Η ενότητα του Ελληνικού κόσμου από την αρχαιότητα έως τον Νεότερο Ελληνισμό, είναι έκδηλη στην Τέχνη, και μάλιστα στην Τέχνη της καθημερινής ζωής. Στην Ποίηση, τα δημοτικά μας τραγούδια είναι ο αδιάψευστος μάρτυς της πνευματικής μας συνέχειας από τον Όμηρο έως τον Παλαμά και τον Ελύτη.

Η αρχαιολογική έρευνα μας παραδίδει μεταξύ άλλων αδιάψευστες μαρτυρίες για την Γλυπτική και την Χρυσοχοΐα, που αποδίδουν την συνέχεια στην αντίληψη και στις δεξιότητες των Ελλήνων καλλιτεχνών και τεχνητών. Όπως θα δούμε από τα παραδείγματα τα οποία παραθέτουμε στην συνέχεια, τα όρια μεταξύ της Κλασικής αρχαιότητας και της μεσαιωνικής περιόδου, συχνά χάνονται, σαν μια πνευματική αλλά και υλική σκυτάλη να παραδίδεται από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη.

Τα παραδείγματα που ακολουθούν προέρχονται από την Αρχαία Ελλάδα, την Ρώμη και το Βυζάντιο και φυλάσσονται στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης.

Κεφαλή γυναίκας λογίας ή φιλοσόφου από την Κωνσταντινούπολη. Εικονίζεται σε ώριμη ηλικία, και κρατά κυλινδρικό πάπυρο. Η διαπεραστική ματιά της, και η σκεπτική της έκφραση, καθώς και ο πάπυρος τον οποίον κρατά στο δεξί της χέρι, δείχνουν ότι είχε αποκτήσει κλασική παιδεία, ενώ ο τύπος των ενδυμάτων της την κατατάσσουν στην αριστοκρατία. Είναι κατασκευασμένη από Πεντελικό μάρμαρο. Χρονολογείται στα τέλη του 4ου-αρχές του 5ου μ.Χ. αιώνα.

Μαρμάρινη κεφαλή του φιλοσόφου Επίκουρου, κατασκευασμένη από Πεντελικό
μάρμαρο, αντίγραφο Ελληνικού αγάλματος από το πρώτο ήμισυ του 3ου π.Χ. αιώνος. Ρωμαϊκής Αυτοκρατορικής εποχής, 2ος μ.Χ. αιώνας. Ο φιλόσοφος, ο οποίος έζησε μεταξύ 341 και 271 π.Χ., εικονίζεται προς το τέλος της ζωής του, σε ένα γλυπτό το οποίο κατασκευάστηκε προς τιμήν του είτε όσο ήταν εν ζωή είτε αμέσως μετά τον θάνατό του. Υπάρχουν πολλά Ρωμαϊκά αντίγραφα αυτής της απεικόνισής του, αποδεικνύοντας την διαχρονική δημοφιλία των διδασκαλιών του Επίκουρου.

Αριστερό χέρι αγάλματος ανδρός, το οποίο κρατά κύλινδρο παπύρου. Είναι Ρωμαϊκής περιόδου, καμωμένο από μάρμαρο, και χρονολογείται στον 1ο ή 2ο μ.Χ. αιώνα.

Ανάγλυφο Μαινάδος ορχουμένης, από Πεντελικό μάρμαρο. Πρόκειται για προσαρμογή Ελληνικού έργου του 425-400 π.Χ. το οποίο αποδίδεται στον καλλιτέχνη Καλλίμαχο. Χρονολογείται μεταξύ 27 π.Χ. και 14 μ.Χ. Οι Μαινάδες, έρχονταν σε έκσταση στα όρη και τα δάση, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν έμπλεες του πνεύματος του θεού Διονύσου. Η Μαινάς του αναγλύφου, είναι στεφανωμένη με κισσό και φέρει θύρσο (βλαστό από μάραθο) στολισμένο με φύλλα κισσού και μούρα. Τα ενδύματά της ανεμίζουν καθώς χορεύει. Το πρωτότυπο συνδέεται με τις «Βάκχες» του Ευριπίδη και αποτελεί αντίγραφο περίφημου αναγλύφου ορχουμένων Μαινάδων το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 5ου π.Χ. αιώνα. Ο Ευριπίδης συνέγραψε τις Βάκχες το 407 π.Χ. , ευρισκόμενος στην Πέλλα της Μακεδονίας, στην αυλή του βασιλέως Αρχελάου και διδάχθηκε από τον γιο του, μετά τον θάνατό του, στην Αθήνα, το 405 π.Χ.

Χρυσό περιδέραιο της Βυζαντινής εποχής. Φέρει χρυσό σταυρό καθώς και μικρογραφίες αρχαίων ελληνικών αγγείων. Χρονολογείται στην Βυζαντινή εποχή, 6ος μ.Χ. αιώνας.

Ελληνικό ενώτιο από χρυσό, από το οποίο ταλαντεύεται Σειρήνα, μισή γυναίκα, μισή
πουλί, η οποία φέρει στην πλάτη φτερά όπως οι άγγελοι, και παίζει κιθάρα. Χρονολογείται στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα.

Ρωμαϊκό αντίγραφο του Μεγάλου Αναγλύφου των Ελευσινίων. Το ελληνικό πρωτότυπο του 450-425 π.Χ. βρέθηκε στο ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, και βρίσκεται στο Εθνικό
Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Τα 10 συνολικά σπαράγματα του Ρωμαϊκού αντιγράφου, είναι ενσωματωμένα σε εκμαγείο του πρωτοτύπου. Εικονίζεται στα αριστερά η θεά Δήμητρα, έφορος της αγροτικής αφθονίας. Φέρει πέπλο και ιμάτιο (μανδύα) και κρατά σκήπτρο. Στα δεξιά ευρίσκεται η Κόρη Περσεφόνη, σύζυγος του Άδη, του θεού του Κάτω Κόσμου, ντυμένη με χιτώνα και ιμάτιο. Οι δύο θεές εκτείνουν το δεξί τους χέρι προς έναν γυμνό νέο, αλλά δεν είναι πλέον δυνατό να προσδιοριστεί ποιο αντικείμενο κρατούσαν
και ενδεχομένως του παρέδιδαν. Το αγόρι πιστεύεται ότι είναι ο Τριπτόλεμος, ο οποίος εστάλη από την Δήμητρα για να διδάξει στους ανθρώπους πώς να καλλιεργούν σιτηρά, και αργότερα έγινε ο πρώτος ιερέας του τελεστηρίου της, στο Ελευσίνιο άντρο. Χρονολογείται στην εποχή του Αυγούστου, μεταξύ 27 π.Χ. και 14 μ.Χ.

(Φ. 210)

Advertisements