Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΗ΄

ΟΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο άξιο  μεθοδικής  σπουδής,  ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον πέμπτον κεφάλαιον «Οι διαφορετικές γλώσσες είναι άνισες και αντιστοιχούν πλήρως σε σχετικήν αξία προς τις φυλές οι οποίες τις χρησιμοποιούν» ) γράφει: «Θα συζητήσω ένα δεύτερο σημείον και θα ερευνήσω ποία είναι η σχέση μεταξύ της ισχύος μιας φυλής και της αξίας της γλώσσης της. Με άλλα λόγια, εάν οι ισχυρότερες φυλές διαθέτουν τα καλύτερα ιδιώματα και αν όχι, πώς ημπορεί να εξηγηθεί αυτή η ανωμαλία.

Αν ένας υποβαθμισμένος λαός, στο κατώτατο σημείο της φυλετικής κλίμακος, με ελαχίστη σημασία για την «άρρενα» και για την «θήλεια» πρόοδον της ανθρωπότητας, θα ημπορούσε ίσως να εφεύρει μιαν γλώσσα φιλοσοφικού βάθους, αισθητικής ωραιότητος και ευελιξίας, πλουσία σε χαρακτηριστικές μορφές και ακριβείς ιδιωματισμούς – που εφαρμόζονται εξίσου στην έκφραση των  μεγαλείων της θρησκείας, των χαρίτων της ποιήσεως, της ακριβείας της φυσικής και της πολιτικής επιστήμης – ένας τέτοιος λαός θα είχεν βεβαίως ένα εντελώς άχρηστο τάλαντο, εκείνο του εφευρίσκειν και τελειοποιείν ένα όργανον, το οποίον η διανοητική του ικανότης θα ήταν πολύ αδύναμη να στρέψει προς οποιανδήποτε ωφέλεια.

Πρέπει, σε μια τέτοια περίπτωση, να πιστεύσουμε ότι η παρατήρησή μας έχει τερματισθεί αιφνιδίως, όχι από κάτι άγνωστο ή ακατανόητο (όπως συμβαίνει συχνά), αλλά από έναν απλό παραλογισμό.

Εκ πρώτης όψεως, αυτή η προκλητική απάντηση φαίνεται πως είναι η σωστή. Εάν προσλάβουμε τις φυλές όπως είναι σήμερον, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η τελειότης του γλωσσικού ιδιώματος απέχει μακράν από την αντιστοιχία προς τον βαθμόν πολιτισμού που επετεύχθη, σε όλες τις περιπτώσεις. Οι γλώσσες της συγχρόνου Ευρώπης, για να μην ομιλήσουμε για τις άλλες, είναι άνισες ως προς την αξία, οι δε πλουσιότερες και ωραιότερες δεν ανήκουν απαραιτήτως στους πλέον προοδευμένους λαούς. Επιπλέον, είναι όλες πολύ κατώτερες από πολλές γλώσσες που έχουν ομιληθεί στον κόσμο σε διάφορες εποχές.

Ακόμη πιο περίεργο είναι ότι οι γλώσσες ολοκλήρων ομάδων λαών που έχουν σταματήσει σε ένα χαμηλό επίπεδο πολιτισμού, ημπορεί να έχουν σημαντικήν αξία. Έτσι, ο ιστός της γλώσσης, με τα ποικίλα πλέγματά του, ημπορεί να εφαίνετο ότι επήλθε τυχαίως στην ανθρωπότητα. Η μέταξα και ο χρυσός μερικές φορές καλύπτουν άξεστες, άγριες και άθλιες φυλές, ενώ σοφοί και μορφωμένοι λαοί εξακολουθούν παγιδευμένοι στα κανάβινα, μάλλινα και φτιαγμένα από αλογότριχες ρούχα. Ευτυχώς, αυτό συμβαίνει  έτσι μόνον  κατά την εξωτερική εμφάνιση. Αν, με την βοήθεια της Ιστορίας, εφαρμόσουμε το δόγμα μας της διαφοράς των φυλών, συντόμως θα διαπιστώσουμε ότι, οι αποδείξεις μας περί της πνευματικής ανισότητος ενισχύονται ακόμη περισσότερον.

Οι πρώιμοι φιλολόγοι έσφαλαν διπλώς, όταν εσκέφθησαν, πρώτον ότι όλες οι γλώσσες εσχηματίσθησαν από την ιδίαν αρχή, δεύτερον, ότι η γλώσσα εφευρέθη απλώς υπό την πίεση των υλικών αναγκών. Στο πρώτο σημείον επηρεάσθησαν από το δόγμα του «μοναδισμού», δηλαδή ότι όλες οι ανθρώπινες ομάδες έχουν μια κοινή προέλευση.

