Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Ασάφειες, Μύθοι και Πραγματικότητες

Χωρίς τίτλο.png

Μέρος ΞΕ΄

Στο τέταρτο βιβλίον («Σημιτοποιηθέντες νοτιοδυτικοί πολιτισμοί») του διασήμου εγχειριδίου περί της ανισότητος των ανθρωπίνων φυλών, ο Γάλλος πολυμαθής διηγηματογράφος και ιστοριοδίφης  Κόμης  Αρτύρ ντε Γκομπινώ γράφει στο πρώτο κεφάλαιον  («Ιστορία υφίσταται  μόνον ανάμεσα στα λευκά έθνη, διότι όλοι σχεδόν οι πολιτισμοί έχουν αναπτυχθεί στα δυτικά της υδρογείου.») :

« (…) Στην Ινδία, το ευγενές είδος έχει κατατριβή με δύο κατωτέρους ανταγωνιστές του. Συμπαγές και εκπηγάζον από την Αρία ουσία του, ολόκληρον το έργον του είναι να υπερασπισθεί τον εαυτόν του από την εισβολή, από την εμβάπτιση μέσα σε ξένες αρχές. Αυτό το έργον συντηρήσεως συνεχίζεται ενεργώς, με συνείδηση του κινδύνου και με μέσα που ημπορεί να λεχθεί ότι είναι απεγνωσμένα και τα οποία θα ήσαν πράγματι ρομαντικά, εάν δεν είχαν αποδώσει τόσον πρακτικά αποτελέσματα. Αυτός ο αγών, τόσον πραγματικός, τόσον αληθινός, δεν είναι ωστόσον ικανός να παράγει μιαν ορθώς καλουμένη ιστορία. Καθώς ο λευκός κλάδος, ο οποίος ετέθη εν δράσει, είναι όπως μόλις είπα, συμπαγής και έχει ένα και μόνον αντικείμενο, μιαν ενιαία εκπολιτιστική ιδέα, μιαν ενιαία μορφή, αρκεί σε αυτόν να κατακτά και να ζει.

Μικρά ποικιλία στην προέλευση των κινήσεων προκαλεί ελαχίστη επιθυμία να διατηρηθεί το αποτύπωμα των γεγονότων και, όπως σωστά παρετηρήθη, οι ευτυχείς λαοί δεν διαθέτουν κανένα χρονικό, καθώς πρέπει να λένε ο ένας στον άλλο μόνον αυτό που όλοι γνωρίζουν περί αυτών. Έτσι, η ανάπτυξη ενός ενιαίου πολιτισμού όπως του Ινδικού, που προσφέρει στον εθνικό προβληματισμό μόνον ολίγες εκπληκτικές καινοτομίες, απρόσμενες ανατροπές στις σκέψεις, στα δόγματα και στα ήθη, δεν έχει τίποτα περισσότερον σοβαρό να αφηγηθεί και επομένως, τα ινδικά χρονικά έχουν προσλάβει την θεολογική μορφή, τα χρώματα της ποιήσεως, και παρουσιάζουν τόσον πλήρη έλλειψη χρονολογίας και τόσον αξιοσημείωτα  κενά στην καταγραφή των πραγμάτων.

Στην Κίνα, η συλλογή στοιχείων είναι μια πρακτική των όλως παλαιοτέρων. Αυτό εξηγείται με την παρατήρηση ότι η Κίνα ευρέθη ενωρίς σε σχέσεις με λαούς εν γένει πολύ μικρούς για να ημπορέσει να τους κατακτήσει, ωστόσον αρκετά ισχυρούς για να τους παρενοχλήσει και να τους μετακινήσει και οι οποίοι -εξ ολοκλήρου ή εν μέρει- συνίσταντο από λευκά στοιχεία, όταν δε τους επετέθη δεν αντέκρουσαν μόνον τα ξίφη αλλά και τις ιδέες. Η Κίνα, αν και απομεμακρυσμένη από ευρωπαϊκή επαφή, είχε συμμετάσχει πολύ στους αντικτύπους των ποικίλων μεταναστεύσεων και όσον μελετά κανείς τις μεγάλες συλλογές των συγγραφέων της, τόσον περισσότερες πληροφορίες ημπορεί να ανεύρει εκεί για την ιδική μας καταγωγή. Η ιστορία της Αρυαβάρτα («γη των Αρίων» στην σανσκριτική) δεν μας παρέχει μίαν ακρίβεια συγκρίσιμο.

