Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΖ’

Στην Ορθόδοξον Εκκλησία, η διδασκαλία περί των θείων ενεργειών οι οποίες είναι κατά άρρητον τρόπο σαφώς διακεκριμένες από την θείαν ουσία, αποτελεί το στέρεο δογματικό υπόβαθρο της μυστηριακής εμπειρίας. Ο Θεός, όπως περιγράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, απρόσιτος ως προς την φύση Του, αλλά παρών στις ενέργειές Του, εκπτύσσει «ως από εσόπτρου», στον νου που είναι καθαρός,  το «καθ’ εαυτόν αόρατος υπάρχων».

Η διδασκαλία αυτή περί των θείων ενεργειών επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς η Τριάς ημπορεί να υπάρχει στην αμέθεκτο από τα κτίσματα ουσία Αυτής και συγχρόνως να έρχεται να κατοικεί στους ανθρώπους συμφώνως προς την υπόσχεση του υπερουσίου και υπεράγαθου Κυρίου μας Χριστού («Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ αυτώ ποιησόμεν» – Κατά Ιωάννην, 14:23). Η θέωση του ανθρώπου σημαίνει ένωσή του με τον Θεό, ούτε υποστατική [εφ’ όσον υποστατική ένωση της θείας φύσεως με την ανθρωπίνη έλαβε χώρα μόνον στην περίπτωση του Θεανθρώπου Χριστού – «Διότι η δύναμις που εκαλλιέργησε τα πάντα, η συναΐδιος και απαράλλακτος εικών της αγαθότητος, ο προαιώνιος και υπερούσιος και υπεράγαθος Λόγος, από ανέκφραστο φιλανθρωπία και ευσπλαγχνία για χάρι μας ηθέλησε να περιβληθή την ιδική μας εικόνα» – (Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς «Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου»)] ούτε και ουσιώδη (όπως στην περίπτωση των τριών Προσώπων), αλλά σημαίνει ένωση με τον Θεό στις άκτιστες Αυτού ενέργειες. Ο «θεωθείς άνθρωπος» παραμένει άνθρωπος αν και κατέστη «κατά χάρη θεός», όπως ο Χριστός – Λόγος έμεινε Θεός, αν και δια της σαρκώσεως έγινε άνθρωπος.

Κατά το ορθόδοξο «Σύμβολον της Πίστεως» : Ο Θεός Πατήρ – Θεός Νους είναι αρχή και αιτία όλων, εξ ουδενός γεννηθείς, μόνος αναίτιος και αγέννητος, όλων δημιουργός, φυσικός όμως πατήρ μόνον του Θεού Λόγου, όσον και φυσικός προβολεύς μόνο του Αγίου Πνεύματος (εκπορευομένου από Αυτόν). Ο Θεός Λόγος εγεννήθη από τον Θεό Πατέρα πριν από όλους τους αιώνες. Ο Θεός Λόγος γεννήθηκε και δεν εδημιουργήθη, ομοούσιος με τον Πατέρα, μέσω του οποίου έγιναν τα πάντα. Η γέννηση του Λόγου και Υιού του Θεού είναι άχρονη και άναρχη, διότι ο ενυπόστατος θείος Λόγος δεν ήλθε στην ύπαρξη από το «μη ον», αλλά ήταν πάντοτε μαζί με τον Θεό Νου και μέσα Του, γεννημένος από Αυτόν με τρόπο άναρχο  και αΐδιο. Μη δεχόμενοι ότι εξ αρχής ο Λόγος-Υιός συνυπάρχει με τον Πατέρα, γεννημένος από Αυτόν, τότε παρεισάγουμε τροπή της υποστάσεως Πατρός, διότι ενώ δεν ήταν Πατήρ, κατέστη ύστερον. Ενώ ο Νους γεννά φυσικώς τον Λόγο και φυσικώς προβάλλει το Άγιον Πνεύμα, ο Θεός δεν είναι φυσικός πατήρ της Δημιουργίας, διότι η θεία φύση είναι άκτιστος, ενώ εκείνη της Δημιουργίας είναι κτιστή.

