Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΝΘ΄

ΟΚόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ στο άξιο  προσεκτικής μελέτης, παρεξηγηθέν και ιδιάζον εγχειρίδιόν του περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών (Δέκατον πέμπτον κεφάλαιον «Οι διαφορετικές γλώσσες είναι άνισες και αντιστοιχούν πλήρως σε σχετικήν αξία προς τις φυλές οι οποίες τις χρησιμοποιούν» ) γράφει:

«(….) Η υλική ανάγκη δεν είναι το μόνο στοιχείον που παράγει μια γλώσσα, αλλά οι καλύτερες από τις δυνάμεις του ανθρώπου οι οποίες  έχουν βοηθήσει στο έργο αυτό. Οι ήχοι δεν εφαρμόζονταν αυθαιρέτως σε ιδέες και αντικείμενα και από αυτήν την άποψη οι άνθρωποι ηκολούθησαν μια προκαθορισμένη τάξη, η μια πλευρά της οποίας εξεδηλώθη σε αυτούς. Έτσι, οι πρωτόγονες γλώσσες, όσον και αν είναι ακατέργαστες και πτωχές, περιείχαν όλα τα στοιχεία από τα οποία οι κλάδοι τους θα ημπορούσαν αργότερον να αναπτυχθούν με μια λογική και αναγκαία ακολουθία. Ο Βίλχελμ φον Χούμπολντ παρετήρησε, με την συνηθισμένη του ακρίβεια, ότι κάθε γλώσσα είναι ανεξάρτητος από την θέληση εκείνων που την ομιλούν. Συνδέεται στενώς με την πνευματική τους κατάσταση και είναι πέραν από την αυθαίρετο ιδιαορυθμία. Δεν ημπορεί να μεταβληθεί κατά βούληση, όπως φαίνεται από τις προσπάθειες που κατεβλήθηκαν για να γίνει αυτό.

Οι Βουσμάνοι εδημιούργησαν ένα σύστημα αλλαγής της γλώσσης τους, προκειμένου να αποφευχθεί η κατανόησή της από τους αμυήτους. Ευρήκαμε το ίδιον έθιμο ανάμεσα σε ορισμένες φυλές του Καυκάσου. Αλλά όλες οι προσπάθειές τους συρρέουν στην ίδια απλή εισαγωγή μιας συγγενικής συλλαβής στην αρχή, στο μέσον ή στο τέλος των λέξεων. Απομακρύνετε αυτό το «παρασιτικό» στοιχείο και η γλώσσα παραμένει η ίδια, δεν αλλάζει ούτε σε μορφές ούτε σε σύνταξη. Ο Ντε Σασύ ανεκάλυψε μια πλέον φιλόδοξο προσπάθεια, στην γλώσσα που ονομάζεται «Μπαλαϊμπαλάν». Αυτό το περίεργο ιδίωμα επενοήθη από τους Σούφι, για να χρησιμοποιηθεί στα μυστικιστικά τους βιβλία, με σκοπό να περιτυλίξουν τις εικασίες των θεολόγων τους σε έτι μεγαλύτερο μυστήριον. Κατεσκεύασαν, κατά το ειδικό τους σχέδιο, τις λέξεις που τους εφαίνοντο να ακούονται παράξενα στα ώτα τους. Εάν, ωστόσον, αυτή η λεγόμενη γλώσσα δεν ανήκε σε καμίαν οικογένεια και αν η έννοια που εδόθη στους ήχους της ήταν εντελώς αυθαίρετες, ωστόσον οι αρχές της ευφωνίας, της γραμματικής και της συντάξεως, ό,τι δίδει στην πραγματικότητα σε μια γλώσσα ιδιαίτερο χαρακτήρα, έφερε την αδιαμφισβήτητο σφραγίδα της αραβικής και της περσικής. Οι Σούφι  εδημιούργησαν μιαν ορολογία ταυτοχρόνως Αρία και Σημιτική και εν τέλει δίχως βαρύνουσα σημασία. Οι ευσεβείς συνάδελφοι του Τζαλαλελντίν Ρούμι δεν κατάφεραν να εφεύρουν μια γλώσσα,  σαφώς δε αυτή η εξουσία δεν εδόθη σε κανέναν άνθρωπο.

