Χωρίς τίτλο.jpg

ΜΕΡΟΣ ΛΗ’

Kατά την Ορθόδοξο Θεολογία, η Δημιουργία, η οποία υπήρξε  μια ενεργός ελευθέρα πράξη της θείας Θελήσεως και όχι ένα φυσικό της αδρανές «εκχύλισμα», όπως είναι οι θείες ενέργειες, είναι ίδιον ενός «Προσωπικού Θεού» (δηλαδή ενός Θεού συνδεομένου προσωπικώς και αμέσως -υπό όρους της ιδικής Του θελήσεως- με την Κτίση ολόκληρο, χωρίς να είναι συνδεδεμένος «ουσιωδώς» προς την κτίση), αλλά και της Τριάδος, η οποία έχει μια κοινή θέληση, ανήκουσα στην κοινή Θεία Φύση των τριών υποστάσεων της Τριάδος και ενεργούσα συμφώνως προς την «τριαδική απόφαση» της «Θείας Βουλής». Η Θεία Βουλή ήτοι το θείον θέλημα, εάν το αναφέρουμε κλιμακηδόν, εμφανίζεται σε τέσσαρες μορφές. Πρώτη είναι η «Θεία Ευδοκία», «τό κατ’  ευδοκίαν» θέλημα, αυτό δηλαδή που θέλει κατ’ εξοχήν ο Θεός. Δευτέρα μορφή της είναι η Οικονομία, «το κατ  οικονομίαν» θέλημα του Δημιουργού, κατά το οποίον ο Θεός – Πατήρ υποχωρεί πατρικώς για την αδυναμία μας. Τρίτη μορφή της Θείας Βουλής είναι η Παραχώρηση, «τό κατά παραχώρησιν» θέλημά Του, κατά το οποίον επεμβαίνει ο Θεός και παιδεύει. Τετάρτη δε, «τρομερά και πολύκλαυστος» μορφή της Θεία Βουλής  είναι η Εγκατάλειψη, «τό κατ’  εγκατάλειψιν» θέλημά Του, όταν ο άνθρωπος ζει με αμετάβλητο σκληρότητα και αναισθησία, οπότε και προκαλεί την εγκατάλειψή του από το Θεό, καθώς ο Παντοδύναμος «αποστρέφει το πρόσωπόν Του».

Εντός του πλαισίου τούτου, οι Ίδέες, οι οποίες διεδραμάτισαν τον κεντρικό κομβικόν ρόλο στην Πλατωνική φιλοσοφία, αλλά και έκτοτε απησχόλησαν κάθε φιλόσοφο, δεν είναι λογικές αιτίες των δημιουργημάτων, ομοούσιες με τον Θεόν. Δεν αποτελούν προσδιορισμούς της Ουσίας στην οποίαν αναφέρονται τα δημιουργήματα ως προς την πρώτην αιτία τους. Αυτήν την στρεβλή σκέψη υιοθέτησεν ο Ιερός Αυγουστίνος και αργότερον την εγενίκευσε στην δυτική θεολογική παράδοση ο συμπαγής και πολυμήχανος Σχολαστικισμός, ιδίως υπό την επίδραση του Θωμά Ακινάτη, ο οποίος μάλιστα και αγιοποιήθηκε από τον παπικό Καθολικισμό.

Αντιθέτως προς τις προαναφερθείσες θεωρήσεις των ιδεών, μετεξελιχθείσες σε ικρίωμα της Καθολικής Θεολογίας,  οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας – θεμελιωτές της Ορθοδόξου Θεολογίας, διδάσκουν ότι, οι Ιδέες έχουν χαρακτήρα δυναμικότερο, καθώς αποτελούν «θεία θελήματα». Δηλαδή η θέση των ιδεών δεν ευρίσκεται μεν στην ουσία του Θεού, αλλά στις ενέργειες Του. Και τούτο συμβαίνει διότι οι Ιδέες ταυτίζονται με τα θεία θελήματα, τα οποία και προσδιορίζουν τους διαφόρους τρόπους με τους οποίους τα δημιουργήματα μετέχουν των δημιουργικών Ενεργειών. Μάλιστα, ο Άγιος Ιερομάρτυρας Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, στο σύγγραμμά του «Περί θείων ονομάτων» (Patrologia Graeca, 3:824. C), χαρακτηρίζει «τας ιδέας ή παραδείγματα» ως «των όντων ουσιοποιούς και ενιαίως προϋφεστώτας λόγους, καθ’ ους ο υπερούσιος τα όντα πάντα και προώρισε και παρήγαγεν». [Το «Περί θείων ονομάτων», που εκτείνεται σε δεκατρία κεφάλαια, πραγματεύεται στο πλαίσιον της καταφατικής θεολογίας, τα ονόματα και τις ιδιότητες του Θεού, όπως προκύπτουν από τις αγαθοεργές πρόνοιες και ενέργειες της θεότητος. Αναπτύσσονται, μεταξύ των άλλων, οι «θεωνυμίες»: αγαθός, φως, καλό, έρως, ον, ζωή, σοφία και εν.]