Ήδη, εδώ και αρκετά έτη, τα βιβλία των μελετητών έχουν τροποποιήσει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο, πολλές παρανοήσεις σχετικώς με τους Ούννους και τους Αλανούς. Έχουν επίσης συγκεντρωθεί πολύτιμες λεπτομέρειες σχετικώς με το θέμα των Σλάβων και ίσως ανακαλύψεις θα αυξήσουν με τον τρόπο αυτόν τις ελάχιστες πληροφορίες που είχαν αποκτηθεί μέχρι τώρα γύρω από τις καταβολές των Σαρματικών λαών. Επιπλέον, αυτή η αφθονία των αρχαίων δεδομένων, διατηρηθέντων από την λογοτεχνία της Ουρανίου Αυτοκρατορίας, ισχύει – και αυτό είναι λίαν αξιοσημείωτο- στις βορειοδυτικές περιοχές της Κίνας, περισσότερον από αυτές στο νότιον τμήμα του κράτους. Η αιτία δεν πρέπει να αναζητηθεί αλλού, παρά στην τριβή των λευκών μεικτών πληθυσμών της Ουρανίας Αυτοκρατορίας με τις λευκές ή ημίλευκες φυλές των συνόρων. Έτσι ώστε, μετά από μια προφανή εξέλιξη από την αδρανή σιωπή των μαύρων ή κιτρίνων φυλών, ευρίσκουμε κατ’ αρχήν την Ινδία, με τους εκπολιτιστές της να έχουν μικρά ιστορία, επειδή έχουν μικρά σχέση με άλλους κλάδους της ιδίας φυλής.

Κατόπιν συναντάμε την Αίγυπτο, η οποία έχει κάτι περισσότερον για τον ίδιο λόγο. Έπειτα έρχεται η Κίνα, παρουσιάζουσα ακόμη περισσότερα, επειδή η τριβές με τους ξένους Αρίους επανελήφθησαν, έτσι δε, φθάνουμε στην δυτική περιοχή του κόσμου, στην Δυτική Ασία και στις ευρωπαϊκές χώρες, όπου εν συνεχεία ανεπτύχθησαν τα ποικίλα χρονικά με έναν μόνιμο χαρακτήρα και μιαν ακούραστο δραστηριότητα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον ένας ή δύο ή τρεις κλάδοι ευγενών ειδών, κατατριβόμενοι για να υπερασπισθούν με τον κάλλιστο τρόπο τον εαυτό τους ενάντια στην διαπλοκή των κατωτέρων κλάδων του ανθρωπίνου δένδρου. Η σκηνή είναι αρκούντως διαφορετική, σε αυτό δε το ταραχώδες θέατρο που χρονολογείται από τον έβδομο αιώνα π.Χ., πολλές ομάδες λευκών μιγάδων, προικισμένων  με διαφορετικούς τρόπους, αγωνίζονται όλες μεταξύ τους, παλεύουν με την πυγμή τους και πρωτίστως με την ιδέα τους, τροποποιούν ακαταπαύστως τους αμοιβαίους πολιτισμούς τους εν μέσω ενός πεδίου μάχης, στο οποίον οι  μαύροι και κίτρινοι λαοί εμφανίζονται μόνον συγκαλυμμένοι υπό τις αρχαίες επιμειξίες και επενεργούν στους κατακτητές τους μόνον με μια λανθάνουσα και απαρατήρητο έγχυση, επίκουρος της οποίας είναι μόνον ο χρόνος.