Η κτίση δεν έγινε από την ουσία του Θεού, αλλά στο «Είναι» από το «μη ον» με την βούληση και την δύναμη της Αγίας Τριάδος, άρα δεν ημπορεί κάποια  τροπή να εγγίσει την θεία φύση. Διότι γέννηση είναι η προέλευση αυτού που γεννάται από την ουσία του γεννήτορος, με ομοιότητα κατά την ουσία προς αυτόν, ενώ κτίση και δημιουργία είναι αυτό που γίνεται «έξωθεν» της ουσίας του κτίστη και δημιουργού και όχι από αυτήν, ως κτίσμα και δημιούργημα, ήτοι εντελώς ανόμοιον προς την ουσία.

Αφ’ ενός, ο φυσικός δεσμός μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι άναρχος και αΐδιος, συνεπώς, ενώ ο Νους γεννά τον Λόγο και προβάλλει το Πνεύμα, ούτε τροπήν υφίσταται ο γεννήτωρ, ούτε υπάρχει πρώτος και δεύτερος Θεός. Αφ’ ετέρου, η κτίση ως έργον της θείας θελήσεως, δεν συνυπάρχει με τον Θεό κατά  τρόπον αΐδιο, διότι το παραγόμενο από το «μη ον» στο Είναι, δεν έχει φυσικές καταβολές τέτοιες ώστε να συνυπάρχει με τον άναρχο και πάντοτε ζώντα Θεό. Απόλυτη είναι η ελευθερία του Θεού! Η Ορθοδοξία αρνείται να δεχθεί ποιότητα ψυχολογικής φύσεως στην Τριάδα, όπως έπραξεν ο Αυγουστίνος, διότι εκλαμβάνει τις ιδιότητες του Θεού ως ουσιώδη στοιχεία της υπάρξεώς του. Η θέληση του Θεού δεν είναι ποιότης αλλά συστατικό στοιχείο της υπάρξεώς του, δεν υπάρχει θέληση χωρίς τον θέλοντα, ούτε θέλω χωρίς θέληση.

Η Δημιουργία είναι μια ελευθέρα πράξη της θείας θελήσεως. Δεν είναι μια ανέλιξη, μια ατελεύτητος διάχυση της θείας ουσίας, όπως οι θείες ενέργειες. Εξ ου και ο Θεός είναι απολύτως ελεύθερος, οι δε συμπαντικοί νόμοι (φυσικοί και λογικοί) είναι «θεία θελήματα», οπότε και δεν περιορίζουν την θείαν ελευθερία. Οι θείες ενέργειες δεν παράγουν τα όντα συμφώνως προς κάποιαν «εξελικτική νομοτέλεια», διότι η Δημιουργία είναι έργον της θείας θελήσεως και όχι της θείας ουσίας. Ο Θεός σχετίζεται με την κτίση συμφώνως προς τους όρους της ελευθέρας Του θελήσεως, δίχως όμως στο επίπεδον της ουσίας να συγχέεται με την κτίση. Υφίσταται  ριζική ασυνέχεια μεταξύ της «θείας ουσίας», η οποία είναι Άκτιστος και παντελώς απρόσιτος, και της «ουσίας της Δημιουργίας», η οποία είναι «εκ του μηδενός» Κτίσμα της θείας θελήσεως, αλλά και υπόκειται σε λογική επεξεργασία από τον άνθρωπο.

Κατά την Ορθόδοξο θεολογία, ο Θεός δεν σχετίζεται με την Δημιουργία στο επίπεδον της ουσίας, αλλά στο επίπεδον της θελήσεως. Όπως ετόνισεν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Θεός δεν σχετίζεται με τα κτίσματα ως προς την ουσία τους, αλλά επειδή τα κτίσματα είναι πραγματώσεις της θείας θελήσεως. Επειδή ο Θεός γνωρίζει τα κτίσματα ως πραγματώσεις της θελήσεώς Του, γι’ αυτό και η γνώση Του συνιστά αγάπη και όχι φραγή ή αναίρεση της ελευθερίας και της δυναμικότητος των όντων της Δημιουργίας.