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει ότι ουδεμία εποπτεία των όντων οδηγεί σε θεογνωσία επειδή η αλήθεια του Κτίστου είναι απολύτως διαφορετική από την αλήθειαν της κτίσεως, τόσον ως προς την ουσίαν της, όσον και ως προς την ενέργειάν της, δηλαδή την ικανότητα της ουσίας να παράγει έργον. Οι «Λόγοι των όντων» ή -κατά την Πλατωνική ορολογίαν- οι Ιδέες, είναι μεν ενυπόστατοι, αλλά όχι και αυθυπόστατοι, άρα εκ προοιμίου υπερβαίνουν κάθε εννοιολόγηση. Συνεπώς, δεν υπάρχουν στον νου του Θεού γενικές έννοιες (Ιδέες), ώστε η γνώση τους, ως γνώση των «καθόλου», να αποτελεί τον (αναγωγικό) σκοπό της γνώσεως των «επιμέρους», όπως φρονεί και κηρύττει η χαλυβδίνη εννοιοκρατία της Δύσεως. Τέτοιου είδους «καθόλου» έννοιες (ήτοι γενικές έννοιες) θα προσδιόριζαν αιτιοκρατικώς την ελευθερία του Θεού, οπότε δεν θα είχαμε Δημιουργόν «εκ του μη – όντος» αλλά Δημιουργόν «εκ του όντος», δηλαδή από ιδέες προϋπάρχουσες, στοιχείον το οποίον θα εσήμαινε αυτομάτως ότι, ο Θεός δεν θα ήταν Θεός απολύτου ελευθερίας, αλλά ένας Θεός υποκείμενος σε αναγκαιότητες.

Επειδή όμως οι ιδέες δεν είναι «αυτή καθαυτήν» η θεία ουσία, δηλαδή καθώς οι Ιδέες είναι διακεκριμένες από την Θείαν Ουσία δια της Θείας Θελήσεως, προκύπτει ότι τόσον η πράξη της Δημιουργίας όσον και η Θεία Βουλή δεν αποτελούν αναγκαίον προσδιορισμό του φυσικού κόσμου. Εξ ου και, όπως προανεφέρθη, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έχει επισημάνει ότι ο Θεός δεν γνωρίζει τα όντα «κατά την ουσία τους» αλλά ως «πραγματώσεις του θείου θελήματος». Δηλαδή η γνώση του Παντοδυνάμου είναι Αγάπη και όχι υπαγωγή των όντων σε γενικούς νόμους, όπως πράττουν οι φυσικοί επιστήμονες για να γνωρίσουν και να κατανοήσουν το Σύμπαν.

Εφ’ όσον λοιπόν ο Θεός υφίσταται «προσωπικώς» και δεν είναι μια διάχυτος αφηρημένη ουσία, η οποία διά της υπάρξεώς της  επιβάλλει αδιακρίτως αναγκαστικούς προσδιορισμούς στον κόσμο, ο άνθρωπος δύναται ελευθέρως να ανταποκριθεί στην κλήση του Δημιουργού προς σύναψη προσωπικής σχέσεως μαζί Του, αυτοβούλως δε και ενεργώς  να διανοίξει την ψυχή του στον Θεόν (υπάρχων ως «διαφανώς γνωστός» σε αυτόν). Ημπορεί όμως και να απορρίψει την θεία πρόσκληση, ακολουθών την οδόν της «κατά μόνας» υπάρξεως, χωριζόμενος από τον Θεό,  δηλαδή να επιλέξει την κόλαση.

Συνεπώς, η κρίση περί της ανθρωπίνης σωτηρίας δεν αφορά σε κάποιο εκ Θεού συγκαλούμενο δικαστήριο, ώστε να αξιολογηθούν με μίαν «δικανική» λογική οι άνθρωποι, αλλά τους κρίνει απλώς και μόνον αφ εαυτής η ίδια η ύπαρξη του Θεού, καθώς η υπαρξιακή τελείωση του ανθρώπου εξαρτάται από την στάση που ο ίδιος ο άνθρωπος θα επιλέξει να υιοθετήσει έναντι αυτής της υπάρξεως. Δηλαδή εάν ο άνθρωπος επιλέξει να ζήσει σε «κοινωνία με τον Θεόν» (δηλαδή συμφώνως προς την Θεία Βουλή), θα αποκτήσει την εμπειρίαν της υπάρξεως του θείου τρόπου. Δηλαδή θα βιώσει την υψίστη κατάσταση πλήρους ελευθερίας και απροσβλήτου μακαριότητος. Εάν όμως ο άνθρωπος επιλέξει να ζήσει αναφερόμενος προς την λογικήν του φυσικού κόσμου, θα υποστεί ακολούθως τον τρόπον υπάρξεως «υπό  φύσιν», ο οποίος διέπεται από την λογική της ανάγκης και της φθοράς.