Εάν, εν ολίγοις, η ιστορία ανθίζει από αυτήν την στιγμή στις δυτικές περιοχές, αυτό συνέβη διότι έκτοτε αυτοί που θα είναι επί κεφαλής όλων των μερών της γης  θα είναι επιμειξίες με λευκούς, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά Άριοι, Σημίτες (οι Χαμίτες έχουν ήδη αναμιχθεί και συντηχθεί μαζί τους), Κέλτες, Σλάβοι, όλοι οι γνησίως ευγενείς λαοί, που διαθέτουν ιδιαίτερες ιδέες, που όλοι έχουν δημιουργήσει ένα περισσότερον ή ολιγότερον πολύπλοκο σύστημα πολιτισμού -αλλ’ όμως όλοι έχουν  δημιουργήσει ένα- και αιφνιδιαστικώς εξέπληξαν ο ένας από τον άλλο από τα δόγματα που εκπέμπουν για όλα τα πράγματα και για τα οποία δόγματα επιδιώκουν τον θρίαμβό τους επάνω στους αντίπαλους τους. Αυτός ο μεγάλος και αδιάκοπος πνευματικός ανταγωνισμός ανεφάνη πάντοτε σε όλους όσους τον κατέστησαν άξιο να παρατηρηθεί, να συλλεγεί, να καταγραφεί λεπτομερώς ανά ώρα, ενώ άλλοι, ολιγότερον βασανισμένοι λαοί δεν θεωρούν ότι αξίζει να τύχει μεγάλης μνείας μια κοινωνική ύπαρξη συνεχώς ομοιόμορφη, παρά τις νίκες της που επετεύχθησαν επί σχεδόν βωβών φυλών. Έτσι, η δυτική Ασία και η Ευρώπη είναι το μεγάλο εργαστήριον όπου έχουν προκύψει τα πλέον σημαντικά ανθρώπινα ερωτήματα. Εκεί, επιπλέον, για τις ανάγκες του εκπολιτιστικού αγώνος, έτεινε  αναποφεύκτως να επικεντρώνεται οτιδήποτε στον κόσμο έχει μια τιμή ικανή να προκαλέσει την απληστία.

Εάν δεν εδημιουργήσαμε τα πάντα, θέλαμε να έχουμε τα πάντα εκεί, πάντοτε δε  το κατορθώσαμε, στον βαθμό που η λευκή μας ουσία ασκούσε την κυριαρχία της, διότι  δεν πρέπει να ξεχνάμε, την ευγενή φυλή. Πουθενά δεν είναι καθαρή και στηρίζεται παντού σε μιαν ετερογενή εθνοτική καταγωγή, η οποία, στις περισσότερες περιστάσεις, την παραλύει κατά τρόπον που είναι απαρατήρητος, ωστόσον όμως καθοριστικός. Την εποχή που η λευκή δράση ήταν η πλέον ελευθέρα, έχουμε ιδεί στο δυτικό περιβάλλον, σε αυτόν τον ωκεανό όπου συρρέουν όλα τα πολιτιστικά ρεύματα, έχουμε ιδει τις πνευματικές κατακτήσεις των άλλων λευκών κλάδων, οι οποίοι δρουν στο κέντρον των σφαιρών, να έρχονται από μακράν με την σειρά τους για να εμπλουτίσουν τον κοινό θησαυρό της οικογενείας. Έτσι, στις όμορφες εποχές της Ελλάδος, η Αθήνα έθεσε υπό την κατοχήν της ό,τι εγνώριζε καλύτερον η αιγυπτιακή επιστήμη και ό,τι εδίδασκε λεπταισθήτως  η ινδική φιλοσοφία.

Και στην Ρώμη υπήρξε η τέχνη της αναλήψεως των ανακαλύψεων που ανήκουν στα πλέον μεμακρυσμένα σημεία του πλανήτου. Κατά τον Μεσαίωνα, όταν η κοινωνία των πολιτών φαίνεται σε πολλούς ως κατωτέρα από ό,τι ήταν υπό τους Καίσαρες και τους Αυγούστους, ο ζήλος εδιπλασιάσθη και επετεύχθη μεγαλυτέρα επιτυχία στην συγκέντρωση της γνώσεως. Διεισδύσαμε πολύ περισσότερον στα ιερά της ανατολικής σοφίας και υπήρξαν πολλές ακριβέστερες ιδέες. Ταυτοχρόνως, ατρόμητοι ταξιδιώτες κατέληξαν, οδηγούμενοι από την περιπετειώδη ιδιοφυΐα της φυλής τους, σε μακρινά ταξίδια. Σε αυτά, τα ταξίδια του Σκύλακος και του Άνωνος, εκείνα του Πυθέως και του Νεάρχου, αξίζουν οπωσδήποτε ολίγα λόγια. Και όμως, ένας βασιλεύς της Γαλλίας, ακόμα και ένας Πάπας του δωδεκάτου αιώνος, υποστηρικτές και προαγωγοί αυτών των τολμηρών επιχειρήσεων, ήσαν άραγε συγκρίσιμοι με τους κολοσσούς της εξουσίας οι οποίοι εκυβέρνησαν τον ρωμαϊκό κόσμο; Κατά τον Μεσαίωνα, το λευκό στοιχείο ήταν ευγενέστερο, καθαρότερο και επομένως ενεργότερο από ό,τι είχαν γνωρίσει τα ανάκτορα της αρχαίας Ρώμης.»

Α. Κωνσταντίνου

(Φ. 225)