Από πλευράς της η θεολογία της Δύσεως, στο δόγμα της Αγίας Τριάδος τονίζει τη μιαν Ουσία – προσδίδουσα σαφή προτεραιότητα στην διανοητική προσέγγιση του θείου έναντι της βιωματικής προσωπικής σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεόν – και βεβαίως αρνείται την διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών, διδάσκουσα ότι το φως της Δόξης του Θεού είναι κτιστό και ότι το φως της Θείας Χάριτος είναι επίσης κτιστό. Επίσης, η δυτική θεολογία, καθιστώσα το άκτιστο αμέθεκτο από το κτιστό, εισάγει πολλά στοιχεία «υπερφυσικής» τάξεως, όπως είναι τα χαρίσματα, και οι έμφυτες αρετές (δίχως όμως να αποσαφηνίζει τι είναι ακριβώς αυτό το «υπερφυσικό» και πώς σχετίζεται με το φυσικό).

Αντιθέτως, για την Ορθόδοξο θεολογία, το «υπερφυσικό κτιστό» είναι έννοια τουλάχιστον προβληματική, καθώς συνιστά μιαν ανωμαλία και έναν παραλογισμό στον κτιστό κόσμο και, κατά μια έννοιαν, είναι ωσάν ο Θεός να έρχεται σε σύγκρουση με την ίδια την δημιουργία Του ή να την…. ανατρέπει. Αυτό που η δυτική θεολογία αποκαλεί «υπερφυσικό», η ανατολική θεολογία το ονομάζει «άκτιστο» και αφορά στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, τις απεριγράπτως και θαυμασίως διακεκριμένες της θείας ουσίας.

Το πόρισμα της ορθολογιστικής / ρασιοναλιστικής θεολογίας της Δύσεως λέγει: Όταν ο Θεός προσεγγίζεται μόνον στο επίπεδο της ακτίστου  ουσίας Του, τότε δεν ημπορεί να συνδέεται αμέσως και προσωπικώς με την κτίση! Πώς λοιπόν εννοεί η Ορθόδοξη θεολογία ότι ο Θεός συνδέεται με την Δημιουργία, όταν η Δημιουργία ευρίσκεται σε οιονεί δυναμική κατάσταση («Γίγνεσθαι») και μάλιστα αποτελεί κίνηση στον χρόνο και προς την φθορά; Ποία συνεπώς η σχέση μεταξύ αιωνιότητος και ιστορίας;

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής απάντησε στο ανωτέρω ερώτημα βασιζόμενος  στην Αριστοτελική «εντελεχή» έννοια της δυνάμεως η οποία τείνει φύσει να υποστατωθεί χωρίς να αλλοιούται η ουσία [«εντελέχεια», δηλαδή φυσική διαδικασία δημιουργίας κι εξέλιξης των όντων – ένα ον αποκτά εντελέχεια, όταν η άμορφος ύλη μεταβαίνει από την περιοχή της δυνατότητος-δυνητικότητος (όταν χαρακτηρίζεται «δυνάμει ον», π.χ. ο ογκόλιθος του μαρμάρου που έχει την δυνατότητα να γίνει άγαλμα, κίων, πλάκα κ.λπ.) στην περιοχή της πραγματικότητας (οπότε χαρακτηρίζεται «ενεργεία όν», π.χ. καθίσταται άγαλμα, κίων, πλάκα κ.λπ.), στην οποία εντάσσεται χάρη στην μορφή που απέκτησε από το δημιουργό της κι ολοκληρώνεται εκπληρών το «τέλος», τον σκοπό της ύπαρξεώς του, επιτυγχάνον την αυτοπραγμάτωσή του]. Κατ’ αυτήν την αντίληψη, η τελείωση των όντων είναι και αρχική και ερχομένη, ο δε χρόνος αναδεικνύεται ως πορεία υπαρξιακής τελειώσεως των όντων, ήτοι ως ιδιάζουσα τελολογική πορεία, διαφορετική τόσον από την ευθεία γραμμική τροχιά, όσον και από τον «φαύλο» ατέρμονα κύκλο του αενάου φυσικού γίγνεσθαι.

