Χωρίς τίτλο

ΜΕΡΟΣ ΛΘ’

Oι Ησυχαστές αναγνωρίζοντες ως αυθεντικήν οδό Θεογνωσίας και τελειώσεως την μετοχή και την πρόοδο στις «άκτιστες ενέργειες» του Θεού, τονίζουν εμφατικώς τα ακόλουθα: Διάκριση μεταξύ «λόγου» και «νοός»: Ο λόγος αυτός καθ’ εαυτός, όπως
και η επιθυμία και το θυμικόν, αποτελούν φυσικές δυνάμεις της ψυχής. Ενώ όμως ο λόγος είναι φυσικός αγωγός της γνώσεως, της λογικής-φυσικής σοφίας, ο νους είναι τόπος της «υπερλόγου σοφίας».

Ο Όσιος Κάλλιστος ο Καταφυγιώτης, ο χρηματίσας Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως –ως Κάλλιστος ο Β’- και συγγράψας περί τα 100 κεφάλαια της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών Πατέρων, λαμπροτέρα μορφή των μοναστών της Ιεράς Μονής Καταφυγίου, υπήρξεν σπουδαίος Ησυχαστής (ο οποίος έζησε μάλλον κατά το
δεύτερον ήμισυ του 14ου αιώνος), στο σύγγραμμά του «Περί της Ενώσεως με τον Θεό και του Θεωρητικού Βίου» (Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, Τόμος E΄) , γράφει ότι, σε αντιδιαστολή προς τον λόγον: «… ο νους μας είναι ένα σκεύος θεϊκό και δέχεται όσον ημπορεί εντός του την απλησίαστο λάμψη του θείου κάλλους. Και είναι βεβαίως αυτό
το σκεύος θαυμάσιον, διότι διευρύνεται αναλόγως προς το πλήθος του θείου Πνεύματος που εισρέει μέσα του και όσον περισσότερον εισρέει, τόσον και αυτό μεγαλώνει, ενώ στην μικροτέρα εισροή μικραίνει κι αυτό. Ο νους του ανθρώπου είναι ωσάν ένας τόπος ο οποίος δέχεται την λάμψη της θείας φανερώσεως… Ο αισθητός τόπος, όσον πιο
εκτεταμένος είναι, τόσον περισσότερα δέχεται. Με τον νου συμβαίνει το αντίθετον: όσον περιορίζεται και συστέλλεται, τόσον καταλληλότερος καθίσταται να δεχθεί τα μεγαλύτερα. Και όταν μαζέψει και συγκρατήσει κάθε κίνησή του, λογική ή νοερά ή οποιανδήποτε άλλη, τότε βλέπει το μεγαλύτερο απ’ όλα τα μεγάλα, τον Θεό. Τον βλέπει όσον επιτρέπει η Χάρη του παναγίου Πνεύματος και όσον η υλική και κτιστή φύση ημπορεί να βλέπει τον «έξω από τη φύση και την κτίση». Δεν βλέπει φαντασίες κενές, ούτε βλέπει ωσάν σε όνειρο πλάσματα του ιδίου του λογισμού του. Αλλά βλέπει μέσα στο φως της καρδία, το οποίον δέχεται την ενέργεια της αρρήτου δυνάμεως του θείου Πνεύματος και πάσχει την υπερφυσική αλλοίωση, την οποίαν όποιος την εδέχθη από την Χάρη, ο ίδιος κοιμάται και ησυχάζει, ενώ η καρδία αυτού αγρυπνεί ».

Ο λόγος ερευνά τον κόσμο των αισθητών όντων, ενώ ο νους θεωρεί τον θείο Λόγο. Εάν όμως ο νους θεωρήσει ότι φυσική του ενέργεια είναι η αίσθηση που συνυπάρχει στην ψυχή, τότε στρέφεται από τα νοητά στα αισθητά και προσκολλάται ηδονοθηρικώς
στις υλικές μορφές των αισθητών. Όταν, αντιθέτως, ο νους θεωρεί τους πνευματικούς λόγους των όντων ανεξαρτήτως των υλικών τους μορφών, τότε ακολουθεί τον φυσικό του προορισμό, δηλαδή την ύπαρξη «κατ’ εικόναν του Θεού». Ο διακεκριμένος Ησυχαστής Όσιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας, στο 7° και στο 8° κεφάλαιόν του, γράφει: «Πρώτα ο νους ζητά και ευρίσκει, και κατόπιν ενώνεται μ’ εκείνο που ευρήκε. Την αναζήτηση την κάνει με το λογικό, ενώ την ένωση με την αγάπη. Και η μεν αναζήτηση μέσω του λογικού γίνεται για την αλήθεια, η δε ένωση της αγάπης για το αγαθό. Εκείνος που υπερβαίνει την ρευστή φύση των παρόντων και παραβλέπει την επιθυμία των προσκαίρων, δεν βλέπει κάτω, δεν επιθυμεί τα ωραία της γης, αλλά του ανοίγονται τα “άνω θεάματα” και κατοπτεύει τα κάλλη των ουρανών και την μακαριότητα των αμολύντων πραγμάτων.