Ο άνθρωπος είναι πλασμένος ώστε  να καταστεί μέτοχος στην ελευθερία της αγάπης του Θεού. Ακριβώς όπως ο Θεός είναι ελεύθερος, αφού δεν υπάρχει κάτι που να Τον καθορίζει, έτσι ακριβώς και ο άνθρωπος λόγω του ότι είναι εικόνα του Θεού, διαθέτει «κατά χάριν ελευθερία». Συνεπώς  ο τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, καθώς παριστά εικόνα Θεού, ευλόγως αντανακλά και το ένθεο υπαρξιακό «είναι»: Αγάπη. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Ο μέγας Φιοντόρ Νοστογιέφσκι, καθοδηγούμενος μέσα στα νάματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, γράφει συγκλονιστικώς στο αριστούργημά του «Αδελφοί Καραμαζώφ» : «… κόλαση είναι το μαρτύριο του να μην αγαπάει κανείς!».

Ο  αείμνηστος Πρωθιερεύς, Καθηγητής, Πατήρ Γεώργιος Βασίλιεβιτς Φλωρόφσκυ σημειώνει στο πόνημά του   «Τα θρησκευτικά ζητήματα στο έργο του Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι»: « (…)  Η αντινομία της ανθρώπινης ελευθερίας καταργείται μόνο στην αγάπη. Γιατί μόνο η αγάπη μπορεί να είναι ελεύθερη. …. Η ανελεύθερη αγάπη μετατρέπεται σε πάθος, γίνεται η αρχή του εξανδραποδισμού και της βίας,- και για εκείνον που αγαπάει και για τον αγαπημένο. Και πάλι ο Ντοστογιέφσκι με ανατριχιαστική διορατικότητα απεικονίζει αυτή την τραγική και αντινομική διαλεκτική της αγάπης,- όχι μόνο της αγάπης προς τη γυναίκα, αλλά και της αγάπης προς τον πλησίον…. Η πραγματική αγάπη είναι δυνατή μόνο εν ελευθερία, μόνο ως αγάπη προς την ελευθερία του ανθρώπου.Στο σημείο αυτό αποκαλύπτεται η ακατάλυτη σχέση: η αγάπη μέσω της ελευθερίας και η ελευθερία μέσω της αγάπης. Σε αυτό, για τον Ντοστογιέφσκι, έγκειται το μυστικό της συνοδικότητας, το μυστικό της αδελφότητας, το μυστικό της Εκκλησίας, – της Εκκλησίας ως αδελφότητας και αγάπης εν Χριστώ.»

Πράγματι, αξίζει να ενθυμούμεθα πάντοτε την παρότρυνση του ευλογημένου μεγάλου ανθρωπογνώστη Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς: «Αγάπησε όλη την κτίση του Θεού,τα πάντα μέσα σ’ αυτήν και κάθε κόκκο άμμου.Αγάπησε το κάθε φύλλο, την κάθε ηλιαχτίδα από το φως του Θεού. Αγάπησε τα ζώα,αγάπησε τα φυτά,αγάπησε το καθετί. Κι όταν αγαπήσεις τα πάντα τότε θα ανακαλύψεις μέσα στο καθετί το μυστικό του Θεού. ‘Οταν το αισθανθείς αυτό, τότε να αρχίσεις να το γνωρίζεις και να το αντιλαμβάνεσαι, κάθε ημέρα όλο και πιο πολύ!  Και θα φθάσεις, εν τέλει, να αγαπήσεις τον κόσμο ολόκληρο, με μιαν ανεξάντλητη, παγκόσμια αγάπη που να αγκαλιάζει και να περιλαμβάνει τα πάντα! Αγάπησε τα ζώα : Ο Θεός τους έχει δώσει σπέρματα σκέψεως και ανόθευτη χαρά. Μην τα ταράζεις.Μην τα βασανίζεις, μην τους στερήσεις την χαρά τους, μην βαδίσεις ενάντια στις προθέσεις και στο σχέδιο του Θεού !»

Γιάννης Πετρίτης

(Φ. 211)

Advertisements