Όσον αφορά στην γλώσσα, δεν υπάρχει αμφιβολία. Οι τρόποι σχηματισμού της είναι τελείως διαφορετικοί. Και αν οι ταξινομήσεις της φιλολογίας απαιτούν αναθεώρηση ή όχι, δεν ημπορούμε να πιστέψουμε ούτε για μια στιγμή ότι οι Αλταϊκές, οι Άριες και οι Σημιτικές οικογένειες δεν ήσαν εξ αρχής εντελώς ξένες μεταξύ τους. Τίποτα δεν είναι το ίδιο. Το λεξιλόγιο έχει τον δικό του ιδιότυπο χαρακτήρα σε κάθε μια από αυτές τις ομάδες. Υπάρχει μια διαφορετική διαμόρφωση της φωνής στην κάθε μία τους. Στην μία, χρησιμοποιούνται τα χείλη για την παραγωγή των ήχων, σε μιαν άλλη, η συστολή του φάρυγγος. Σε μιαν άλλη η ρινική δίοδος και το άνω μέρος της κεφαλής. Η σύνθεση των τμημάτων της ομιλίας, συμφώνως με την σύγχυση ή διάκριση των διαφόρων αποχρώσεων της σκέψεως, επισημαίνει εξίσου και μια διαφορά προελεύσεως.

Η πλέον εντυπωσιακή απόδειξη της αποκλίσεως στην σκέψη και στο συναίσθημα μεταξύ μιας ομάδας και μιας άλλης, παρατηρείται στις κλίσεις του ουσιαστικού και στις συζυγίες του ρήματος. Όταν λοιπόν ο φιλόσοφος προσπαθεί να καταγράψει την προέλευση της γλώσσης με μια διαδικασία αμιγώς αφηρημένης εικασίας και εκκινεί με την σύλληψη ενός «αρχεγόνου ανθρώπου», χωρίς συγκεκριμένο φυλετικό ή γλωσσικό χαρακτήρα, εκκινεί από ένα παραλογισμό και συνεχίζει στις ίδιες γραμμές σκέψεως. Δεν υπάρχει κάποιο ον όπως «ο άνθρωπος» αφηρημένα. Και είμαι ιδιαιτέρως βέβαιος ότι δεν θα ανακαλυφθεί από την διερεύνηση της γλώσσης. Δεν ημπορώ να διαφωνήσω ότι η ανθρωπότης εξεκίνησε από κάποιο σημείο την δημιουργία του γλωσσικού ιδιώματος. Υπήρξαν πολλά σημεία εκκινήσεως, διότι υπήρχαν πολλές μορφές σκέψεως και αισθήματος.

Η δευτέρα άποψη, νομίζω, είναι εξίσου εσφαλμένη. Συμφώνως προς αυτήν την θεωρία, δεν θα υπήρχε καμία ανάπτυξη εκτός από την υπαγορευθείσα από την ανάγκη. Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι οι «άρρενες» φυλές θα είχαν μια πλουσιοτέρα και ακριβεστέρα γλώσσα από τις «θήλειες». Επιπλέον, καθώς οι υλικές ανάγκες αφορούν σε αντικείμενα που συλλαμβάνονται από τις αισθήσεις και εκφράζονται ειδικώς με δράσεις, ο κύριος παράγων της ανθρωπίνης  ομιλίας θα ήταν το λεξιλόγιο.

Δεν θα υπήρχε ανάγκη το συντακτικό και η γραμματική να προχωρήσουν πέραν από τους απλουστέρους και στοιχειωδεστέρους συνδυασμούς. Μια σειρά ήχων που είναι περισσότερον ή ολιγότερο συνδεδεμένοι μεταξύ τους είναι πάντα αρκετή για να εκφράσει μιαν ανάγκη. Και μια χειρονομία, όπως καλώς γνωρίζουν οι Κινέζοι, είναι μια προφανής μορφή σχολιασμού, ενώ η φράση είναι ασαφής χωρίς αυτήν. Όχι μόνον η συνθετική δύναμη της γλώσσης θα παρέμενε υπανάπτυκτος. Θα ήταν επίσης πλέον αδύναμος ώστε να διανεμηθεί με αρμονία, ποσότητα και ρυθμό. Διότι ποία είναι η χρησιμότης της μελωδίας όταν το μοναδικό αντικείμενο είναι η επίτευξη κάποιου θετικού αποτελέσματος; Μια γλώσσα, στην πραγματικότητα, θα ήταν απλά μια τυχαία συλλογή αυθαιρέτων ήχων.

Α. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

(Φ. 218)