Από την σκοπιά της πορείας των όντων προς την τελική υπαρξιακή ολοκλήρωσή τους, οι έννοιες της Δημιουργίας και της Ιστορίας συμπίπτουν, εφόσον η Ιστορία διατηρεί κοινό εσχατολογικό νόημα με την θεία Δημιουργία, το οποίον συνίσταται στην τελική υπαρξιακή τελείωση των όντων, το δε «τέλος» (νοούμενο κυριολεκτικώς, δηλαδή ως «σκοπός» όχι ως τέρμα) της Ιστορίας απεκαλύφθη εντός του ιστορικού γίγνεσθαι ως η Σάρκωση του Λόγου στο πρόσωπο του Σωτήρος Χριστού.

Ο Λόγος της Δημιουργίας μεταβαίνει από την Δημιουργία του Κόσμου στην ενσάρκωση μέσω του διφυούς δυναμισμού της θείας Θελήσεως και Αγάπης, δεδομένου ότι ο λόγος του όντος δεν εξαντλείται στην ήδη επελθούσα υλική του υπόσταση, αλλά περιλαμβάνει επιπλέον την τάση του προς την εσχατολογική υπαρξιακή τελείωση, οπότε η Φύση υπάρχει μέσα στην «αγαπητική θεία θέληση».

Ο κόσμος είναι προϊόν της θελήσεως του Θεού η οποία αποβλέπει στην παραγωγή όντων που θα μετέχουν στην φύση Του. Ο Θεός έχει μια ενέργεια προς τα έξω, κίνηση η οποία μάλιστα είναι κοινή στις τρεις τριαδικές υποστάσεις, γιατί όταν ενεργεί η μία συνεργούν και οι άλλες. Αυτή η προς τα έξω κίνηση, δηλώνεται από τον Μάξιμο με τον όρο «έρως». Ο άνθρωπος επομένως είναι κατά τον Μάξιμο καρπός του «έρωτος του Θεού».

Ως εκ τούτου, όταν λέμε ότι ο Θεός «γνωρίζει» τα όντα, δεν εννοούμε ότι τα προσεγγίζει αναλυτικά / ρασιοναλιστικά, ως υπό εξέταση αντικείμενες ουσίες, αλλά εννοούμε ότι τα γνωρίζει ολοσχερώς και αιωνίως, ως δημιουργικές πραγματώσεις του θελήματός Του, άρα η «γνώση» τους ταυτίζεται με την «αγάπη» Του προς αυτά. Εφόσον, λοιπόν, ο Θεός αναγνωρίζει τα όντα ως πραγματώσεις του θελήματός Του, αυτό που ενώνει τα όντα στην Κοσμική Αρμονία δεν είναι η ουσία τους, ούτε οι διάφοροι φυσικοί προσδιορισμοί τους, αλλά η θέληση της αγάπης του Θεού, η οποία αναδεικνύει την «θέωση» ως κατ’ εξοχήν σημασία της υπάρξεως. Συγκεκριμένως, ο ένσαρκος Λόγος, ο Κύριός μας Βασιλεύς Χριστός, ταυτίζεται με την εσχάτη θέληση της αγάπης του Θεού. Για τούτο, η «σημασία» των όντων και το «τέλος» της ιστορίας, συμπίπτουν στο πρόσωπο του Θεανθρώπου.

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 210)

Advertisements