Αυτός δέχεται και την αγάπη του Θεού που κατέρχεται σε αυτόν από τον ουρανό και γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος και ποθεί τα θελήματα του Θεού και οδηγείται από το
Πνεύμα του Θεού και αξιώνεται την υιοθεσία και ο Θεός ευαρεστείται και ικανοποιείται από αυτόν». [Ο Θεόληπτος Φιλαδελφείας εγεννήθη στην Νίκαια της Βιθυνίας περί το
1250. Έλαβε εξαιρετική μόρφωση. Λίαν νωρίς εγκατέλειψε την σύζυγό του και απεσύρθη στην Αθωνική ησυχία. Η συνάντησή του με τον ησυχαστή Νικηφόρο είχε επάνω του βαθυτάτη επίδραση, όπως και η συνάντηση με τον άγιο Αθανάσιο Κωνσταντινουπόλεως. Έζησε επί τι διάστημα στην μονή Εσφιγμένου. Η επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη
και ο αυστηρότατος έλεγχός του για την θρησκευτική πολιτική του Αυτοκράτορος Μιχαήλ του Η΄ του Παλαιολόγου είχεν ως αποτέλεσμα να ριφθεί στις φυλακές. Μετά την αποφυλάκισή του επιστρέφει στην πατρίδα του όπου κατέστη πνευματικός πατήρ ολοκλήρου της πόλεως. Περί το 1324 εξελέγη μητροπολίτης Φιλαδελφείας και εποίμανε
την Επαρχία του επί τέσσαρες δεκαετίες με μόνον οδηγό τον νόμο του Θεού.

Οι επιστολές και οι ομιλίες του που σώζονται, το καταφανερώνουν. Κατά την εκδημία του εξετυλίχθησαν συγκινητικές σκηνές από τον πιστό λαό, ο οποίος είχε ευεργετηθεί τα μάλιστα από τον επίσκοπό του και τον υπεραγαπούσε. Υπήρξε καλόγνωμος σύμβουλος
ισχυρών Αυτοκρατόρων. Με την πλουσία συγγραφική του δράση επηρέασε σημαντικώς την θρησκευτική ζωή του καιρού του. Θεωρείται ως πρόδρομος της Θεολογικής Αναγεννήσεως του 14ου αιώνος. Υπήρξεν ασκητής, νηπτικός και ησυχαστής επίσκοπος. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τον είχε ως πρώτο πνευματικό του διδάσκαλο, όταν και ο
Θεόκλητος απεφάσισε για την κλίση του Γρηγορίου. Ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο εγκώμιον των Αγιορειτών Πατέρων τον υμνεί ως «όσιον», «θεόσοφον» και «υψίνουν». Πρόκειται όντως για προσωπικότητα υψηλού κύρους, μεγάλης πνευματικότητος και
αξίας. Η μνήμη του ανδρός τιμάται στις 25 Ιουνίου και την Β’ Κυριακή Ματθαίου.]

Η Δυτική θεολογία μετά πάθους μη υιοθετούσα την Ησυχαστική διάκριση μεταξύ ουσίας και ενεργειών του Θεού και, κατ’ επέκταση, μη αποδεχομένη την διάκριση μεταξύ του νοός (ως τόπου και τρόπου αμέσου γνώσεως του Θεού από τον άνθρωπο) και του λόγου
(ως δυνάμεως της ψυχής για την γνώση του αισθητού κόσμου), καταλήγει στα εξής δύο συμπεράσματα :

Πρώτον, ο άνθρωπος είναι οντολογικώς προσδιορισμένος από ιδιοτελή πάθη, εγωισμό και εργαλειακό ορθολογισμό, απωλέσας έτσι το αυτεξούσιον. Για να είναι κάποιος πραγματικώς ελεύθερος, δεν αρκεί να ημπορεί να κάνει επιλογές, αλλά πρέπει και να ημπορεί να αξιολογεί και να διακρίνει το αγαθό από το κακό, χωρίς εμπαθείς λογισμούς,
δηλαδή ανεξαρτήτως της λογικής της ανάγκης (βιολογικής ή εγωτικής). Δεύτερον, η γνώση του Θεού από τον άνθρωπο είναι μόνον έμμεση, «συλλογιστική», κατ’ αναλογίαν προς την γνώση του φυσικού κόσμου δια του λόγου (εφόσον η Δύση αδυνατεί να διακρίνει τον νου από τον λόγο). Γι’ αυτό, όλα τα κλασσικά εγχειρίδια Πολιτικής Οικονομίας και Μικροοικονομικής στην Δύση εκκινούν από την αξιωματική μετατροπή («αξιωματικοποίηση») του δυτικού «υποκειμένου», δηλαδή από την αξιωματική θέση ότι, ο δρων είναι ιδιοτελής, εγωιστής και ορθολογικός. Δηλαδή ουσιαστικώς, η σπουδή της Πολιτικής Οικονομίας στην Δύση ισοδυναμεί με μια μεθοδική μύηση στην Δυτική οντολογία και γενικώς στην υλόφρονα δυτική πνευματική καλλιέργεια. Η κορύφωση αυτής της διαδραστικής διαπιδύσεως της μολωχοκρατουμένης θρησκευτικής κοσμοθεωρήσεως και του υλιστικού οικονομιστικού κοινωνικού προτύπου εξεικονίζεται στο ρητό που στολίζει το….δολάριο των ΗΠΑ: «In God we trust»(!). Έτσι ο Άνθρωπος δεν δρά, πάσχει, δυσπραγεί, στερείται Αυτεξουσίου, είναι δε ανίκανος για την Ελευθερία άρα και την Θέωση.

ΓΙAΝΝΗΣ ΠΕΤΡIΤΗΣ

(Φ. 212)

Advertisements