Ως εκ τούτου, η γλώσσα μιας φυλής συνδέεται στενώς με την ευφυΐαν της και έχει την δύναμη να αντικατοπτρίζει τις διάφορες διανοητικές της φάσεις, όπως αυτές επιτυγχάνονται. Αυτή η ισχύς ημπορεί αρχικώς να είναι απλώς σιωπηρά. Όταν η ψυχική ανάπτυξη μιας φυλής είναι ελαττωματική ή ατελής, η γλώσσα πάσχει στον ίδιο βαθμό. Αυτό φαίνεται από την Σανσκριτική, την Ελληνική και την Σημιτική ομάδα, καθώς και από την Κινεζική, στην οποίαν έχω ήδη επισημάνει μια χρηστική τάση που αντιστοιχεί στην πνευματική καμπή του λαού. Η υπερπληθώρα των φιλοσοφικών και εθνολογικών όρων στην Σανσκριτική αντιστοιχεί στη μεγαλοφυία των όσων την ομίλησαν, καθώς και στον πλούτο και στη ρυθμικήν ομορφιά της. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ελληνική, ενώ η έλλειψη ακριβείας στις σημιτικές γλώσσες είναι ακριβώς παράλληλη με τον χαρακτήρα των σημιτικών λαών. Αν αφήσουμε τα νεφελώδη ύψη των αιώνων και βρεθούμε στις πλέον οικείες περιοχές της συγχρόνου ιστορίας, θα είμεθα, προφανώς παρόντες  στην γέννηση πολλών νέων γλωσσών και αυτό θα μας κάνει ικανούς να ιδούμε με ακόμα μεγαλυτέρα σαφήνεια πόσον πιστά αντανακλά η γλώσσα την μεγαλοφυία μιας φυλής.

Καθώς δύο έθνη συγχωνεύονται, λαμβάνει χώρα μια επανάσταση στις αντίστοιχες γλώσσες τους. Αυτό είναι μερικές φορές αργό, μερικές φορές αιφνδιο, αλλά πάντα αναπόφευκτο. Οι γλώσσες αλλάζουν και μετά από κάποιο χρονικό διάστημα πεθαίνουν ως ξεχωριστές οντότητες. Η νέα γλώσσα είναι ένας συμβιβασμός μεταξύ τους, το κυρίαρχο στοιχείο που φέρεται από την ομιλία της φυλής, η οποία έχει συνεισφέρει τα περισσότερα μέλη στο νέο λαό. Έτσι, από τον δέκατο τρίτο αιώνα, οι γερμανικές διάλεκτοι της Γαλλίας έπρεπε να δώσουν έδαφος, όχι στην Λατινική, αλλά στη lingua romana, με μιαν  αναβίωση της γαλο-ρωμαϊκής ποικιλίας. Και η Κελτική έπρεπε να υποχωρήσει ενώπιον του ιταλικού αποικισμού. Όμως δεν υπέκυψε στον ιταλικό πολιτισμό. Στην πραγματικότητα, θα ημπορούσε κανείς να ειπεί ότι, χάρη στον αριθμό εκείνων που την ομίλησαν, η Κελτική τελικώς εκέρδισε ένα είδος νίκης. Ηταν μετά την πλήρη συγχώνευση των Γαλατών, των Ρωμαίων και των βορείων φυλών, ήταν η Κελτική που έβαλε τα θεμέλια του συγχρόνου γαλλικού συντακτικού, καταργούσα την έντονο έμφαση της Γερμανικής, καθώς και την ακουστική της Λατινικής εισήγαγε τον ιδικό της ισοδύναμο ρυθμό.Η σταδιακή ανάπτυξη της γαλλικής είναι απλώς η επίδραση αυτής της επιμόνου εργασίας, η οποία εσυνεχίσθη χωρίς διακοπή, υπό την επιφάνεια. Και πάλι ο λόγος για τον οποίο η σύγχρονη Γερμανική έχει χάσει τις εντυπωσιακές μορφές που πρέπει να δει κανείς στην Γοτθική του επισκόπου Ουλφίλα έγκειται στην παρουσία ενός ισχυρού Ουαλικού στοιχείου στην μέση του μικρού Γερμανικού πληθυσμού που εξακολουθούσε να παραμένει στα ανατολικά του Ρήνου μετά τις μεγάλες μετακινήσεις του έκτου και των επόμενων αιώνων της εποχής μας.

Τα γλωσσικά αποτελέσματα της συντήξεως δύο λαών είναι τόσον ανεξήγητα όσον και ο ίδιος ο νέος φυλετικός χαρακτήρ. Ημπορούμε να πούμε γενικώς ότι η γλώσσα παραμένει καθαρή αφού έχει έλθει σε στενή επαφή με μια διαφορετική γλώσσα. Ακόμη και όταν οι δομές τους είναι εντελώς αντίθετες, το λεξιλόγιον υφίσταται εν πάση περιπτώσει μερικές αλλαγές. Εάν η παρασιτική γλώσσα έχει κάποια δύναμη, θα επιτεθεί βεβαίως στην άλλη στην ρυθμική της ποιότητα και επίσης στα ασταθή μέρη του συντακτικού της. Έτσι, η γλώσσα είναι μια από τις πλέον εύθραυστες και ευαίσθητες μορφές ιδιοκτησίας. Συχνά βλέπουμε μιαν ευγενή και εκλεπτυσμένη ομιλία να επηρεάζεται από βάρβαρα ιδιώματα και να περνά σε ένα είδος σχετικής βαρβαρότητος. Βαθμηδόν θα χάσει την ομορφιά της, το λεξιλόγιόν της θα γίνει πτωχό και πολλές από τις μορφές της θα είναι απηρχαιωμένες, ενώ θα δείχνει μιαν ακαταμάχητο τάση να εξομοιωθεί με τον κατώτερο γείτονά της.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 219)