Νίκη, το μόνο χρέος

«Η ζωή ‘ναι πόλεμος, η γης είναι στρατόπεδο, η νίκη είναι το μόνο σου χρέος. Μην κοιμάσαι, μη στολίζεσαι, μη γελάς, μη μιλάς, ένας είναι ο σκοπός σου, ο πόλεμος: πολέμα! Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο

Το καλοκαίρι είναι παράξενη εποχή. Σημαδεύει τέλη και αρχές. Ευτυχισμένες και στενόχωρες αναμνήσεις συμπλέουν. Ήμουν αρκετά μικρή για να έχω γνώμη, όταν έφυγαν οι συνταγματάρχες, ήρθε ο ταξίαρχος και μετά η δημοκρατία. Ήμουν αρκετά μεγάλη για να θυμάμαι τα δακρυγόνα, το «εδώ Πολυτεχνείο» στο ραδιόφωνο, το Ναι και το Όχι. «Εγώ είμαι με το Ναι!» είχα δηλώσει με τον αυθορμητισμό των τεσσάρων μου χρόνων. «Σουτ, παιδάκι μου!» έλεγαν οι μεγάλοι θορυβημένοι. Αν το αγοράκι με το γιογιό είχε άποψη, είχα φυσικά δικαίωμα να έχω άποψη. Ο όχλος που είχε συγκεντρωθεί με κεριά σαν την Μεγάλη Παρασκευή, στο αεροδρόμιο, δεν μου φαινόταν να έχει σώας τας φρένας ώστε να δικαιούται να επιβάλλει τον ουρανοκατέβατο. Διόλου ευοίωνο, όπως και το πορτραίτο του «Εθνάρχη» με τα τρομακτικά φρύδια στην πλατεία του Δημαρχείου των Αθηνών. Εποχές Βορείου Κορέας στα καθ’ ημάς.

Θυμάμαι, βέβαια, τις μέρες που οι τούρκοι σκότωσαν τον Τάσο Ισαάκ και τον Σολωμό Σολωμού. Το μούδιασμα, την θέληση για αντίδραση που δεν έβρισκε διέξοδο. Σήμερα, περισσότεροι Έλληνες έχουν αντίληψη των πλαστών εθναρχών, σήμερα είμαστε περισσότεροι από εκείνο τον Γενάρη, όταν δυο δράκες Χρυσαυγίτες διαμαρτύρονταν έξω από την βουλή για την προδοσία των Ιμίων από την κυβέρνηση Σημίτη. Σήμερα, υπάρχουν ευτυχώς κάμποσοι με επαναστατημένο θυμικό, αλλά πολύ λιγότεροι με επαναστατημένο νου και καρδιά. Έκαναν, θα πεις, κάτι, οι νέοι που διαμαρτύρονταν για την Κύπρο την δεκαετία του ’50; Δεν την κατέλαβε τελικά ο Αττίλας; Ναι, αλλά εκείνοι τους οποίους χτυπούσαν οι Πραιτοριανοί του «Εθνάρχη», είχαν στο αίμα τους το κύτταρο του ηρωισμού.

Πείνα και φόβος, οι δυο μεγάλοι δαμαστές του ανθρώπου. Όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα τους χρησιμοποιούν. Θα αντιδράσει μήπως κανείς όταν ακουστεί το «euro delendum est»; Η μήπως οι άνθρωποι θα προτιμούν και τότε τον οίκτο, μασκαρεύοντας την δειλία σε αρετή ή ίσως σε θρησκευτική πίστη; Πριν από λίγες μέρες, μια γνωστή μου περιέγραφε πως ένας Άραβας κατέπλευσε με την θαλαμηγό του στον Πειραιά, και ήταν λέει τιμή που μας προτίμησε. Στους Έλληνες οι γυναίκες των οποίων έπεφταν στους γκρεμούς για να μην τις πάρουν στα χαρέμια, κάνουν κουμάντο, σήμερα που είναι ελεύθεροι, πρώην καμηλιέρηδες νυν πετρελαιάδες, με γυναίκες μπαμπουλωμένες με μπούργκες Σανέλ, που τους κόβουν χέρια, μύτες και κλειτορίδες στο όνομα της θρησκείας της αγάπης.

