν συνυπάρχει με τον Θεό κατά τρόπον αΐδιο, συνεχή και ακατάπαυστο, διότι το παραγόμενο εκ του «μη όντος» στο Είναι, αυτονοήτως δεν διαθέτει φυσικές καταβολές τέτοιες ώστε να συνυπάρχει με τον άναρχο και «αεί ζώντα» Θεό. Η ελευθερία του Θεού είναι απόλυτη και άπειρη. Ουδόλως και ουδενί τρόπω περιορίζεται.

Ο αείμνηστος πρεβύτερος Γεώργιος Φλωρόφκσυ ανέφερε συγκεκριμένως ότι, ο Θεός είναι ανώτερος από κάθε περιορισμό, ανώτερος από κάθε προσδιορισμό και ισχυρισμό και ως εκ τούτου είναι και ανώτερος από κάθε απόφανση. Το αποφατικό δεν έχει την ίδια σημασία με το υπέρ (ή έξω, εκτός), δηλώνει όχι περιορισμόν ή εξαίρεση, αλλά υπεροχή και υπέρβαση. Το Θείον είναι ανώτερο από κάθε θεωρητική ονομασία και προσδιορισμό.

Ο Θεός δεν είναι ούτε ψυχή, ούτε νους, ούτε φαντασία, ούτε γνώμη, ούτε διαλογισμός, ούτε ζωή, δεν είναι ούτε λέξη, ούτε έννοια. Ο Θεός δεν είναι αντικείμενον γνώσεως, είναι υπεράνω της γνώσεως. Γι’ αυτό η οδός της γνώσεως είναι η οδός της αφαιρέσεως και της αποφάνσεως, η οδός της απλοποιήσεως και της σιωπής. Τον Θεόν θα τον γνωρίσουμε μόνον στην Ησυχία του πνεύματος, στην Ησυχία της «αγνοίας». Αυτή η αποφατική «άγνοια» ακριβέστερον είναι υπερ-γνώση, όχι απουσία γνώσεως, αλλά η τελεία γνώση και γι’ αυτό ασύγκριτη με κάθε μερική γνώση.

Αυτή η «άγνοια» είναι ενατένιση.

Ο Θεός γνωρίζεται όχι μακρόθεν, όχι δια του διαλογισμού περί Αυτού, αλλά δια της ακαταλήπτου μετ’ Αυτού ενώσεως.

Ο ακρογωνιαίος λίθος της Ορθοδόξου αναγεννήσεως δεν ημπορεί να στηριχθεί στις σύγχρονες προτεσταντικές και ρωμαιοπαπικές σχολές θεολογικής σκέψεως, αλλά στην ιερά Παράδοση της Εκκλησίας. Απαιτείται επιστροφή στους Πατέρες, στον ιερό Ελληνισμό, στην αιωνία και σταθερά κατηγορία της ιστορικής Ορθοδοξίας. Ουδενί λόγω πρέπει να αποκοπεί η ελληνική παράδοση από την σύγχρονο Ορθόδοξη μελέτη και να παρασυρθεί από τις δυτικές επιρροές, αλλά πρέπει και όλα τα ρωσικά πνευματικά επιτεύγματα να ελέγχονται υπό το φως της ελληνικής κληρονομίας. Αυτό το προσήκον δρώμενο καθιστά την ελληνορωσική Ορθόδοξο θεολογία δρώσα συνέχεια των Πατερικών κειμένων.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΙΤΗΣ

(Φ. 209)

Advertisements