Οι φεμινίστριες που έβγαιναν στους δρόμους γιατί «δεν είμαι του πατρός μου, δεν είμαι του ανδρός μου, θέλω να είμαι ο εαυτός μου», σήμερα είναι «αντιρατσίστριες» και υπερασπίζονται όχι τις γυναίκες οι οποίες κακοποιούνται, αλλά τους πετρελαιάδες και το «δικαίωμά τους» να ακρωτηριάζουν γυναίκες. Ζούμε σε εποχές όπου τα μηχανεύματα του Μεγάλου Ψεύτη εμφανίζουν το δίκαιο ως άδικο και το λάθος για σωστό. Κάποιοι νομίζουν πως η απάντηση είναι η καταφυγή στον νεοσυντηρητισμό. Όμως, για να μείνουν τα πράγματα όπως έχουν, χρειάζεται να αλλάξουν, λέει το πολιτικό dictum.

Για να γίνει πράξη το ξύπνημα της Ευρωπαϊκής και της Ελληνικής ταυτότητας το οποίο διαπιστώνουμε, σε ολόκληρη την ήπειρό μας, ενώ η πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ανεξαρτησία των κρατών έχει συντριβεί, είναι απαραίτητο να βγούμε από την μαύρη τρύπα της απάθειας απέναντι στην βία του φόβου και της πενίας. Η Δεξιά έχει εγκαταλείψει την έννοια του Έθνους. Η Αριστερά έχει εγκαταλείψει την έννοια του Λαού, και οι δυο για να μην στενοχωρήσουν τους πλουτοκράτες. Η Δεξιά δεν μπορεί να αντιπαρατεθεί ιδεολογικά με την Αριστερά, γιατί δεν έχει τίποτε να προσθέσει στα όσα έχει ήδη πει. Οι Ιδέες πάνω στις οποίες χτίστηκε ένας κάποιος «δεξιός» λόγος, κάνουν μια τελευταία επαναφορά ως συντηρητισμός, σαν την αναλαμπή μιας γριάς πριν την έλευση του θανάτου. Αριστερά και Δεξιά έχουν χάσει την άκρη αυτού από το οποίο μπορεί να πιάσει ο φιλόσοφος κι ο πολιτικός τον μίτο της Ιστορίας: το όραμα, την φαντασία, το παραμύθι. Και τα έχουν χάσει με την θέλησή τους, ή ορθότερα από έλλειψη θέλησης.

Ο «πατριώτης» αγκαλιάζει τον χυδαίο φιλελευθερισμό, χωρίς να τολμήσει να φανταστεί την ζωή χωρίς αυτόν. Η Δεξιά, άλλωστε, δεν αγάπησε ποτέ τους ανθρώπους της Σκέψης. Δεν κατάλαβε αυτό που έχει αποδείξει η Ιστορία, πως οι βαθιές αλλαγές που πηγαίνουν την Ιστορία παραπέρα, είναι όχι αυτές οι οποίες γίνονται για το χρήμα, αλλά αυτές που αλλάζουν τον πολιτισμό, την σκέψη και την συμπεριφορά των ανθρώπων. Ο λαός έχει ανάγκη να ακολουθεί έναν σοσιαλιστή Μουσολίνι να στοιβάζει θημωνιές με στάρι ή έναν Πούτιν να βουτά στον παγωμένο ποταμό, έναν ηγέτη που να «καβαλά τον τίγρη».

Το πολιτικό κατεστημένο επιδιώκει την συνέχεια. Όμως η Ιστορία απαιτεί την ρήξη. Απαιτεί μια στρατηγική με λιγότερες υποχωρήσεις και περισσότερους διαχωρισμούς, «Μονάχα με την ελπίδα φτάνουμε στο ανέλπιδο», γράφει ο Καζαντζάκης. « Ένας μονάχα τρόπος υπάρχει να σωθείς: να σώσεις». Ας ονειρευτούμε κι ας εργαστούμε για το ανέλπιδο. Μόνον έτσι θα σωθούμε.

ΕΙΡΗΝΗ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ – ΠΑΠΠΑ

(Φ. 211)

Advertisements